η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Φευγαλέο (Δάρας Αλέξης)

Οριστική κάθε λέξη
κάθε κοίταγμα οριστικό, κάθε νεύμα.
Το αεροπλάνο πέρασε πάνω από την πόλη.
Ίσως να είδαν τα πυροτεχνήματα που σκάνε
είναι Σάββατο και ο κόσμος παντρεύεται
την έκρηξη,
φεύγει ο καπνός, μέσα από
παράθυρα, πλατείες έξαλλες,
μαζεύει παφλασμούς αδέσποτους,
βογκητά φωταγωγών
αλαλαγμούς αγαλμάτων
πλέκει μηδενικό στεφάνι που το φοράει
στο άπειρο εγώ
να νιώσει ένα.
Έψαξε την έξαψη
και ψάχνει
σαν αράχνη ν’ αγκαλιάσει
είναι Τετάρτη κι ο κόσμος χωρίζει
τα σημαντικά και τις κατηγορίες
γι’ αυτό το ταίριασμα πηδάω έξω
από τις εβδομάδες.
Σαν πάνθηρας ψάχνω.
Εσένα.
Συναίσθημα αναπαράστασης
της αέναης παράστασης.
Παρουσία.
Μόνο αν την προσφέρεις ίσως τη σώσεις.
Αλλιώς χάνεται…
Δώσε μου απ’ αυτό που δεν έχεις.
Αυτό που κάθε στιγμή φτιάχνεις,
το φευγαλέο που είσαι
που ποτέ δεν προλαβαίνεις να έχεις.
Μιλούν γι' αυτό με ονόματα διάφορα,
ίσως κι εσύ να το λες κάπως
κι ας ξέρεις πως αυτό που σου ζητώ
δεν έχει ακόμα όνομα.
Ξέρεις τι θέλω.
Δώσ’ το μου.

Ξύπνησα (Γκόλια Μαρία)

Ξύπνησα.

Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω.

Φυσούσε Ζέφυρος.

Όντα φτερωτά πετούσαν στον ουρανό της γειτονιάς μου

Ο Οδυσσέας , ο Ιάσωνας ,Ο Δάντης , η Αριάδνη

Τους αναγνώρισα απ΄το αποτύπωμά τους στη ζύμη

που είχα αφήσει πάνω στο τραπέζι.

Χτες ζύμωσα.Εφτάζυμο ψωμί.

Κι ενώ περίμενα η ζύμη να φουσκώσει

ξάπλωσα στην αιώρα μου ,στο σαλόνι

και ονειρεύτηκα.

ΗΤΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΕΤΕΙΟΙ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Τούτο το ασχη­μά­τι­στο πλή­θος
με τα σφιγ­μένα χείλη και τα σκο­τεινά μάτια
που σάστισε στην ήττα της επο­χής του,
κι αυτός ο ασυμ­μά­ζευ­τος λόγος
που κούρ­σεψε τον πανικό και την υστε­ρία
με δυο κραυ­γές στο φόβο του
και μια βρι­σιά στην οργή του,
χώρε­σαν ως ενοχή και ψέμα στην επό­μενη ημέρα,
αιχ­μά­λω­τοι στις αρχές και το δίκαιο της ευθύνης .

Τού­τοι οι ευρύ­λα­λοι ταγοί
με το κηρύ­κειο της προ­σφο­ράς και την τήβεννο της πει­θούς
που στα­σί­α­σαν στα κενά και τις απου­σίες
κι αυτοί οι κλη­τοί συνο­δοι­πό­ροι
που θυσί­α­σαν στην πτώση και την ανα­δοχή
με δυο κρυ­φές απο­στρο­φές
και μια φανερή συνη­γο­ρία,
υπέ­κυ­ψαν στην οφειλή και τη γοη­τεία των επε­τείων
στο­χα­στές στην παρόρ­μηση και τον μυρηκασμό.

Πεζοί και χαλ­κευ­μέ­νοι οι και­ροί
σε δοκη­σί­σο­φες σκη­νές και πρά­ξεις επι­στα­σίας
να έχει σχήμα η ζωή και η συνέ­χεια άκρη
και οι άθρω­ποι προ­βλέ­ψι­μοι
στης μνή­μης το ανά­θεμα, στην οιμωγή του οίστρου.
Χωρίς της ουτο­πίας την πλη­σμονή,
την προ­σφυγή στου ονεί­ρου την προ­φη­τεία,
χωρίς την απο­κο­τιά και τ’ ανέ­φι­κτου την τυραν­νία,
ήττες και επέ­τειοι την ιστο­ρία θα ορίζουν.

Καλέ μου ποιητή.. (Καραγκούνης Δημήτριος) 

Καλέ μου ποιητή.. Φόρεσες το ρούχο της μοναξιάς
και περπατάς ανάμεσα σε κορμιά απρόσωπα..
μόνος.. αιώνια μόνος..
Ούτε με τους ομοίους δε μιλάς. Δε θέλει κανένας
να σε δει ..
Έχεις και μια θηλιά πλεγμένη άστρα στο λαιμό και σέρνεις
το βήμα και κάθε που πατάς ρίχνεις σκόνη στα άνθη του ποδιού

Κανένας δε σε θέλει στα τραπέζια του και στη γιορτή..
Σε φράζουν και γελώντας πίνουν. Γλέντα μωρέ!

Σκυφτός συ και αμίλητος, λες και δώρισες τη φωνή σου σε κείνους
Θες να μας σώσεις ποιητή..
Χωρίς κανένας να στο ζήτησε ποτέ του ποιητή

Περιγέλασες τους βασιλιάδες και τους θνητούς και τους διαόλους ..
ουδείς κρατά εξουσία απάνω σου.. ο καιρός δε σε πιάνει
μήτε κι ο ψόφος

Εσύ! κλείνεις τα μάτια στα φτερά του περιστεριού και ξαποσταίνεις
στην αγκαλιά της δράκαινας
Και της σμέρνας
Κι όμως!
λάσπη είσαι. Λάσπη και κόκαλα και αίμα

Ποιος δεν έψαλε λόγια δικά σου Ποιητή..
βρες μου μονάχα ένα κι αν τον βρεις ρίξε
ανάθεμα στη Μούσα και κάψε!
κάψε τους ναούς της συθέμελα ..
και πάρε!
πάρε το δρόμο της γιορτής..

Πατρίδα των καιρών 34-35-36 (Δουατζής Γιώργος)

34.
Τύψεις που δεν αντέδρασες
όσο και όταν το καλούσαν
οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές
Η μη αντίδραση βαριά συνενοχή
άσε το «πού μας φτάσανε»
«πού και πώς φτάσαμε»
να αναρωτιέσαι. Και τώρα
τάχα ώριμος
λες, λέω πάλι και ξανά
πως δεν μετείχα, δεν μετέχεις
άρα δεν φέρουμε κανένα ίχνος ενοχής
Μα τότε, πώς κατάντησε
ζητιάνα η πατρίδα

35.
Πολλά, τα περισσότερα
δεν άξιζαν το χρόνο
τη σκέψη, το συναίσθημα
και τη μοναδική ζωή μας
Ζωή λιτή κι ανάλαφρη
λάθη και ενοχές στη λήθηόσο πιο λίγα έχουμε ανάγκη
τόσο πιο λίγα αναζητούμε
εκτός από αξιοπρέπεια
ελευθερία και αγάπη

37.
Πότε θα γυρίσεις την πλάτη
στις ψεύτικες ανάγκες
πότε θα πάψει η αφέλειά σου
να παράγει τον πλούτο άλλων
πότε η περήφανη διαφυγή
από την υποθήκευση ολόκληρης ζωής
σε έγχρωμες κάρτες
Πόσος αγώνας χρειάζεται
να βρεις κρυμμένη στα ελάχιστα
την ευτυχία;

ΖΙΓΚΟΥΡΑΤ (Β.Α.)

κι οι ψευτοήλιοι μες στις λάσπες των αβύσσων σβήνονται.
όπου οι δόξες σκόνη γίνονται
στην άχρονη τη διαρκή την επανάσταση
Προσμένοντας ακόμα τη νέα ανάσταση

γράψαμε το "αγαπάτε  αμάχαιρα αλλήλους"
και με τεχνόγυφτων θεομπαιχτών τους κραματ-ύλους
με του χαμού τα απλά επιχειρήματα
Με ρήτορα και λάκωνα τα ρήματα

που οι τελευταίες μαρμαρώσαν οι ελπίδες μας.
στις αλησμόνητες τις ψυχικές πατρίδες μας
λιγόλογο σαν ένα τηλεγράφημα
Να στείλουμε δακρύβρεχτο ένα γράφημα

για να φανεί απ’ το μεγάλο δρόμο.
το γέρο περιμένοντας τον ταχυδρόμο
και σαλιωμένα με τη σκέψη ιδεόσημα
Κολλήσαμε απάνω στους χαρτόχρονους καιρόσημα

ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ (Φιλελές Δημήτρης)

Όσοι προσμένουν να σωθούν κι ελπίζουν σε προστάτες
χωρίς σανίδα ναυαγούν και τρέφουν αυταπάτες

σε χίμαιρες ακροβατούν μοιραίοι σκοινοβάτες
διέξοδο αναζητούν τυφλοί λαθρεπιβάτες

γυμνοί στ' αγκάθια περπατούν, στα πόδια αλυσίδες
στον ουρανό που προσκυνούν σμάρι πυκνό ακρίδες

όνειρα ζουν απατηλά που η μέρα τα σκορπίζει
πύργοι με τραπουλόχαρτα που ο άνεμος γκρεμίζει

όποιος σημεία των καιρών δεν ξέρει να διαβάσει
πηγή δε θα 'βρει για νερό να πιει να ξεδιψάσει

αν δεν σταθεί στα πόδια του τη μοίρα να ορίσει
μια πέτρα δένει στο λαιμό στο χάος να κυλήσει

παραμονεύουν στις γωνιές σωτήρες με παγίδες
δόκανα στήνουν και θηλιές, λεπίδια και τσιμπίδες

όποιος γυρεύει να σωθεί στιγμή δε γονατίζει
της φυλακής του το σκοινί στα δόντια ροκανίζει

το δρόμο παίρνει της φωτιάς στο φως το αγιασμένο
και στο θηκάρι της καρδιάς σπαθί ακονισμένο

στο ξάγναντο της λευτεριάς ατρόμητος τροχάζει
τ' άλογα του γερο-βοριά τ' αδάμαστα δαμάζει.

από την ποιητική συλλογή «Θρ…ίαμβοι και Απώλειες», Οκτώβρης 2018

Πύρρειος Νίκη (Μαντλίν)

Μα σα κινδυνεύσεις
να βγεις νικητής
τη ροή του φθόνου,
μη φοβηθείς
που κατάσαρκα
θα χυθεί, σα τη λάβα!
Την ξέχωρη Τέχνη
σπαθιά κοφτερά τη στοχεύουν...
Τα πλευρά να φυλάς και την πλάτη..
Ειν' πανάρχαια η βουλή των χολωμένων
τις αντρίκειες νίκες,ψογερά να κοιτάζουν!!
Ήχους γαληνούς ν' αναδεύεις..
κάθε που την ψυχή σου..
κακουργούν οι μωρολόγοι..!
Μπροστά ακλόνητα να κοιτάς
με τρανές αρετές ν αντηχάς..
Μη σκιαχτείς απ' τα σκιάχτρα..
ξέχωνε τα, μη σαπίσουν και τ' ανθια..
Είναι Νίκη Διπλής Αξίας
Με Σοφία την Πλάνη να Ξεπλανάς......!

Πρώτη ποιητική αγρυπνία στη Φάμπρικα

Την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου, στις 9:00μμ, θα λάβει χώρα ποιητική αγρυπνία στη "Φάμπρικα-τεχνοχώρος", Μεγάλου Αλεξάνδρου 125, στον Κεραμεικό. Ξεκινάμε το φετινό κύκλο ποιητικών αγρυπνιών με αφιέρωμα στους ποιητές και ποιήτριες της ομάδας "ποίηση στην εποχή της εκποίησης", που ακροβολισμένοι στους άμβωνες και στα υπερώα θα γεμίσουν το χώρο με φρέσκια και ζουμερή ποίηση. Όσοι πιστοί και άπιστοι προσέλθετε. Μπορείτε να φέρετε και ποιήματα μαζί σας, δικά σας ή άλλων, γιατί όσο βαθύτερα μπαίνουμε στην ποίηση τόσο το πράγμα ανοίγει...

ΣΤΟΝ ΗΡΙΔΑΝΟ (Νασόπουλος Νίκος)

Στον Ηριδανό
ένα βράδυ,
σε συνάντησα
και
με τη ματιά σου,
σάστησα

τ'άλλο βράδυ
τ'άστρα όλα,
κυνηγήσαμε,
τον Κεραμεικό,
αφήσαμε

στη μεγάλη Άρκτο
περπατήσαμε,
στον Περσέα,
σεργιανήσαμε...
κι όταν σβήσανε
τα άστρα
κατεβήκαμε,
στ΄Άρμα του Φωτός,
δεθήκαμε

τ'απογεύματα
τα άνθη
εμετρούσαμε,
πόθους
και φιλιά,
ζητούσαμε

και τα βράδυα,
σ'ουρανούς,
μαζί πετάγαμε,
ξενυχτάγαμε.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ (Βελούδας Πέτρος)

Στων ματιών την καταιγίδα,σπίθες
έρωτα ξυπνούν,δεν φωτίζουν τα
δωμάτια,που ανασαίνουν ευτυχία
όλα κρύβονται στις απογυμνωμένες
αισθήσεις,όπως αυτές εκφράζονται
με φιλελεύθερη ηδονική προδιάθεση
στη στιγμή της εικονικής περιήγησης
στον κόσμο των σωμάτων...
Χάδια που φεγγίζουν σαν
λυχνοφάναρα,πρόσωπα που
μεταμορφώνουν τους πόθους
σε διεκδικήσεις,κάτω από τον
μεθυσμένο χαμογελαστό ήλιο
ζούν τον έρωτά τους ανθισμένες
ψυχές,λουλούδια που μοσχοβολούν
έρωτα,καθισμένα στις αυλές των
φεγγαριών...
Σπίθες αγάπης φυτρώνουν
το φιλί σαν κατακτούν το
αντικείμενο του πόθου,με
όποιο τρόπο ως ένα ιδανικό
ερωτικό ηλιοτρόπιο!...-

ΡΑΦΤΗΣ ΣΥΓ ΚΎΡΙΩΝ (Μιχαλόπουλος Γεώργιος)

Επιδι...ορθώνω χαμηλά αναστήματα λόγω αδυναμίας χαρακτήρων,
διορθώνω ηθικές ατέλειες και μαντάρω αμαρτήματα.
Κόβω άκομψα πάθη και ράβω ανοιχτές πληγές,
πλέκω εγκώμια ανθρωπιάς με γνήσιες κλωστές συνείδησης.
Παίρνω μέτρα αποφυγής των καταχρήσεων,
σχεδιάζω πρωτοποριακά σύνολα βραδινής περιπλάνησης των αισθήσεων.
Ράφτης αξιοζήλευτων προδιαγραφών,
υπηρέτης της κομψότητας των λεπτομερειών,
ευφάνταστος καλλιτέχνης με πτυχίο γνήσιας αισθητικής.
Απευθυνθείτε στο γ...ραφείο μου για μία ολοκληροερωτική μεταποίηση των ρούχων της ψυχής σας.
Δεκτή η πρόβα νυφικού για ανύπαντρες ορμές και ηλικιωμένες επιθυμίες.
Ράφτης συγ κυρίων με σημασία στο λεπτό γούστο και περιφρόνηση στο χοντρό πορτοφόλι.
Σας περιμένω να σας γνωρίσω τον καθρέφτη της ψυχής μου.
Σας βλέπω όμορφες,δίχως τα ελαττωματικά χαρακτηριστικά του σώματος σας.
Ερωτευθείτε την τέχνη μου να ντύνω με κατάλληλες λέξεις γυμνές εμπνεύσεις.

Άφρινο φιλί (Πλευριά Δέσποινα)

Δεν ήθελα να παίξω μαζί σου σαν την Αφροδίτη
που έπαιξε ξένοιστα με τον Νηρίτη της στη θάλασσα
Σαν θα 'ρχόταν η ώρα να φύγω, όπως για την
Αφροδίτη ήρθε η ώρα να γίνει θεά, θα ήταν 
να σ'αφήσω πίσω αιώνιο παιδί όμως εγώ
θέλησα να σε εκτινάξω μπροστά, να φύγεις να
γίνεις και συ θεός. Γιατί εσένα δεν σου
έπρεπε η τύχη του ακίνητου κοχυλιού
κι εμένα της μάγισσας.

ΖΩΉ ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΌΝΕΙΡΑ (Χατζηγιάννη Έλενα)

Σ' ένα κλουβί αν κάποτε θελήσεις
να με χώσεις,
το πνεύμα μου ανήσυχο
θα φύγει να πετάξει.


Χρυσό ή πλατινένιο το κλουβί,
σε μένα αδιάφορο.
Θα ψάξω για τη σχισμή
για να γενώ δραπέτης.

Τον ουρανό να δω ξανά!
Τα σύννεφα με τα όνειρα ν' αδράξω!
Φτερά; Τα 'χω πάντα μαζί μου!
Τη φορεσιά του Ίκαρου
θα βάλω ευθύς αμέσως!

Και σαν με δει ο ήλιος ο καυτός
"Φύγε μακριά μου!" κι αν θα πει
"Μη θέλεις να σε κάψω ζωντανή;"
κι αν με ρωτήσει
Εγώ πάλι θα πάω!

Με το απερίσκεπτο του νέου
της ψυχής μου θ' απαντήσω:
"Εμένα δε με μέλλει!
Τη ζέστα σου ας νιώσω μια στιγμή
κι ύστερ' ας πεθάνω!

Τι να την κάνω τη ζωή
δίχως τη λευτεριά,
τα ονείρατα,
τα θέλω τα δικά μου;

Ενώ έτσι...
κι αν καώ...
θα μείνω στην Ιστορία
ως Ηρωίδα Αθάνατη!

Θα 'χω να λέγω τότε εγώ
πως είμαι η μοναδική θνητή
που άγγιξα τ' Όνειρο μου.

Κι ας ήταν το φιλί τ' ονειρικό
η μόνη αληθινή ζωή.
Δώρο...
απ' τον θάνατό μου! "

Άδυτο (Μουλού Δώρα)

-Για τους φίλους-
Καλλιτέχνες δερβίσηδες.
Κουρασμένες ζωές,
γαλουχημένες με αναμονή.
Μυρωδιά φορμόλης
στη σαπίλα της επανάληψής τους.
Όνειρα ίδια, άχρωμα,
δάκρυα κρυσταλλιασμένα,
γέλια μουδιασμένα:
της ευγένειας, της θλίψης, της μανίας.

Καλλιτέχνες για τους λίγους.
Μικρές ζωές περιορισμένες,
μικρά οράματα ξεπερασμένα,
θαύματα νεκρά.
Καθένας ένας μάγος στα θρανία,
μια πληγή στον κόσμο.
Χαμένες ζωές. Φυλακισμένες.
Τα νύχια σπάνε πριν από το τζάμι.


Ποιο το όφελος και η ζημία;

ΛΕΡΩΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (Μικέλης Αντώνης)

Στα χρόνια που ταξίδευα στην άπλα της θαλάσσης,
κατράμι, αρμύρα και μπογιές το σώμα μου γεμίσαν,
λιμάνια, νύχτες ’ξωτικές και οι χαρές της πλάσης,
τον έρμο κήπο της καρδιάς με πάθος πλημμυρίσαν.
Και πότιζαν, σαν φύτρωσε των πεθυμιών το δέντρο,
που μες στα φυλλοκάρδια μου απλώνει τα κλωνάρια,
χώνει τις ρίζες του βαθιά εις της καρδιάς το κέντρο,
σαν ψάχνω για τη συντροφιά, στα κόκκινα φανάρια.
Ματών’ η ρίζα την καρδιά φωτιά πετούν τα φύλλα,
και οι καρποί λερωματιές με τίποτα δεν βγαίνουν,
για να τους κόψω προσπαθώ, με πιάνει ανατριχίλα,
και σαν κοπούν σαπίζουνε μα τα σημάδια μένουν.
Στο σώμα τις λερωματιές τις έβγαλα με νέφτι,
μα της καρδιάς δεν βγαίνουνε βαθιά έχουν ριζώσει,
ένα αστέρι ξέκοψε στον ουρανό και πέφτει,
και καρτερώ της λύτρωσης αυγή να ξημερώσει.

Ανόστρου Κάσσιο* (Αρματά Ιώ)

Μιλώ στον κόρφο τον ψηλό μεσά στο supermarket
του κλαίω για το φορολογικό και τις γεμάτες κάρτες
τις  παίζω μες τη χούφτα μου σαν να’ ναι μαύρες χάντρες 
και ορέγομαι τον πλαγιασμό των ζόφων της βιτρίνας
αλλαντικά κι ωραία τα πουλερικά, τυριά, παστά και κρέατα
κορδώνουν την κοιλίτσα μου σαν πέτσινο ταμπούρλο                                                         

Ζητώ απ’ την καλλίγραμμη δυο φέτες με σαλάμι
Μου δίνει την λυπητερή και με κοιτάει με πλάνη
Της λέω για τη σύνταξή και τις βουλές του Τσίπρα
μ’ απλώνει με τα χέρια της δυο κεφάλια ξύγκια                                                              

«Για σούπα, κρεατόσουπα» μου γνέφει  και γελάει
Ευχαριστώ Μιλαίδη μου, σας βρίσκεται μήπως, τυχόν
και δυο κιλά μυζήθρα; Με σφίγγει το στομάχι μου
μονάχα με τα ξύγκια. Κι η σούπα· η καλύτερη
δίχως νερό και αλάτι, δεν πήζει βρε κυρούλα μου
άμα χρωστάς και νοίκια. Συγνώμη για τα θάρρητα
βαστώ και την ουρά μου, πηγαίνω και ξανάρχομαι σαν έρθει η σειρά μου.                                                                                                         

Στυλώνω τα ποδάρια μου ξοπίσω απ’ το καρότσι
το σπρώχνω προς το διάδρομο εκεί που πάνε όλοι
Ανάθεμα τις βιγκενιές και τη χορτοφαγία
Πότε  γαμώτο ακρίβυνε της μπάμπος το φασόλι;
Θα πάρω το γιαούρτι μου που λήγει κάθε τόσο  
και ανάθεμα για χρήματα αν πρέπει να σκοτώσω                                                  


Τρολάρω στην ταμειακή την μπροστινή κυρία
με φίσκα το καλάθι της μου δίνει τη σειρά της
ρολάρω το καρότσι μου και βγάζω την πραμάτεια
δυο γιαούρτια στραγγιστά, δυο φέτες με σαλάμι
και σπρώχνω μπρος στα φανερά τα ξύγκια, τη μυζήθρα
μου ρίχνει μια βουλιμική ματιά η σάπια η ταμίας 
«Μου τα δωκε η Μιλαίδη μου, ρωτήστε την αν θετε»
και αρπάζω μες την αγκαλιά και χώνω το πεσκέσι
του μπίγει αυτή τα νύχια της, σαν βρέφος το κρατούσα
και ακούω ένα τιτίβισμα να κρώζει για βοήθεια
“Security! Security!”                                                                       
το show off

- Μάλιστα. Μήπως να κάναμε καιρό, τη σούμα να πληρώσω            
και για τα δυο σαλάμια σας ό,τι έχω να τα δώσω;
- Μα πώς; Και τα γιαούρτια σας;
- Αυτά είναι απ’ τα ληγμένα
- Ναι αλλά τα διαλέξατε και τα’ χω μετρημένα
- Ωραία, στα χαρίζω αυτά. Πόσο έχουν να στα δώσω
- Μα δεν τα θέλω Κύριε, παλιά και ξινισμένα
- Τον Μπράβο τι τον έφερες; Πώς θέλω να θηλάσω;                                           
- Να δώσεις τα στοιχεία σου, να κάνει τη δουλειά του
- Θα πάρει δυο απ' τ' αρχιδία μου να βγάλει τα μισθά του
Τι με κοιτάς και χαίρεσαι; Θα έρθει κι η σειρά σου
Να δω άμα βγεις στην σύνταξη που θα' ναι τα βρακιά σου.
Και βγάζω τις τιράντες μου,γλιστράει το παντελόνι                                                          
γουρλώνει αυτή τα μάτια της, μπρος το τραχύ μου πόδι

Ε, μα δεν άντεξα και εγώ. Πριν πάει να φωνάξει
βουτάω τον λαιμάκο της τον μοσχοαναθρεμμένο
κι όσο και αν την λυπήθηκα που ξέπνοα κελαηδούσε
την έσφιγγα τα χέρια μου κι ας με παρακαλούσε
 “Security! Security!”                            

*Ανόστρου Κάσσιο:: «το δικό μας τυρί» στα βλάχικα

SIRNTANIA (Καραγκούνης Δημήτριος)

Αποσπάσματα ...
- Πού είσαστε φτωχοί μου σύντροφοι και έχω απομείνει μοναχός μου?
- Χορταριασμένε τόπε.. στείρε! Οι σύντροφοι σου έκαμαν παιδιά και έχουνε φύγει από χρόνια τώρα.
 Μονάχος σου γελάστηκες και ξέκαμες τα πάντα, ρίχτηκες στις ηδονές και ξέχασες τον όρκο.
 Κοπάδι γκρεμίστηκαν οι Ερινύες από τον Ελικώνα και οι Μούσες σου γύρισαν την πλάτη.
 Καρτερείς το τίποτα με την ψυχή στόμα και αυτό είναι καταδίκη σου και ορισμός.
 Το μέτωπο παράτησαν, ξεδίψασαν την δόξα. Έχουνε βόδια και έχουνε περβόλια να κοιτάξουνε.
 Οι πανοπλίες κρεμάστηκαν στον τοίχο η αξίνα το σκεπάρνι το υνί ήτανε ποιο αναγκαία στο άλογο έζεψαν σαμάρι αλετριού. 
Το κορμί του σιταριού σπούνε στην πέτρα.
- Δεν έχει ήλιο εδώ , ουρανό δεν έχει. 
Τα πλοία όλα χάθηκαν ο αρχηγός απόθανε οι άντρες πεινούν, τι πρέπει να κάνω ?
- Του μοσχαριού το κέρατο ανέμισε σαν σπάθα, υστερνό του γύρισμα στου λεπιδιού την χώση… 
φέρσου σαν ήρωας! τούτο σου απόμεινε μονάχα...

OIKONOMIA-ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (Μιχαλόπουλος Γεώργιος)

Οι τρείς εύθυμες χήρες των Μνημονίων,
κόρες των θεσμών,ανηψιές των τοκογλύφων.
Ατυχήσασες στον γάμο με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα,
κάνουν βίζιτες σε δανειστές,
πεζοδρόμιο στις Βρυξέλλες,
τι κρίμα να χρεοκοπήσουν τα νιάτα τους,
μια χαρά κοπέλες.
ΠΡΟΣΟΧΗ 
Στην επικείμενη κηδεία της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ,~θεός του καπιταλισμού σχωρέστην~,
θα επιτραπούν καταθέσεις στεφάνων μέχρι 60 τριαντάφυλλα.
Απάνω μου είχα πάντοτε,στην τσέπη καλά κρυμμένο,
ενα παλιό χαρτονόμισμα,της δραχμής αγαπημένο.
Οι τοκογλύφοι σκότωσαν γενιές για να το πάρουν,
μα τελικά τους έχεσα,
κοντεύουν μαζί μου να σαλτάρουν.
Σ έχω κάνει ευρώ,
μια φορά να σε βρώ,
στο πορτοφόλι μου πίσω,
σ έχω βάλει σκοπό να σου πώ μετρητό,
θέλω να σ αγαπήσω.
Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντος κόκκος άμμου
στην απέραντη Σαχάρα του Ρομαντισμού.
ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΟΣΟΥΣ ΥΠΟ ΦΕΡΟΥΝ ΖΥΓΟΝ
Το κράτος οδηγεί την χώρα στην χρεοκοπία,
όπως η νύφη τον γαμπρό σέρνει απ το πρώτο φιλί στην εκκλησία.
Πότε θα εκδοθεί το διαζύγιο μνημονίων?

ΣΕ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (Γερογιάννης Γιάννης)

Σε σας μιλώ, που δε σας φτάνει το ψωμί
σε σας, που ξεπαγιάσατε
σε σας, που σας το κλέψανε το Δίκιο και λουφάξατε.
Σε σας μιλώ, που τρέμετε τα φώτα και τους ίσκιους
που είδατε το αίμα και ουρλιάξατε
Ανίκητο θηρίο ο φόβος και δε νικιέται
με φωνές και με γαβγίσματα.
Στο σπίτι, αμπαρώσατε το σύρτη
και κλείσατε γερά και την αυλόπορτα.
Σηκώσατε παντιέρα μ’ υπομονή και σύνεση.
Αδράξατε τη μέρα και σε μια χούφτα ήλιο,
συνάξατε απόσταγμα και συμβουλές για επιβίωση.
Αδιαφορείτε όμως, για το φόβο των γειτόνων σας
λες και ο ήλιος, σταματάει στο κούτελο της μάντρας σας
οι νύχτες άγριες, σας ξύπνησαν
του σκύλου τα γαβγίσματα
και κάθε μέρα καταπίνετε, λυγμούς και ταπεινώσεις.
Θεριό ανίκητο ο φόβος
κι άμα δε ρίξεις τουφεκιά, σε σημαδεύει.
Τη θέση τη δικιά μου, δεν επήρατε
μέσα στα αγκάθια, κοντά μου δε βαδίσατε.
και το κεφάλι σκύβετε, γεμάτο ταπεινώσεις.
Σκυφτός λαός, θα ζει στης καταφρόνιας την ταπείνωση
κι ο θαρραλέοι στους αιθέρες και τα νέφη
με Λογική οι άνθρωποι εργάζονται
και σβήνουνε τους φόβους και τα ψεύδη.
Να σημαδεύετε το φόβο, κατακούτελα
και στην καρδιά, αντί για φόβο,
Βάλτε την Ελπίδα.

ΑΦΙΞΗ (Δάρας Αλέξης)

Καλώς ήρθες στο φως!
Έκανες μακρύ ταξίδι ως εδώ
μα είναι εδώ που αρχίζει το ταξίδι.
Κυλίστηκες στα υψίπεδα της παιδικής σου ηλικίας.
Συνουσιάστηκες με τα σχήματα και τις μορφές.
Κολύμπησες στις βάθρες των συννέφων.
Μίλησες κι άκουσες, έδειξες κι είδες, πρόσεξες.
Εδώ μπαίνει η τελευταία ψηφίδα
στο τοπίο σου
πρώτο κομμάτι ενός νέου ψηφιδωτού.
Είναι όλα ιστορικά ήδη!
Καλπάζεις πάνω στης ερήμου το κορμί
που απ’ τους μαστούς της βύζαξες
κι έρχεσαι στο χωριό των φίλων.
Καλώς ήρθες!
Είμαι ο εαυτός σου.
Καλώς βρέθηκα!
Στον ίσκιο του δέντρου
πώς ευχαριστιέμαι τον αέρα που ανασαίνω
μέσα στο βυσσινί παλλόμενο ουρανό!
Είμαι ένα μ’ αυτό τον ουρανό της ειρήνης
τον έτοιμο να δεχθεί σμήνη αγγέλων
και ν’ ανθίσει λιγωμένος από ευγνωμοσύνη.
Γύρω πλαγιές, κοίτες, μονοπάτια...
Τι ξεχωρίζει αυτό απ’ το άλλο κι από μένα
σα νιώθω την ομορφιά
που βρίσκεται πίσω τους, την ολόκληρη;
Το φως που ξεπετιέται από παντού
σε πίδακες, το φως που βλέπει
τους ήχους που με ακούν και με οδηγούν.
……………………………………………
Μια θάλασσα βυθίζεται μέσα μου.
Μια θάλασσα επιπλέει στο φως σου.
Θεέ μου...
Πάντοτε έτσι ήταν και δεν το ’βλεπα;

ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΕΑΥΤΩΝ (Β.Α.)

Γυμνά  κλαριά
κρυοπλαγιές
ντυμένες στις ομίχλες
όπου γιρλάντες τις φορούν
ποδόγυρους τις βάζουν
σαν σκόρπιες και αργόσυρτες τα λάγκαδα ανεβαίνουν
ψηλά να φτάσουν
τις λευκές κορφές να κατακτήσουν
ψηλές και φεγγαρόφωτες και κορφοανταριασμένες.
Μες τον καθάριο φωτεινό τον καθαρόχρυσο ήλιο
που κάνει χιόνι ολόασπρο λευκότερο ακόμα
δώρο του γέροντα Αντριά*
στη γέννα του Χριστού μας
και στράτα για το έλκυθρο καλόκαρδου Αϊ Βασίλη.

Κι όλα μιλάν μες τη σιωπή την παραπονεμένη
ξερολιθιά και χωραφιές
σχολειά και εκκλησούλες
και σπίτια έρμα
σφαλιστά
που δε θ’ ανοίξουν φέτος
παππάς να διάβει να ευχηθεί και να ξεπαγανίσει
με του Σταυρού το νήστεμα
Φωτών τα ουρανοίξια.

Απόρφανος
και πάντερμος απόμεινε ο τόπος
σαν τα ζερβά
που συντροφιά το γυαλοπάι* έχουν
κι  αητό λεβέντη των βουνών 
νυχοκρουσταλιασμένο
και μία θλίψη εκστατική
στ’ αγνάντεμα αφήνουν
στης χειμωνιάτικης καρδιάς την νεφελή εσπέρα.

Γενεές διαβήκαν
από δω
μέρες περάσαν χρόνια
σε τούτα τίμια τα φτωχά του χρόνου τα καγκέλια.
Με τ’ άστρα της ανατολής
μ’ αστερισμούς της δύσης
φεγγάρια καλώς ώρισαν
τους ήλιους χαιρετίσαν
την ταπεινή της Βηθλεέμ θυμιάτισαν ψυχή τους
σ’  ένα απέριττο λιτό  παλιό εικονοστάσι
λευκές πατώντας χειμωνιές
σε μάγων πάνω αχνάρια.

Με γέρικο καματερό τον τόπο τους οργώσαν
κακοχρονιά σαν τύχαινε
και σκούρτισμα* πολέμου
του χάροντα οι θερισμοί
των δυο λοιιμών οι γέννες.

Κι αντριωμένοι έζησαν κι ακρίτες
προσδιαβήκαν
φύλακες
άγιων αξιών της ιερής πατρίδας.

Μα άπληστο το ανθρώπινο
και φιλαργυροφίλο
και τ’ αργυρίου η τιμή ανέντιμο το κάνει
όπου σεβάσμια πατεί
ιερά τα βεβηλώνει
για της υπερηφάνειας την ματαιοδοξία

που ’στειλε τους απόγονους
σε πόλης καλντερίμι
να τριγυρίζουν
στα χλωμά τα βουερά σοκάκια
αιχμάλωτοι της σκέψης τους
πολιτισμού τα θύμα
ως να χαθούν
να ξεχαστούν
αγάλια για να σβήσουν
μες σε τσιμέντα ανάνθιστα
και σε μουντά μπαλκόνια
δίχως ποτέ να ξαναδούν της γέννας τους τον τόπο
των λωτοφάγων πια οι γιοί
της Χάρυβδης οι κόρες

Αντριάς*       =  Δεκέμβριος
Γυαλοπάι*    = Ανήλιος παγετός
Σκούρτισμα* = Λαχνός, κλήρωση

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης