η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Αλίμονο (Δημήτριος Καραγκούνης)

Αλίμονο και μη σε νοιάζει
οι φύλακες είναι μιλημένοι μου και έχουν το μαύρο μας
μες την φωνή
έλα εδώ και μη σε νοιάζει
είναι η χαρά ζωή μας και φιλί αιώνα

Γλάρος (Θώμη Μπαλτσαβιά)

Είμαι ένας γλάρος...ένας γλάρος που ελεύθερα πετά...ο ουρανός είναι δικός μου...σπίτι μου τα σύννεφα να ξαποσταίνω...να κρύβομαι από την ασχήμια του κόσμου...να ονειρεύομαι...
κρεβάτι μου η θάλασσα και φίλοι μου τα κύματα...τους καημούς μου κρύβω στις αναδιπλώσεις τους και τα μυστικά μου εξομολογούμαι ..
Είμαι ένας γλάρος...ανοίγω τις φτερούγες μου και πάω κόντρα στους ανέμους...δε με τρομάζουνε καιροί μήτε εσύ με τρόμαξες....
βλέπω τα πάντα από ψηλά..σαν θελήσω τις πληγές μου να γλείψω..πιάνω απόκρυμνους γκρεμούς ...εκεί κοντά σε αητοφωλιές σε θυμάμαι...
είμαι ένας γλάρος κάτασπρος...δεν με λέρωσε τίποτα...ακόμη τα μάτια μου γυαλίζουν και λαίμαργα τον κόσμο θωρρούν...
έχω ψυχή παράξενη που δεν κατάλαβες ποτέ...
σαν θέλω να κλάψω πηγαίνω και τρυπώνω στη γραμμή του ορίζοντα..περιμένω τον ήλιο να κάνει τη βουτιά στου δειλινού τη δόξα και μαζί του βουτώ ...εκεί σε βλέπω πάλι...
με τη βροχή βαφτίζομαι...αυτό που δεν έμαθες ποτέ πως είμαι...
είμαι ένας γλάρος...πληγωμένος μα περήφανος..βάζω ηλιαχίδα στην καρδιά μου και πετώ ξανά...κι εκεί που πάω δεν υπάρχεις...

Ευκαιρίες… (Ελένη Σέττα)

Μια μέρα, ακόμα, στο τεφτέρι 
κι όλο ζυγώνει καλοκαίρι, 
ο ήλιος άρχισε να καίει, 
μα η καρδιά ακόμα κλαίει.
Πολλοί οι «παπάδες» στη τιβί, 
μ’ ακόμα η εικόνα είναι θολή 
κι αυτή, η μαγική, η λύση, 
κάπου αλλού έχει κολλήσει.
Άδειοι οι κάδοι, από σκουπίδια, 
παντού καημός κι αποκαΐδια,
σκηνές π’ ατάκτως είν’ ριγμένες, 
ψυχές, ποντίκια, στοιβαγμένες.
Τι κι αν ανθίζει το χορτάρι 
κι η ανθρωπιά, με το καντάρι, 
ο πόλεμος καλά κρατεί, 
παντού το χρήμα διοικεί.
Πονά η καρδιά στο στήθος μέσα, 
ο άνθρωπος δεν έχει μπέσα, 
λυμαίνεται την δυστυχία, 
η συμφορά είν’ ευκαιρία.

Πορφύρωμα ζωής (Γιώργος Αλεξανδρής)

Κι όσο τα χρόνια πλήθαιναν
με μιαν ανελέητη ευκολία και σειρά
και στένευαν οι αλλότριες κι ασύμμετρες εποχές
σε μια άκληρη, απρόσωπη εφημερία
κι έναν ανώριμο και μακάριο εφησυχασμό,
λιγόστευαν τα όνειρα και οι προσδοκίες,
μίκραιναν οι ελπίδες και οι αναμονές
κι οι μέρες ασύνταχτες και δίχως τελειωμό,
δυσοίωνες γλιστρούσαν στη δυσθυμία και την ενοχή.

Κι όσο οι νύχτες αιμορραγούσαν
κενά ψυχής και απουσίες οραμάτων
σε κρυφούς καημούς κι επώδυνες ομολογίες,
αν και η φαντασία σμίλευε σεμνές συνωμοσίες,
αφουγκρασμούς ουράνιους κι επίγειες ανταμώσεις,
απαντοχές ευδόκιμες κι αρμένισμα ευτυχίας,
πέζευε η ζωή χλωμή στου νου τα σταυροδρόμια,
αβάσταχτη συνήθεια σε δόγματα και ρήσεις,
ανάγνωση ρηχή χωρίς προγνώσεις κι αποδράσεις.

Κι όταν η σύνεση ψηλάφησε
την ομορφιά της αρετής και την τελείωση του ήθους
στην αναστάτωση της ψυχής και την πυρπόληση της μνήμης,
στο στέγασμα της μοναξιάς και της  τελετουργικής σιωπής,
συστοίχισε τα καθημερινά με στοχασμό και βλέψεις
στον έρωτα και το σεβασμό μ’ αισθήματα αμοιβαία,
συμμάζεψε τα χθεσινά, τα υψιπετή και σκόρπια
απ’ τ’ άγια σεληνόφωτα και τις αστροφεγγιές τις πλέριες
για το κοινό  κι ανέφελο πορφύρωμα της ζωής.

Ουράνιο Τόξο (Ανδριάνα Μπιρμπίλη)

Πιάσε το χέρι μου να σηκωθείς
και δώσε μου το τόξο,
θα γίνει το πινέλο μας,
με αυτό και λίγο χρώμα,
θα χρωματίσουμε τον κόσμο.
Είναι μία μπόρα θα περάσει,
και ύστερα θα φανεί,
το πιο όμορφο ουράνιο τόξο.
 Θα τρέχουμε με τα παιδιά,
ξανά στις γειτονιές,
 και το φιλί θα έχει
την γεύση από δυόσμο.
Κοίτα τον ήλιο πώς χαμογελά,
αυτός μονάχα ξέρει,
να φέρει στις καρδιές μας,
πάλι το καλοκαίρι.
Θα κελαηδήσουν πάλι τα πουλιά,
θα ανθίσουν τα λουλούδια,
και εμείς θα τραγουδάμε,
χαρούμενα τραγούδια.

Στροβιλισμός (Δημήτρης Κουρκουμέλης)

Δημιουργία μας, οι λέξεις

Πρόσεξε τι θα πιστέψεις.

Ό,τι έχει φως δεν είναι ήλιος.

Με Το Λόγο, φανερώνεται η λογική μας,

Μα κρυμμένες οι προθέσεις της ψυχής μας.

Ορίζουμε τις επιλογές

που μας ορίζουν.

Οι χαρακτήρες μας καθορίζουν.

Ρολάκια παίζουμε,

σε παρωδία.

Κρύβοντας με άνεση

την τραγωδία στην κωμωδία.

Ενέσεις μας οι ανέσεις μας.

Φιλτράρονται οι σκέψεις μας.

Όλες οι υποθέσεις

αφορούν τις ορέξεις ,

Διαστρεβλώνονται οι σχέσεις .

Αναθεωρημένες απόψεις

Βελτιωμένες  αποδόσεις

Τρέχα να μη νοιώθεις.

Σα Δερβίσης του σύμπαντος,

ο στροβιλισμός μιας μαύρης

τρύπας,

που καταπίνοντας τα πάντα,

ενώνει το τίποτα με όλα.

ΦΛΟΓΑ (Χριστόφορος Τριάντης)

Έτσι είναι οι άνθρωποι :
τις νύχτες με βροχή
αφήνουν τα παράπονα 
και τις στάχτες αναδεύουν ,
δίχως να βρίσκουν φλόγα.
Έσβησε  –κάπως- νωρίς
στα θέατρα και τις λεωφόρους.
Ούτε φρυκτωρία έγινε
στις κορφές,  
ούτε φώτισε –λίγο - την αγάπη.  
Μα , χωμένη στα καταλύματα της  τύρβης
θαύμαζε   τους αριθμούς
και στέρεψε από ντροπή.
Στεγνή έμεινε σαν πληγωμένο δέντρο,
που τους διαβάτες  ικετεύει
να δέσουν τις πληγές του …

ΣΤΑΓΟΝΕΣ (Φαίη Ρέμπελου)

Σταγονίδια τα μόρια του ιού στον αγέρα
Σταγονίδια.
Σταγονίδια στους αστικούς ωκεανούς οι μοναχικοί άνθρωποι,
άνοιξη δίχως αποσκευές, παρέες και προεκτάσεις
στους δρόμους.
Σταγονίδια.
Σταγονίδια τα δάκρυα που με πλημμυρίζουν,
δεν χωρούν εδώ άλλα'
το μαρτύριο της σταγόνας,
σταγονίδια.
Σταγονίδιο και η χαρά μου, που μάταια περιμένει κι άλλες σταγόνες
να αντέξει, να μη σβηστεί.
Ένα μικρό, αδύναμο σταγονίδιο.

"Όσο μπορείς" του Κ.Π.Καβάφη

Οι ποιητές της ομάδας "ποίηση στην εποχή της εκποίησης" αποδίδουν το ποίημα "Όσο μπορείς" του Κ.Π.Καβάφη. Μοντάζ και video edit: ομάδα Glitch_A
https://www.youtube.com/watch?v=Hqwd6Xc-3l8


ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΜΥΣΤΙΚΟ (Β.Α.)

Τ’  Απρίλη σμίγει η ψυχή με τ’ ουρανού τα φρύδια
που απόψε αργά γυρίζουνε σε γάλανο ουρανό
πάνω από πολυχρώματα των οριζόντων φίδια
νιογέννητα  στο γέρικο της φύσης δειλινό.

Και μια γρια τρελούτσικη μονολογάει παρέκει
τραγούδι  βρυσοτράγουδο  χυμένο στον καιρό
αγράμπελη για σκέπη της μες στα μαλλιά της στέκει
στον κόρφο της δυο σπούργιτα στήσανε το χορό.

Κι από την κάτω ποταμιά απόηχο αφήνει
καμπάνα γέρος που χτυπάει του χρόνου ζαραλής
βέλασμα ένα μοναχό στα λόγγα μέσα σβήνει
κι ένα άλλο από φτωχικό απόμακρης αυλής.

Κι ύστερα οι ήχοι χάνονται μες του Κυρίου τα Πάθη
τ’ αηδόνι την Ανάσταση Κυρίου διαλαλεί
κόβονται οι λίγες φωταυγές με του Έσπερου τη σπάθη
αρχαίο ένα μυστικό κοντά του με καλεί. 

Ταραγμένοι (Στέλλα Βατίστα)

Περιπλανώμενοι περιπλανημένοι κάτοικοι γης που μας φοβήθηκε Μάγισσες και χαρτορίχτρες που μιλούν με τα’ άστρα, συμβουλάτορες, φωτογραφίζουν ψυχές και αύρες αναζητώντας ανήμπορα γιατί ….. μονοπώλιο η τεχνολογία, λογική καρτεσιανής λογοκρισίας στα χέρια «εκλεκτών»…. χρεωκοπία θλιβερή σαν χαμαιλέοντες να δικαιολογούμε την ύπαρξή μας ιδέες και πραγματικότητα, ανάμεσα σκιές παραμονεύουν σαν σκέψεις γερασμένες.

ΑΠΥΡΕΤΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ (Αντώνης Μπουντούρης)

Πράγματι
το πένθος αν τραβήξει ως το τέλος
υπάρχει ελπίδα να μας εξαγνίσει.

Για να φανεί στο βάθος η πολιορκία.

Του παράφορου κύματος η σπρωξιά
που τσάκισε ανέμελους γλάρους 
και βεβαιότητες.

Η θερμοκρασία των πολλών παραμένει σταθερή.
Η ανταλλαγή σιωπής το νέο νόμισμα.
Η βασιλεία του Ιδιωτικού το πολίτευμά μας.

Το Τέρας της Αδηφαγίας λένε πως θα μείνει
Απύρετο ακόμη για καιρό.
Ο εφιάλτης της Ανάπτυξης διασωληνωμένος.
Ο ασεβής Ερυσίχθονας αποκρουστικός
θα τρώει τις σάρκες του.

Οσο πλαταίνει η εξορία μέσα μας
η Φύση βρυχάται.

Το αλώνι στενεύει.

Ο χορός αργεί.
Μα θάρθει.

Κι οταν έρθει
γοργά θ΄αγκαλιαστούμε και θα
σμίξουμε στον κύκλο.
Ασφαλείς.

ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ (Ανδριάνα Μπιρμπίλη)

Μπορεί να είσαι η μάνα μου,
μπορεί ο αδερφός,
μπορεί να είσαι εκείνη που αγαπώ.
Ένα μονάχα ξέρω πως είσαι ένας αόρατος,
ύπουλος εχθρός.
Ένας ακόμα καημός,
που γέννησε ο άδικος καιρός.
Κρίμα σαν άνθρωπος,
δεν είμαι τόσο δυνατός,
ούτε άφθαρτος,
ούτε σημαντικός.
Ίσως είμαι ένας ακόμη αριθμός.
Το όνομα σου ιός
και οι γονείς σου
η φτώχεια και ο καπιταλισμός.
Λένε πως είσαι αρχηγός,
μα σαν θα βγει ο ήλιος,
θα έχει γίνει πια καπνός!

ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΣΠΙΤΙ (Γιάννης Γερογιάννης)

Δε θα σκουριάσει η άνοιξη,
ούτε θα σβήσει ο ήλιος
Τη μοναξιά όμως ποιος την αντέχει;
Μέσα στο συρματόπλεγμα,
ποιό αηδόνι θα λαλήσει;
Όταν η ανάσα του άλλου γίνεται εχθρός σου
γύρευε τόπο να πιαστείς
και χέρι ν’ ακουμπήσεις.
Αν αγαπάς μάθε και να στερείσαι
Να γίνεις πέτρα για ζωή,
Κυκλάμινο ν ανθισεις.
Ο πόνος δίνει δύναμη,
η αγάπη μας πικραίνει.
Πρέπει να χτίσεις τη ζωή σε νέα δεδομένα
Ποιός Όρισε την άνοιξη σύννεφο ματωμένο;
Ποιός έκλαψε το αύριο;
Ποιος έφυγε απ’ τον κόσμο;
Δίπλα στο χάρο να σταθείς,
μα μην τον ακουμπήσεις
Να σκέφτεσαι τον άλλον.
Στη μοναξιά δεν είσαι μόνος
Οι άνθρωποι σε σκέφτονται,
ο πόνος μας ενώνει.
Μα τι μπορούν να κάνουν όλοι οι άλλοι;
Σαν τους μιλάς αλλάζουνε
κατεύθυνση και βλέμμα.
Η ανάσα μου δε σκούριασε
γυρεύει οξυγόνο.
Γιομίσαμε με φέρετρα
κι αδειανές πλατείες
Αλαφιασμένα βλέμματα,
σε σκοτωμένα χείλη
Ο δρόμος έκλεισε
κι ο κόσμος μας σωπαίνει.
Μες στη σιωπή βιώνουμε
τον πόνο και τη θλίψη
Με ξόρκια και εγωισμούς
δεν άλλαξε ο κόσμος
Άλλαξε με το πάλεμα,
με γνώση και ευθύνη.
Μα τώρα λίγο πριν φύγω
θέλω να στείλω μήνυμα
Μόνος σου να παλεύεις
-να πάρεις την ευθύνη-.
Δε θέλω να με κλάψεις
μήτε να με ακουμπήσεις
Τη λογική που στένεψε
μόνος σου ν’ αποχτήσεις.
Να ξέρεις θα σε σκέφτομαι,
Ποτέ δε θα ‘σαι μόνος.

Θρόισμα (Ανδρέας Βατίστας)

Αυτή η συννεφιά αρματώνει
τους σημαδευτές απέναντί μου
αναμένοντας αρμέγματα
λοβοτομημένων εγκεφάλων
μπας και ξεράσουν μέλλον
το ρημάδι παρελθόν υποβόσκει
ανεπιθύμητα υποχρεωτικά μαθήματα άνοιας.
Η επιδερμίδα μετά το κύλισμα
στην εκφορά του λόγου
θρόισμα φαντάζει.
Τα δαγκωμένα ειπωμένα λόγια να ξεχνάς,
χάδια λέξεις είναι αγγίγματα,
διορθώνουν τις εξισωμένες ανορθογραφίες.
Η επιτόπια επαλήθευση προγραμματίστηκε
όταν οι μασκαράδες θα χορεύουν
στα προσκεφάλια της αλαζονείας.

Φ Τ Ω Χ Ε Ι Α (Γεώργιος Βελλιανίτης)

                                          Βλέπεις  ματάκια  απορημένα.
                                          Ματάκια αθώα,  φοβισμένα,
                                          Ο  πόνος  των  μικρών παιδιών.

                                          Λύπη  στα μάτια  της  μητέρας.
                                          Απελπισμένος  ο πατέρας.
                                          Μαύρα  σημεία  των  καιρών.

                                          Παππούς,  Γιαγιά,  μέσα  στο  δάκρυ.
                                          Στέκουν θλιμμένοι  σε  μιαν  άκρη.
                                          Θρηνούν  προσπάθειες  ετών.

                                          Βλέπεις  τους  άστεγους  στο  δρόμο.
                                          Στα  μάτια  τους  διακρίνεις  τρόμο.
                                          Ποιά η  κατάληξη κι  αυτών.

                                          Καταγράφονται  αυτοκτονίες.
                                          Οργιάζουν  οι  συντεχνίες,
                                          απατεώνων  και  κλεπτών.

                                          Η  Πρόνοια  έχει  εκλείψει.
                                          Κάθε  ευθύνη  έχει  λείψει.
                                          Πειράματα  των  ισχυρών.

                                          Ποιοί  όμως  έχουν  την  ευθύνη;
                                          Η  Κοινωνία  έχει  γίνει
                                          Σύνολο  ζωντανών  νεκρών.

                                          Δεν  θα  αργήσει όμως  η  μέρα.
                                          Θα  κάνομε  τον  τρόμο  πέρα,
                                          λυτρώνοντας  τον  τόπο  αυτόν.

ΠΑΝΟΡΜΟΥ (Γιάννης Γερογιάννης)

Πριν πέσει η άσφαλτος
σ’ αυτή τη γειτονιά
είχε δυο δένδρα
όπου κούρνιαζαν πουλιά
με πέτρες παίζαμε, με χώματα, με σβώλους
κι ήτανε σπίτι μας, η αλάνα και ο δρόμος.
Ερχόταν τότε οι πλανόδιοι μουσικοί
τσιγγάνοι, γύφτοι και παλιοί περαστικοί
και τραγουδούσαν στις γιορτές μες στην πλατεία
κι έπαιρνε άρωμα και χρώμα η συνοικία.
Εκεί σε γνώρισα μια μέρα γιορτινή
χόρευες γέλαγες και έπαιζες κι εσύ
Μα δε στεριώνει μες στις λάσπες τ’ όνειρό μας
τα πήρε όλα και τα ρήμαξε ο χειμώνας.
Τώρα Πανόρμου έχεις στήσει μαγαζί
σ’ αυτό το πεύκο που βρεθήκαμε μαζί,
πουλάς καφέδες νοσταλγείς την συνοικία
μα δεν γυρίζει προς τα πίσω η κοινωνία.

ΠΑΡΑΤΑΣΗ (Χριστόφορος Τριάντης)

Στις κατηφόρες,
ψέματα γεννούν οι μασκαράδες,
για να δώσουν παράταση
στις ηδονές.
Και εύκολες απολαύσεις  στοχάζονται
στα παζάρια ,
μήπως και καταφέρουν
να χωρέσουν λίγες – ακόμη –
προφητείες περί ανατάσεως (των σωμάτων).
Είναι ο τρόπος  για ν’ αποδομηθεί
 – παράλογα – το μοιραίο,
προσφέροντας –αιτιατά- 
καινούργιες μεταμφιέσεις
στους  χαρακτήρες
(των κατατάξεων).
Μα , ετούτοι δεν άλλαξαν
(ούτε μια στιγμή) προσανατολισμό, 
έστω κι αν η τάξη καθυστερούσε
 (κάπως τυχαία)
τις εισβολές της ωριμότητας.
Παρέμειναν πιστοί στην τύχη,  άνευ σωτηρίας.

Ουαί υμίν ‘‘ άριστοι’’ (ΧrIstoS)

Οι άριστοι αρίστοις αεί συναγελάζονται.
Των  αρίστων  τα  έργα θαυμαστά εισί.
Τους αρίστους οφείλομεν επαινείν.                           
΄Ω άριστοι μας έχετε ζαλίσει.

Κι είσαστε και πολλοί ˙
άλλοι από κούνια  και εκ γενετής    
άριστοι από τζάκια και εξ απαλών ονύχων,   
και κάποιοι άλλοι εξ ημών
άριστοι εκ του πλήθους  εσείς,
που διακριθήκατε σε κάποιον τομέα.

Ουαί υμίν
οι άρρωστοι ˙
όσοι σας αριστεύετε    
εις  τας  αναρριχήσεις
και στρογγυλοκαθίσματα
σε θώκους ψηλούς και  θρόνους,
που δίνουν παχυλούς μισθούς
και άριστες ρεμούλες.
Σπουδαία
αριστεία  σας
η αυτοπροβολή σας
και η εξυπηρέτηση ιδίων
και  Μεγάλων  Συμφερόντων.
Ουαί υμίν
                    τοιούτοι
                                    άριστοι.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης