η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗ

Μέσα από την προσποίηση όλων
των αναλώσιμων εαυτών μου
γίνομαι ειλικρινής.

Επιστρέφοντας από την τελευταία διαφυγή μου
σε οικείο παρελθόν
βρήκα τον παλιό εαυτό μου
να πειθαρχεί στη νοσταλγία
ενός άλλου κόσμου
μεταξύ κέρινων ομοιωμάτων
και αντικειμένων χωρισμού
παραταγμένα με θρησκευτική ευλάβεια
σαν ακριβές μνήμες φυλαγμένες
στις πιο κρυφές γωνιές της θύμησης
σαν ένα σημείωμα που άφησε κάποιος
που με αγαπούσε, όταν δεν ήμουν εκεί.

Επιστρέφοντας από τις αδιέξοδες οδούς
και τα μονοπάτια του χρόνου
βρήκα τον άνεμο να φυσά
μέσα από τις κουρτίνες
και ένα χαμόγελο
να κρέμεται στο δωμάτιο


και έναν μικρό θάνατο
φτιαγμένο από σιωπή

και υγρό άρωμα.

Ο ΕΚΑΝΤΟΤΑΕΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Άνοιξα τα μάτια με πολύ κόπο 
Είμαι στην ίδια θέση όπως πριν 
Μα πρέπει να πέρασαν εκατό χρόνια 
Μια και το σύννεφο που είχα κολλήσει στη δική μου 
   γωνιά τ‘ ουρανού 
Έχει πια ξεκολλήσει κι ένα δέντρο 
   με μαύρα φύλλα 
Είναι τώρα στη θέση του
Είναι κλειδαμπαρωμένο το παραθύρι 
Ενώ το κορίτσι είναι πια γυναίκα που δραπετεύει από το στό-
   μα της 
Και λημέρι το στόμα μου κάνει κρύβεται στις λέξεις μου 
Το σώμα της οι έλξεις μου και το παράπονό τους

Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ-Από την ποιητική συλλογή "Τα Θολωμένα Μάτια της Στίλβης"-εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016

Υπέροχοι Ηττημένοι... ή Οι αναπάντεχοι εμείς...

Παίζαμε κάπως επικίνδυνα...ρεφάροντας τη λαμπερή μας ήττα
Στο φως...που οι σκιές παραπονιόντουσαν πως δεν αντέχουν τόση ευτυχία
Και με που τόση αυταπάρνηση στεφάνωνε την μαυροφορεμένη έξαψή μας....

Στα λαγγεμένα πλήθη αναπαύονταν οι βραδινές μας επιδόσεις
Κι όλες οι εξισώσεις που  θεριέψανε την κοσμική μας πλάνη...
Και τα οράματα ενός νέου ανθρωπότυπου στη φαντασμαγορία των ειδώλων...
Που ως υπεράνθρωπος υψώθηκε χτίζοντας αχυρένιες μέρες..
Και ένα Εγώ, που δεν αντέχει δευτερόλεπτο...στις πιο βεγγαλικές ψυχές μας

Κι όλο μας λέρωναν...
Οι νίκες μας, οι αγώνες μας  κι ένδοξοι νεκροί μας
Οι παρελάσεις κι οι εξέδρες μας, οι βασιλείς και οι Ροβεσπιέροι
Οι μυρωμένες εξεγέρσεις μας, που πνίγανε τα πιο καλά παιδιά μας...

Γονατιστοί...και έρποντες για τους αγέρωχους μας πόθους!
Ασήκωτοι για το ανάλαφρο της ύπαρξής μας
Λίγοι για το πολύ μιας άλλης ένδοξης ευδαιμονίας...

Σακατεμένοι από στο  χρόνο που ευθύς γεννάται να συνθλίβεται...
Και από τη σάρκα που συμβαίνει έτσι αβίαστα με βία
Μ 'αοριστίες και με βήματα αργά και τεθλασμένα,

Υπέροχοι ηττημένοι...
μιας έναστρης καθαρότητας, που ξεκληρίζει  Αττικές μας ψευδαισθήσεις...

Εμείς τώρα του κόσμου οι αναπάντεχοι!
Κραδαίνοντας...
Συντρίβοντας...
Πλημμυρίζοντας...

Τον υπέροχο απαστράπτοντα μινιμαλισμό της Σύγχρονης Ιδέας...

Να χορεύουμε...στη λαμπερή περφόρμανς των ασάλευτων ειδώλων

Εκποίηση Εμπορεύματος

Τα άστρα καταναλώνουν ενέργεια
ας κλείνουμε τους διακόπτες που και που 
Το φεγγάρι είναι με πρόωρη σύνταξη
βγάζει δε βγάζει τον μήνα
Τα όνειρα έχουν πνευματικά δικαιώματα
θα μας κάνουν μήνυση κάποια στιγμή
Ο ήλιος κάηκε από την πολλή χρήση
Τα δάκρυα που τρέχουν ποτάμια
φούσκωσαν τον λογαριασμό
Η ελπίδα πεθαίνει τώρα τελευταία
Η ψυχή κουράστηκε να εκτίθεται 
θέλει ανάπαυση
Ο άνεμος παίρνει τα μυαλά μας διαρκώς
Η επανάληψη ως μήτηρ πάσης μαθήσεως 
μας έκανε στο τέλος παπαγάλους

ΧΕΡΙ

Παιδί  ακόμη η στιγμή, δεν ήξερε να παζαρεύει
την κοιτίδα των χαμογελαστών κυττάρων.
Ειδύλλια σκοτεινά παρεμηνεύουν τους κήπους,
αχόρταστα τα αμοιβόμενα κεφάλαια….
και τι περισεύει στο λειψό κρότο της ζωής;
Ποια η απάντηση..; Σε ποια εικόνα ζούμε; Ζούμε..;
Βλέπω να περνάν τα καλοκαίρια σαν τρένα,
στάθηκα στις γραμμές μικρός αντιήρωας να τα ξεπεζέψω,
να μείνουν μια στάλα στην ασήμαντη ενοχή μας
και μια διεργασία με τις μνήμες αιματηρή.
Οι λεπτομέρειες ηγούνται του όχλου των λέξεων.
Κατέβα κάτω να κλάψουμε σου λέω, χωρίς κλάμα
σβήνει η απεραντοσύνη.
Δεν θέλω να χορτάσω, να γευτώ θέλω, κι ας είναι ένα νήμα,
μια στιγμή κόλασης και παραδείσου μαζί..Μαζί σου!
Μη σωπαίνεις,άνοιξε τα πατζούρια να ξεσπάσει η ερημιά των δωματίων
Ξημερώνει, σβήνοντας τον τρόπο που πλαγιάσαμε ,
δεν θυμάται κανείς μας μια λεπτομέρεια που ν’ αλλάζει τις νύχτες,
όλες ίδιες κυλούσαν σαν τις γυναίκες που εκδίδουν τον εαυτό τους
στα τείχη των σπιτιών τους φτιάχνοντας ήλιους ν’ αποτάξουν τη σκιά.
Σαν τους άντρες π’ αντιστέκονται στο κλάμα,
 κρατώντας το για τη μεταθανάτια επική εποχή τους…
Ο άδειος κόσμος στην παρέλασή του, δεν είχε κεντημένα λουλούδια
σ’ ανέμελα μπλουζάκια, μα την τάση των νεύρων στον ίδιο σκοπό,
ανεξερεύνητη η όαση, δεν ποδοπατήθηκε ούτε από τουε επιζώντες,
το μακρύ χάσμα κοντά στο άγγιγμα των δαχτύλων
τροφοδότησε τις ανυποψίαστες φωνές.
Τα μάτια πενθούν τις περιπέτειες που δεν σώθηκαν,
τα μοναχικά βλέμματα των παραθύρων είναι οι εφιάλτες
που κερδίζουν την αξία της καθημερινότητας, σαν κάτι χαμόγελα
που λες θα πνιγείς από ευτυχία, κι ας ξέρεις πως δεν υπάρχει,
παίζουν και τους εραστές, προδομένοι από το ύφος το ναυαγισμένο, καλλιεργούν μυστικά για να σωπάσει η αλήθεια.
Δεν πρέπει να φαίνομαι, πρέπει..; Αόρατη ανυπακοή…
Σε σένα μιλώ αρετή, έχει κι άλλα χρώματα μη ξεμοναχιάζεις το κίτρινο…
Εμείς δεν είμαστε που φωνάζαμε σχεδόν δογματικά
ότι πρέπει να τσακίσουμε τους ψιθύρους;  Τώρα τους βλέπουμε
να κυβερνούν κι εμείς χωμένοι στην ιεροτελεστεία της σιωπής
γεννάμε, εφεβρίσκουμε τρόπους στο ύφος να χρηματίσουμε το εγώ μας.
Το  ‘’αξίζει;’’ Άρχισε να καρφώνεται σαν ερώτηση μέσα μας.
Η μοιρασιά διχάζει..πως να μοιράσω εσένα;
Κι εγώ χίλια κομμάτια για τα άυλα, απεγνωσμένα ψάχνω για τις γωνιές
που άφοβα κινούν της παρατηρήσεις της ευαισθησίας.
Μην ξεχνάμε τα τίποτα… τα ενοχοποιημένα φλάουτα,
τις θλιμμένες λύσεις που θα ψάξουμε, όταν, αν, εξέλθουμε
απ’ την ύπουλη γλυκύτητα κι από φανταχτερά ποιήματα.
Δως μου το χέρι.

Η ΜΑΝΑ ΝΥΧΤΑ

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.
“Ας έρθουν τώρα'. Είπε.
“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η
μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν'.
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του
κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά
άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι
πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

(απ’ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι», εκδ. Ελλέβορος)

ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ

Σε τούτους τους δρόμους σέρνεται η σιωπή.
Ένοχη και απολογητική.
Σε τούτες τις μέρες τρυπώνουν οι ψίθυροι.
Ασαφείς και  ανακριτικοί.
Και στριμώχτηκαν όλοι αυτοί, πανικόβλητοι συνοδοιπόροι
με μια  επιτηδευμένη έκπληξη και απορία
στα στενά του φόβου και τ’ ανοιχτά του θυμού,
να δηλώσουν συμμετοχή και ακολουθία.
Σε τούτους τους λόγους περισσεύει η υποκρισία.
Αξόδευτη και αναδρομική.
Σε τούτες τις γραφές στερεύουν οι ευθύνες.
Αλλότριες και ασπούδαστες.
Και συντάχθηκαν όλοι αυτοί, επιτήδειοι συλλειτουργοί
με πλήρη ομοφωνία και συναίσθηση αρραγή
στης ιστορίας το αύριο, στο χθες της δημιουργίας,
το χρέος να αναδείξουν ως συνείδηση και διδαχή.
Κι έγινε ο κομπασμός οιμωγή και βλασφημία,
η εγρήγορση μοναξιά και η αφοσίωση πλάνη.
Η περηφάνια στοίχειωσε σε σαρκασμό και ειρωνεία,
η φρόνηση υπέκυψε σε αναφορές και αιτίες
κι έμειναν όλοι αυτοί οι  αστόχαστοι χειροκροτητές,
απρόσωποι στασιαστές και ασύντακτοι φυγάδες,
ανιστόρητοι, χωρίς πνεύμα και δίχως προορισμό,
ναυάγια μιας πλαστογραφημένης και κίβδηλης εποχής.

ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

Έρχονται τα πάθη μου, τα πάθη σου,
Ο σταυρός μου, ο σταυρός σου.
Η Παναγία πάλι θα κλάψει..
Τον χαμένο γιυό, την χαμένη κόρη.
Η γη θα ποτιστεί με αίμα και θα κάψει
η αλαζονία τις  ζωές κάθε θνητού,
Όπως τότε, από στρατιώτη χέρι,
έτρεξαν αίμα οι  πληγές του Θε-Ανθρώπου.
τόσες πληγές που έχουν ανοίξει, κάπου,
σ’όλα τα μέρη του Κόσμου.
Μόνο με την ψευδαίσθηση του Χριστού,
Περίμενε την Ανάσταση σου.
Με την ψευδαίσθηση, ότι θα
 γλυτώσεις την συμφορά.
Η Ανοιξη θάλθει πάλι μέσα
 από το  καμένο χιόνι, το μηδέν.
Κι ένα χελιδόνι, θα κρατήσει στα φτερά
του, το σώμα του Χριστού,
 κι΄ένα άλλο, το σώμα της Παναγίας.
Δεν τελείωσε ακόμη το ρεφρέν.
Η γη δεν γύρισε, η Κιβωτός χάθηκε.
Εμεινε καρφωμένη στον Χρόνο Εκείνο,
Όπου το ΤΕΛΟΣ έγινε ΑΡΧΗ.
Η ελπίδα έγινε όντως το Ζητούμενο.
Στο Μέλλον ήδη προτάθηκε,
από  το φίδι, τους ΙΣΧΥΡΟΥΣ,
και τους Πρωτόπλαστους:
Είτε πετάς με ίντερνετ και Κυβερνητική,
γιατί έτσι ο θεός κατέβηκε,
στη Γη αυτή τη φορά.
Είτε το δόρυ στα πλευρά
 σου για πάντα μπήκε!
ΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΟΥ.

ΣΤΗΝ ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ ΣΟΥ ΘΑ ΣΤΑΘΩ

Στην εγκαρτέρησή σου θα σταθώ,

κάτω από ενός ουρανού αυγινού

τα ανοικτήρια

κάτω από μιας ανοιξιάτικης βροχής

το γάργαρο σκέπαστρο,

θα εκλιπαρώ…

σαν από μηχανής θεός να έρθεις

την άνυδρη γη μου να ποτίσεις,

σαρωτικό κύμα ψύχους…

η μυρωδιά σου

το εντός μου να ευωδιάζει

κι ο αγέρας,

από εσένα εμποτισμένος,

αερικό θα γίνεται

τη σκέψη να νοτίζει

σαν τα κουράγια μου θα σώνονται,

σαν το συναίσθημα

μονάχο θα αφήνεται

να αφυδατωθεί

κι εγώ εκστατική

κάτω απ’ τη διάφανη ομπρέλα μου

τις κερασιές θα βλέπω

ολάνθιστες να ερωτοτροπούν,

μαργιόλικα

τα λυγερά κορμιά τους να λικνίζουν

σε κάθε ψιλόβροχο… χάδι απαλό,

δε θα δακρύζω…

παρά την ώρα της βροχής,

τότε που το νερό

στην αγκαλιά μου θα σε τρέχει

και κάθε δάκρυ

με τη δική σου αέναη ροή θα σμίγει

σαν ένα αόρατο φιλί

που άδοτο,

απόμεινε να εκκρεμεί


Συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή, «ΡΑΓΙΣΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ-Η ώρα της εξόδου»

Αφήστε την Αγάπη στην Ειρήνη της

Κουράστηκε να περιφέρεται
σαν μίγμα συναισθημάτων,
που από προκαταλήψεις και στερεότυπα,
είναι στο στόμα καθενός,..αδιακρίτως..
Κουράστηκε η λέξη άδεια
χωρίς Ανθρώπους μέσα της..
Δεν είναι απλά για να επικοινωνεί
αλλά για να Κοινωνεί...!
Βαρέθηκε τη βελούδινη κενολογία των καταγγελιών
και τη βιαιότητα των κραυγών..
Βαρέθηκε τη ''λιχουδιά'' της χειραγώγησης της
προδόθηκε απ τη γεύση..
Έμεινε γυμνή, άντυτη, η Αγάπη,
τη γδύσαμε, τη βιάσαμε, τη βασανίσαμε,
αφού πρώτα τη γυμνάσαμε στο συμφέρον.
Της πήραμε τα φορέματα, τα κοσμήματα,
τις πολύχρωμες κορδέλες της,
την Εξορίσαμε
κι ενώ Εκείνη έβλεπε τ' αστέρια,
εμείς της ''ξεσκίζαμε'' τα φτερά.
Κι όμως Εκείνη είχε την ικανότητα
να μετατρέπει τα σπασμένα κομματάκια μας
σε πολύχρωμα βιτρό..
Αφήστε την Αγάπη στην Ειρήνη της...

η επόμενη ημέρα

είναι σημαντική η επόμενη ημέρα! 
αν έχεις φάει σωστά δεν πονάει το στομάχι σου
αν δεν έχεις πιει μπόμπες δεν πονάει το κεφάλι σου
αν έχεις απολαύσει το σεχ δεν πονάει η ψυχή σου
ένα όμως είναι βέβαιο, ό,τι και αν έχεις ψηφίσει 
την επομένη μέρα θα σε πονάει

το στομάχι το κεφάλι και η ψυχή σου

ΤΑ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΑ

Αυτά τα χέρια 
τα δεδουλευμένα μπόρεσαν 
αγαθά απέδωσαν και χάρες έκαμαν τόσες
που ξέχασα πως προορισμός τους ήταν
να χαϊδεύουν το σώμα σου
Με ρωτούν τις νύχτες 
Πού να ακουμπήσουμε τώρα που δεν μας βλέπει ο ήλιος
Τι να αγγίξουμε άλλο που να΄χει ζωή απ΄τη ζωή σου
Φέρε μας το σώμα του πίσω,φωνάζουν
είμαστε άπραγα και άδεια
άδικα που ζούμε χωρίς χάδια
Αυτά τα χέρια 
διεκδικούν την αμοιβή τους
Αυτά τα χέρια 
διεκδικούν ζωή απ΄τη ζωή μου

Το νόημα της ζωής

Εάν
φύσει
δεν είναι δυνατό
μα εντελώς αδύνατο 
να ζει κανείς στη μοναξιά  
μόνος χωρίς συντρόφους
ενώ το ζην κερδίζεται
πάντα μαζί με άλλους
κυρίως με το δούναι
και με το ‘‘συμφιλείν’’,
ακόμη πιο αδύνατο
χώρια τους το
ευ ζην.

Γι αυτό,
μην ψάχνεις μάταια να βρεις,   
ποιο είν’ το νόημα της ζωής
και σύμφωνα να ζήσεις˙
δεν έχει νόημα η ζωή˙
να ζεις το νόημά της.
ΝΑ ΖΕΙΣ,
όσο μπορείς συμβάλλοντας 
στο πανανθρώπινο εμείς
και ούτω ευ πράττων
και στο δικό σου
το ευ ζην.

ΑΠΛΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Τελευταία έχω ενδυθεί τον ρόλο του παρατηρητή.
Παρατηρώ αχόρταγα τις ανθρώπινες μορφές,
στις τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ, τα μέσα μεταφοράς.
Να, τώρα κοιτάζω αυτές τις νεαρές τσιγγάνες 
που μπήκαν στο λεωφορείο μιλώντας ζωηρά, φωνάζοντας έντονα,
χειρονομώντας αναιδώς.
Βλέπω και κείνη την αυστηρή κυρία με τον κότσο που στέκεται παγωμένη
σε πρόωρη ακαμψία, κουνώντας ίσα-ίσα το κεφάλι της
με μια έκφραση οστεοπορωτικής, δήθεν αστικής αξιοπρέπειας.
Δεν της αρέσουν οι εντάσεις.
Η αυτού ταπεινότης αναζητούσε ανέκαθεν τον αποδιοπομπαίο τράγο.
Πως αλλιώς θα παρηγορήσει τον εαυτό της για την διαρκή καβάλα των ανώτερων κλιμακίων;
Δε γνωρίζω πια τί εκφυλίζει περισσότερο τα χιλιάδες άψυχα ζόμπι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. 
Η πατρίς, η θρησκεία ή η οικογένεια.
Σίγουρα ο γιος της θα αναζητά αυτή τη στιγμή τη δόση του,
σε κάποιο παρκάκι στην Ομόνοια, 
σκέφτομαι και αφαιρούμαι ξάφνου από το τοπίο
καθώς διασχίζω τον δρόμο πλαγίως
και μια τεράστια νταλίκα κινδυνεύει να με πατήσει.
"Τι συμβαίνει κοπέλα μου"; ρωτάει έξαλλος ο οδηγός. "Δεν μπορείς να περπατήσεις ευθεία;"
"Ευθεία;" τον ρωτώ κοιτάζοντάς τον με απορία.
"Προσπάθησα κάποια φορά, ατο μακρινό παρελθόν, αλλά ήταν ήδη κλειστός ο δρόμος."

ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΣ …ΘΕΡΑΠΕΥΤΕΙΤΕ

Ε….Εσείς θεραπευτές του πόνου
λησμονήσατε να μοιράσετε
τα ψίχουλα της καρδιάς σας
στους βαριά ευπρεπείς …
Το ίαμα ξεχάσατε, και το πουλάτε
σε μικρές δόσεις θανάτου
για να ξεπληρώσετε το χρέος σας
που έχετε υπογράψει με την κόλαση…
Την αγάπη δεν θα την βρείτε
στα πολυτελή μαγαζιά που ανοίξατε
στα δάχτυλα που καίγονται στον πυρετό
μετρώντας τα χρηματοκόκκαλα ασυνειδησίας
Ε…Εσείς θεραπευτές …θεραπευτείτε…
ο χρόνος τελειώνει πάνω από την αποθήκη
όταν τα αποθέματα βαριανασαίνουν…
ο φθόνος μεγαλώνει …και η αγάπη επίσης …
Μην σκοντάφτετε σε λάθος πέτρες …
Σταθείτε εκεί που το λουλούδι
φύτρωσε μόνο του στην ένωση
των δυο παραθαλάσσιων βράχων …

προς ένδειξη μεταμέλειας και ευθιξίας …

MAXH EΠΙΒΙΩΣΗΣ

Μή γυρίσεις το κεφάλι αν με δείς
να πουλώ στυλό στους δρόμους
θάναι που ήρθαν, τα χρόνια που σου έλεγα
κι έπεσαν και στους δικούς μου ώμους.

Χάρισέ μου τότε, μιάς στιγμής χαμόγελο
μιά ματιά αετίσια
θέλει κότσια σε καιρούς προσκυνημένους
να περπατάς με την ψυχή σου ίσια.

Μην κοιτάξεις τα παγωμένα χέρια μου
που θα τρέμουνε στο κρύο
θάναι που θα κοιτώ να σώσω την καρδιά μου
απ' της μιζέριας το ψυγείο.

Το μαντήλι σου μοναχά
άστο επίτηδες να πέσει
να κυλίσει μπρός στα πόδια μου
το αίμα μου να δέσει.

Το αίμα που θα χύνεται
απ' του κρανίου μου την βρύση
λόγω σκέψης που ξοδεύω, χρόνια για να βρώ
της επιβίωσης την λύση.

Ενοχή

Βάλτωσε η νύχτα στις παρυφές της αγωνίας

Έτρεχε στην τσιμεντένια άσφαλτο
όλο και πιο γρήγορα
Βραδινός προπονούμενος
Με κατεβασμένο σκουφάκι στ΄ αυτιά
Κάτω απ΄το δέρμα του η ενοχή
γλίστραγε υγρή
Πέρασε ώρα
Το χαλασμένο φανάρι άναψε ένα κοραλλί που φωσφόριζε
Σιγά σιγά το έδαφος άρχισε να βουλιάζει
Πρώτα, αισθάνθηκε δάχτυλα να αγγίζουν τη φτέρνα του
Κοντοστάθηκε
Ξεγελάστηκε πως ήταν κράμπα
Όμως ήταν δάχτυλα
Τότε θυμήθηκε τη γάτα με τα λιωμένα έντερα
που σερνόταν στο δρόμο
όταν έπεσε πάνω της με τ΄αμάξι.

Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα

Η άσφαλτος λιώνοντας σε σπείρα τον τύλιξε
θάβοντάς τον μέσα.

Έπειτα έγινε ησυχία

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης