η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΖΩΉ ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΌΝΕΙΡΑ (Χατζηγιάννη Έλενα)

Σ' ένα κλουβί αν κάποτε θελήσεις
να με χώσεις,
το πνεύμα μου ανήσυχο
θα φύγει να πετάξει.


Χρυσό ή πλατινένιο το κλουβί,
σε μένα αδιάφορο.
Θα ψάξω για τη σχισμή
για να γενώ δραπέτης.

Τον ουρανό να δω ξανά!
Τα σύννεφα με τα όνειρα ν' αδράξω!
Φτερά; Τα 'χω πάντα μαζί μου!
Τη φορεσιά του Ίκαρου
θα βάλω ευθύς αμέσως!

Και σαν με δει ο ήλιος ο καυτός
"Φύγε μακριά μου!" κι αν θα πει
"Μη θέλεις να σε κάψω ζωντανή;"
κι αν με ρωτήσει
Εγώ πάλι θα πάω!

Με το απερίσκεπτο του νέου
της ψυχής μου θ' απαντήσω:
"Εμένα δε με μέλλει!
Τη ζέστα σου ας νιώσω μια στιγμή
κι ύστερ' ας πεθάνω!

Τι να την κάνω τη ζωή
δίχως τη λευτεριά,
τα ονείρατα,
τα θέλω τα δικά μου;

Ενώ έτσι...
κι αν καώ...
θα μείνω στην Ιστορία
ως Ηρωίδα Αθάνατη!

Θα 'χω να λέγω τότε εγώ
πως είμαι η μοναδική θνητή
που άγγιξα τ' Όνειρο μου.

Κι ας ήταν το φιλί τ' ονειρικό
η μόνη αληθινή ζωή.
Δώρο...
απ' τον θάνατό μου! "

Άδυτο (Μουλού Δώρα)

-Για τους φίλους-
Καλλιτέχνες δερβίσηδες.
Κουρασμένες ζωές,
γαλουχημένες με αναμονή.
Μυρωδιά φορμόλης
στη σαπίλα της επανάληψής τους.
Όνειρα ίδια, άχρωμα,
δάκρυα κρυσταλλιασμένα,
γέλια μουδιασμένα:
της ευγένειας, της θλίψης, της μανίας.

Καλλιτέχνες για τους λίγους.
Μικρές ζωές περιορισμένες,
μικρά οράματα ξεπερασμένα,
θαύματα νεκρά.
Καθένας ένας μάγος στα θρανία,
μια πληγή στον κόσμο.
Χαμένες ζωές. Φυλακισμένες.
Τα νύχια σπάνε πριν από το τζάμι.


Ποιο το όφελος και η ζημία;

ΛΕΡΩΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (Μικέλης Αντώνης)

Στα χρόνια που ταξίδευα στην άπλα της θαλάσσης,
κατράμι, αρμύρα και μπογιές το σώμα μου γεμίσαν,
λιμάνια, νύχτες ’ξωτικές και οι χαρές της πλάσης,
τον έρμο κήπο της καρδιάς με πάθος πλημμυρίσαν.
Και πότιζαν, σαν φύτρωσε των πεθυμιών το δέντρο,
που μες στα φυλλοκάρδια μου απλώνει τα κλωνάρια,
χώνει τις ρίζες του βαθιά εις της καρδιάς το κέντρο,
σαν ψάχνω για τη συντροφιά, στα κόκκινα φανάρια.
Ματών’ η ρίζα την καρδιά φωτιά πετούν τα φύλλα,
και οι καρποί λερωματιές με τίποτα δεν βγαίνουν,
για να τους κόψω προσπαθώ, με πιάνει ανατριχίλα,
και σαν κοπούν σαπίζουνε μα τα σημάδια μένουν.
Στο σώμα τις λερωματιές τις έβγαλα με νέφτι,
μα της καρδιάς δεν βγαίνουνε βαθιά έχουν ριζώσει,
ένα αστέρι ξέκοψε στον ουρανό και πέφτει,
και καρτερώ της λύτρωσης αυγή να ξημερώσει.

Ανόστρου Κάσσιο* (Αρματά Ιώ)

Μιλώ στον κόρφο τον ψηλό μεσά στο supermarket
του κλαίω για το φορολογικό και τις γεμάτες κάρτες
τις  παίζω μες τη χούφτα μου σαν να’ ναι μαύρες χάντρες 
και ορέγομαι τον πλαγιασμό των ζόφων της βιτρίνας
αλλαντικά κι ωραία τα πουλερικά, τυριά, παστά και κρέατα
κορδώνουν την κοιλίτσα μου σαν πέτσινο ταμπούρλο                                                         

Ζητώ απ’ την καλλίγραμμη δυο φέτες με σαλάμι
Μου δίνει την λυπητερή και με κοιτάει με πλάνη
Της λέω για τη σύνταξή και τις βουλές του Τσίπρα
μ’ απλώνει με τα χέρια της δυο κεφάλια ξύγκια                                                              

«Για σούπα, κρεατόσουπα» μου γνέφει  και γελάει
Ευχαριστώ Μιλαίδη μου, σας βρίσκεται μήπως, τυχόν
και δυο κιλά μυζήθρα; Με σφίγγει το στομάχι μου
μονάχα με τα ξύγκια. Κι η σούπα· η καλύτερη
δίχως νερό και αλάτι, δεν πήζει βρε κυρούλα μου
άμα χρωστάς και νοίκια. Συγνώμη για τα θάρρητα
βαστώ και την ουρά μου, πηγαίνω και ξανάρχομαι σαν έρθει η σειρά μου.                                                                                                         

Στυλώνω τα ποδάρια μου ξοπίσω απ’ το καρότσι
το σπρώχνω προς το διάδρομο εκεί που πάνε όλοι
Ανάθεμα τις βιγκενιές και τη χορτοφαγία
Πότε  γαμώτο ακρίβυνε της μπάμπος το φασόλι;
Θα πάρω το γιαούρτι μου που λήγει κάθε τόσο  
και ανάθεμα για χρήματα αν πρέπει να σκοτώσω                                                  


Τρολάρω στην ταμειακή την μπροστινή κυρία
με φίσκα το καλάθι της μου δίνει τη σειρά της
ρολάρω το καρότσι μου και βγάζω την πραμάτεια
δυο γιαούρτια στραγγιστά, δυο φέτες με σαλάμι
και σπρώχνω μπρος στα φανερά τα ξύγκια, τη μυζήθρα
μου ρίχνει μια βουλιμική ματιά η σάπια η ταμίας 
«Μου τα δωκε η Μιλαίδη μου, ρωτήστε την αν θετε»
και αρπάζω μες την αγκαλιά και χώνω το πεσκέσι
του μπίγει αυτή τα νύχια της, σαν βρέφος το κρατούσα
και ακούω ένα τιτίβισμα να κρώζει για βοήθεια
“Security! Security!”                                                                       
το show off

- Μάλιστα. Μήπως να κάναμε καιρό, τη σούμα να πληρώσω            
και για τα δυο σαλάμια σας ό,τι έχω να τα δώσω;
- Μα πώς; Και τα γιαούρτια σας;
- Αυτά είναι απ’ τα ληγμένα
- Ναι αλλά τα διαλέξατε και τα’ χω μετρημένα
- Ωραία, στα χαρίζω αυτά. Πόσο έχουν να στα δώσω
- Μα δεν τα θέλω Κύριε, παλιά και ξινισμένα
- Τον Μπράβο τι τον έφερες; Πώς θέλω να θηλάσω;                                           
- Να δώσεις τα στοιχεία σου, να κάνει τη δουλειά του
- Θα πάρει δυο απ' τ' αρχιδία μου να βγάλει τα μισθά του
Τι με κοιτάς και χαίρεσαι; Θα έρθει κι η σειρά σου
Να δω άμα βγεις στην σύνταξη που θα' ναι τα βρακιά σου.
Και βγάζω τις τιράντες μου,γλιστράει το παντελόνι                                                          
γουρλώνει αυτή τα μάτια της, μπρος το τραχύ μου πόδι

Ε, μα δεν άντεξα και εγώ. Πριν πάει να φωνάξει
βουτάω τον λαιμάκο της τον μοσχοαναθρεμμένο
κι όσο και αν την λυπήθηκα που ξέπνοα κελαηδούσε
την έσφιγγα τα χέρια μου κι ας με παρακαλούσε
 “Security! Security!”                            

*Ανόστρου Κάσσιο:: «το δικό μας τυρί» στα βλάχικα

SIRNTANIA (Καραγκούνης Δημήτριος)

Αποσπάσματα ...
- Πού είσαστε φτωχοί μου σύντροφοι και έχω απομείνει μοναχός μου?
- Χορταριασμένε τόπε.. στείρε! Οι σύντροφοι σου έκαμαν παιδιά και έχουνε φύγει από χρόνια τώρα.
 Μονάχος σου γελάστηκες και ξέκαμες τα πάντα, ρίχτηκες στις ηδονές και ξέχασες τον όρκο.
 Κοπάδι γκρεμίστηκαν οι Ερινύες από τον Ελικώνα και οι Μούσες σου γύρισαν την πλάτη.
 Καρτερείς το τίποτα με την ψυχή στόμα και αυτό είναι καταδίκη σου και ορισμός.
 Το μέτωπο παράτησαν, ξεδίψασαν την δόξα. Έχουνε βόδια και έχουνε περβόλια να κοιτάξουνε.
 Οι πανοπλίες κρεμάστηκαν στον τοίχο η αξίνα το σκεπάρνι το υνί ήτανε ποιο αναγκαία στο άλογο έζεψαν σαμάρι αλετριού. 
Το κορμί του σιταριού σπούνε στην πέτρα.
- Δεν έχει ήλιο εδώ , ουρανό δεν έχει. 
Τα πλοία όλα χάθηκαν ο αρχηγός απόθανε οι άντρες πεινούν, τι πρέπει να κάνω ?
- Του μοσχαριού το κέρατο ανέμισε σαν σπάθα, υστερνό του γύρισμα στου λεπιδιού την χώση… 
φέρσου σαν ήρωας! τούτο σου απόμεινε μονάχα...

OIKONOMIA-ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (Μιχαλόπουλος Γεώργιος)

Οι τρείς εύθυμες χήρες των Μνημονίων,
κόρες των θεσμών,ανηψιές των τοκογλύφων.
Ατυχήσασες στον γάμο με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα,
κάνουν βίζιτες σε δανειστές,
πεζοδρόμιο στις Βρυξέλλες,
τι κρίμα να χρεοκοπήσουν τα νιάτα τους,
μια χαρά κοπέλες.
ΠΡΟΣΟΧΗ 
Στην επικείμενη κηδεία της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ,~θεός του καπιταλισμού σχωρέστην~,
θα επιτραπούν καταθέσεις στεφάνων μέχρι 60 τριαντάφυλλα.
Απάνω μου είχα πάντοτε,στην τσέπη καλά κρυμμένο,
ενα παλιό χαρτονόμισμα,της δραχμής αγαπημένο.
Οι τοκογλύφοι σκότωσαν γενιές για να το πάρουν,
μα τελικά τους έχεσα,
κοντεύουν μαζί μου να σαλτάρουν.
Σ έχω κάνει ευρώ,
μια φορά να σε βρώ,
στο πορτοφόλι μου πίσω,
σ έχω βάλει σκοπό να σου πώ μετρητό,
θέλω να σ αγαπήσω.
Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντος κόκκος άμμου
στην απέραντη Σαχάρα του Ρομαντισμού.
ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΟΣΟΥΣ ΥΠΟ ΦΕΡΟΥΝ ΖΥΓΟΝ
Το κράτος οδηγεί την χώρα στην χρεοκοπία,
όπως η νύφη τον γαμπρό σέρνει απ το πρώτο φιλί στην εκκλησία.
Πότε θα εκδοθεί το διαζύγιο μνημονίων?

ΣΕ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (Γερογιάννης Γιάννης)

Σε σας μιλώ, που δε σας φτάνει το ψωμί
σε σας, που ξεπαγιάσατε
σε σας, που σας το κλέψανε το Δίκιο και λουφάξατε.
Σε σας μιλώ, που τρέμετε τα φώτα και τους ίσκιους
που είδατε το αίμα και ουρλιάξατε
Ανίκητο θηρίο ο φόβος και δε νικιέται
με φωνές και με γαβγίσματα.
Στο σπίτι, αμπαρώσατε το σύρτη
και κλείσατε γερά και την αυλόπορτα.
Σηκώσατε παντιέρα μ’ υπομονή και σύνεση.
Αδράξατε τη μέρα και σε μια χούφτα ήλιο,
συνάξατε απόσταγμα και συμβουλές για επιβίωση.
Αδιαφορείτε όμως, για το φόβο των γειτόνων σας
λες και ο ήλιος, σταματάει στο κούτελο της μάντρας σας
οι νύχτες άγριες, σας ξύπνησαν
του σκύλου τα γαβγίσματα
και κάθε μέρα καταπίνετε, λυγμούς και ταπεινώσεις.
Θεριό ανίκητο ο φόβος
κι άμα δε ρίξεις τουφεκιά, σε σημαδεύει.
Τη θέση τη δικιά μου, δεν επήρατε
μέσα στα αγκάθια, κοντά μου δε βαδίσατε.
και το κεφάλι σκύβετε, γεμάτο ταπεινώσεις.
Σκυφτός λαός, θα ζει στης καταφρόνιας την ταπείνωση
κι ο θαρραλέοι στους αιθέρες και τα νέφη
με Λογική οι άνθρωποι εργάζονται
και σβήνουνε τους φόβους και τα ψεύδη.
Να σημαδεύετε το φόβο, κατακούτελα
και στην καρδιά, αντί για φόβο,
Βάλτε την Ελπίδα.

ΑΦΙΞΗ (Δάρας Αλέξης)

Καλώς ήρθες στο φως!
Έκανες μακρύ ταξίδι ως εδώ
μα είναι εδώ που αρχίζει το ταξίδι.
Κυλίστηκες στα υψίπεδα της παιδικής σου ηλικίας.
Συνουσιάστηκες με τα σχήματα και τις μορφές.
Κολύμπησες στις βάθρες των συννέφων.
Μίλησες κι άκουσες, έδειξες κι είδες, πρόσεξες.
Εδώ μπαίνει η τελευταία ψηφίδα
στο τοπίο σου
πρώτο κομμάτι ενός νέου ψηφιδωτού.
Είναι όλα ιστορικά ήδη!
Καλπάζεις πάνω στης ερήμου το κορμί
που απ’ τους μαστούς της βύζαξες
κι έρχεσαι στο χωριό των φίλων.
Καλώς ήρθες!
Είμαι ο εαυτός σου.
Καλώς βρέθηκα!
Στον ίσκιο του δέντρου
πώς ευχαριστιέμαι τον αέρα που ανασαίνω
μέσα στο βυσσινί παλλόμενο ουρανό!
Είμαι ένα μ’ αυτό τον ουρανό της ειρήνης
τον έτοιμο να δεχθεί σμήνη αγγέλων
και ν’ ανθίσει λιγωμένος από ευγνωμοσύνη.
Γύρω πλαγιές, κοίτες, μονοπάτια...
Τι ξεχωρίζει αυτό απ’ το άλλο κι από μένα
σα νιώθω την ομορφιά
που βρίσκεται πίσω τους, την ολόκληρη;
Το φως που ξεπετιέται από παντού
σε πίδακες, το φως που βλέπει
τους ήχους που με ακούν και με οδηγούν.
……………………………………………
Μια θάλασσα βυθίζεται μέσα μου.
Μια θάλασσα επιπλέει στο φως σου.
Θεέ μου...
Πάντοτε έτσι ήταν και δεν το ’βλεπα;

ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΕΑΥΤΩΝ (Β.Α.)

Γυμνά  κλαριά
κρυοπλαγιές
ντυμένες στις ομίχλες
όπου γιρλάντες τις φορούν
ποδόγυρους τις βάζουν
σαν σκόρπιες και αργόσυρτες τα λάγκαδα ανεβαίνουν
ψηλά να φτάσουν
τις λευκές κορφές να κατακτήσουν
ψηλές και φεγγαρόφωτες και κορφοανταριασμένες.
Μες τον καθάριο φωτεινό τον καθαρόχρυσο ήλιο
που κάνει χιόνι ολόασπρο λευκότερο ακόμα
δώρο του γέροντα Αντριά*
στη γέννα του Χριστού μας
και στράτα για το έλκυθρο καλόκαρδου Αϊ Βασίλη.

Κι όλα μιλάν μες τη σιωπή την παραπονεμένη
ξερολιθιά και χωραφιές
σχολειά και εκκλησούλες
και σπίτια έρμα
σφαλιστά
που δε θ’ ανοίξουν φέτος
παππάς να διάβει να ευχηθεί και να ξεπαγανίσει
με του Σταυρού το νήστεμα
Φωτών τα ουρανοίξια.

Απόρφανος
και πάντερμος απόμεινε ο τόπος
σαν τα ζερβά
που συντροφιά το γυαλοπάι* έχουν
κι  αητό λεβέντη των βουνών 
νυχοκρουσταλιασμένο
και μία θλίψη εκστατική
στ’ αγνάντεμα αφήνουν
στης χειμωνιάτικης καρδιάς την νεφελή εσπέρα.

Γενεές διαβήκαν
από δω
μέρες περάσαν χρόνια
σε τούτα τίμια τα φτωχά του χρόνου τα καγκέλια.
Με τ’ άστρα της ανατολής
μ’ αστερισμούς της δύσης
φεγγάρια καλώς ώρισαν
τους ήλιους χαιρετίσαν
την ταπεινή της Βηθλεέμ θυμιάτισαν ψυχή τους
σ’  ένα απέριττο λιτό  παλιό εικονοστάσι
λευκές πατώντας χειμωνιές
σε μάγων πάνω αχνάρια.

Με γέρικο καματερό τον τόπο τους οργώσαν
κακοχρονιά σαν τύχαινε
και σκούρτισμα* πολέμου
του χάροντα οι θερισμοί
των δυο λοιιμών οι γέννες.

Κι αντριωμένοι έζησαν κι ακρίτες
προσδιαβήκαν
φύλακες
άγιων αξιών της ιερής πατρίδας.

Μα άπληστο το ανθρώπινο
και φιλαργυροφίλο
και τ’ αργυρίου η τιμή ανέντιμο το κάνει
όπου σεβάσμια πατεί
ιερά τα βεβηλώνει
για της υπερηφάνειας την ματαιοδοξία

που ’στειλε τους απόγονους
σε πόλης καλντερίμι
να τριγυρίζουν
στα χλωμά τα βουερά σοκάκια
αιχμάλωτοι της σκέψης τους
πολιτισμού τα θύμα
ως να χαθούν
να ξεχαστούν
αγάλια για να σβήσουν
μες σε τσιμέντα ανάνθιστα
και σε μουντά μπαλκόνια
δίχως ποτέ να ξαναδούν της γέννας τους τον τόπο
των λωτοφάγων πια οι γιοί
της Χάρυβδης οι κόρες

Αντριάς*       =  Δεκέμβριος
Γυαλοπάι*    = Ανήλιος παγετός
Σκούρτισμα* = Λαχνός, κλήρωση

Μελιδόνι -4- (Λόη Βασιλική)

το ακόρεστο μάτι της ανάγκης
χάντρα στο προσκεφάλι σου
ανυπότακτη, μαζεμένη από τη σοδειά
τριάντα μη με λησμονεί χρόνων.
αμήχανος  πια στη άκρη της μέρας
που περίμενες , τα μικρά ντροπαλά άνθη
να θρέψουν την ανεπάρκεια
του πόθου σε πληρότητα

εξομολόγηση σώματος σε πράσινο φανελάκι
τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας
ρηχή διάλεκτος στο ύψος μιας σταγόνας
με παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα
να μην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο
μένουν κόμποι στης χειραφέτησης τα άκρα
να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα
βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το μεσημέρι
Από την ποιητική συλλογή «Μελιδόνι» της Βασιλικής Λόη, Νοέμβρης 2016

Αισθητική συμφωνία (Δημουλάς Χρήστος)

Κατήφοροι-ανήφοροι, ζέστη-κρύο. Όπως όλη μας η ζωή καλή μου. Αμέτρητες φορές, πάνω-κάτω οι ψαρότρατες μες στο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας που χάνονται πέρα απ' τ' άνυδρα βουνοτόπια,που δεν λέει να φυτρώσει ούτε ένα δεντράκι. Τόση ηρεμία, τόση χαλαρότητα στο καθετί. Λες και ο χρόνος σταματά, λες κι όλα έχουν ελευθερία κινήσεων σε μια αισθητική συμφωνία των πάντων. Κάθε στιγμή ολάκερος πόθος μιας ζωής. Ηλιόσπαρτο πρωί μες στα στενά σοκάκια του νησιού κι όλα θυμίζουν σπαρμένη γη μαλάματα, με χίλιες αγκαλιές, χαρές που θέλεις να βάλεις στο τσεπάκι. Δική σου η χώρα με τα καλντερίμια αντάμα, όαση φρουρούμενη έναντι  των δοντιών του Τίποτα, που είναι καλά ακονισμένα. Μήτε να χρωστάμε κανενός κι ούτε να' χουμε παρτίδες με εικόνες του Ανούσιου, του Εφήμερου τις στράτες. Μήνυμα μου' στειλες, γεύσου καλά εκεί την ηρεμία, εδώ γεμίσαμε βάρβαρους, μα είναι που σ' αγαπώ πολύ για να σ' αφήσω μες στην αγκαλιά τους. Πολλές φορές είναι- όπως τώρα- που' ρχεται κείνη του φόβου η φωνή και βροντά ξανά την πόρτα της ψυχής μας.
Πολλά τα ονόματά της. Πρέπει την φωνάζουν πιότεροι. Ανάγκη την λένε άλλοι, κάποιοι τρέχουν να ξεφύγουν κι άλλοι πάν ίσια μες στην αγκαλιά της.
Κι ενώ η καρδιά ατρόμητη, φοβέρα δεν την πιάνει, λοξές ματιές πέρα-δώθε στα κρυφά πάντοτε τις κάνει. Ο Ήλιος τότε ντρέπεται κι ο Ουρανός δακρύζει, μα ευτυχώς κρατούν καλά κι οι δυο κι ο φόβος  γη δεν πιάνει. Ρίγανη ευτυχώς μυρίζει το σπίτι μας ακόμη, βασιλικό, θυμάρι, σκορπίζοντας θανατικό στου Τάρταρου τα βάθη. Γι' αυτό και συ αγαπημένη τίποτα να μη φοβάσαι, θάναι ωραία η ζωή σαν γένει σαν γιαγιά μ' ένα τσεμπέρι που γητεύει κάθε απογόνους. Άκου πέρα απ' τα ψηλά πλατάνια που κλαίνε για νερό, μια φωνή τα ξεβασκαίνει τραγουδώντας τους αντίστασης τραγούδι.
Και νά, δώρα τους γεμίζει ο αγέρας και δυνατή, γιοματάρικη καρδιά ν' αντέχουν. Και συ, όλο να λες να σηκωθείς και να σε βαστάνε κάτι πράματα ολότελα δικά σου. Μια σειρά άτολμων βιβλίων στο γραφείο,μπουκάλια νερό που αδειάζεις να μην πονάνε τα νεφρά σου κι ένα κομματάκι πλαστικός σωλήνας που πλέκει τα όνειρά σου τάχα με ελπίδα. Είναι σκληρό να κοιτάμε αντιφατικές εικόνες, τη μια το γέλιο να' ναι βασιλιάς στο έμπα της αυλής και την άλλη η λύπη ξαφνική βροντή, σαν τα μάτια των γερόντων της υπαίθρου όταν ξαναφεύγουν παιδιά κι εγγόνια για την πόλη. Οι αλληλέγγυες αγκαλιές μας τότε διαφυγή, καταφύγιο και σκήτη, μια κουβέρτα πού 'δωσαν οι φύλακες σ' εξόριστους παγωμένους.

ΦΩΝΕΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ (Γκόλια Μαρία)

Βλέποντας τη θάλασσα καθώς ξυπνούσα,ένιωσα την υγρασία.Μέσα μου

κυλούσε απ΄την κορυφή ως τα νύχια  ποτάμι ηχηρό.

Δόθηκα στα νερά του.
Άκουγα φωνές που έβγαιναν από χορό πρωτόγονο ,εκστατικό.

Τις ακούς;
Άκαιγες φωνές για αγαπημό.
Αγάντζωτες φωνές για ταξίδια.

Τις ακούς;

Φωνές που ξεδιψάν από αναχέριγο αγνής σιωπής απόσταγμα.
Τις ακούς;
Φωνές αναφούφουλες για αγαλλίαση.

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Κι αυτός , ένας από μας, ήταν προβληματισμένος.

Δεν είχε τίποτα να προσδοκά και να ονειρεύεται,
τίποτε να επινοεί ,να σχεδιάζει και να ελπίζει,
κι οι μέρες του έφταναν άδειες, με μιαν ανυπόφορη σιωπή
κι έφευγαν στεγνές, με μιαν αβάσταχτη ματαιότητα.
Αλλά και απογοητευμένος.
Δεν είχε τίποτα να θυμάται και να αναπολεί,
τίποτε ν’ ανακαλέσει, ν’ ακουμπήσει και να παραδοθεί
κι οι σκέψεις του ανήλεες, με μιαν αδυσώπητη προβολή
τον ισοπέδωναν σε μια βάρβαρη μοναξιά και οδύνη.

Ήταν η ζωή του μια αδειανή χεριά,
κύκλου μικρού ένα ρηχό σημάδι.

Και  τούτος,  ένας από μας, ήταν ησυχασμένος.

Δεν είχε τίποτα να αγωνιεί και να ανησυχήσει,
τίποτε να αναρωτηθεί, να φοβηθεί και να μετανιώσει
κι οι μέρες του περνούσαν σκυφτές, ίδια σχηματισμένες
χωρίς έννοιες και λογισμούς, δίχως ρωτήματα και ταραχές.
Αλλά και παραιτημένος.
Δεν είχε τίποτα να μνημονέψει και να δικάσει,
τίποτε να δαχτυλοδείξει, να μαρτυρήσει και να προβλέψει
κι οι σκέψεις του αμνήμονες σε μιαν ήσυχη πομπή
τον γαλουχούσαν λεύτερο στην τάξη και την αποφυγή.

Ήταν η ζωή του μια προσκυνηματική φτιαξιά,
ένας ανύποπτος, στρωτός και συρόμενος κόσμος.

Και κείνοι, πολλοί από μας, εσωστρεφείς και  πειθαρχημένοι..

Ασκήτευαν μοναχικοί σε αξίες και ευθύνες,
απόμακροι, απέλπιδες μπροστά από την εποχή τους ,
ενώ ο σωρός τυμπάνιζε σε ομήγυρες και συνάξεις
το θράσεμα της άγνοιας, το θρίαμβο της ανωνυμίας.
Αλλά και ευταξίας μέντορες και σωφροσύνης λειτουργοί.
Παλιών αρχών κελεύσματα οι απαντοχές και οι μνήμες,
η ιστορία, του φόβου αναπαράσταση και πίστης δοκιμασία.
Βαθιά θεώρηση ζωής και σμίλεμα ιδεών οι μύθοι,
τα πάθη αιώνια ηχώ κι αλήθεια οι ανάγκες.

Δικαίωση ζωής η αντίθεση και η συμφωνία φύση.
Στο αύριο οι μπροστάρηδες και οι ακόλουθοι στο πνεύμα.

ΑΝΑΣΚΕΛΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)

Οι πυγολαμπίδες ταξιδεύουν
από σύννεφο σε σύννεφο

όταν σπέρνει λάμψεις το φεγγάρι
κι ανοίγει δρόμους πάνω στα νερά

όταν τ’ αγρίμια σιωπηλά
τριγυρνάνε στο παράφορο
με μάτι διψασμένο.

Ανάλαφρες
κεντούν το σκοτάδι
με λέξεις που ξοδεύτηκαν χωρίς αντίκρισμα

τρυπώνουν σε περάσματα
τετελεσμένου χρόνου μακρινού

κοιτούν κι αφουγκράζονται
ψελλίζοντας φάλτσα ρεφρέν
ανομολόγητα μοιρολόγια.

Χαμηλώνουν
σκύβουν σε κοίτες αόρατες
σημάδια ψάχνουν
μια στιγμή αναμμένη

ακούν όσα δεν παίρνουν γιατρειά
ακούν τις ρίζες των δέντρων και κλαίνε.

Ανάσκελα κοιμούνται πάνω στα νερά
ανάσκελα κοιμούνται
μαζί με τα σπαράγματα.

Πατρίδα των καιρών , 43,44 (Δουατζής Γιώργος)

43.
Και σε παρακαλώ να μη ξεχνάς
πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας
είναι πόλεμος μόνο με ηττημένους
οι σκοτωμένοι παίρνουν εκδίκηση
ως κι από τα όνειρά μας
αυτή η τεράστια ζωογόνα ανατροπή
που μοιάζει σκοτεινή
έχει στα σπλάχνα της πολύ
και σπάνιο κρυμμένο φως
αυτό το κύμα της οργής
μπορεί να πάρει ανατροπής μορφή
ανάτασης, δημιουργίας

44.
Μην ξεχνάς σου λέω μην
και είναι άγια η προτροπή
αφού
έτσι προστάζουν οι Ποιητές
οι ανάγκες, η δίψα, οι ελπίδες
όσοι απέμειναν άνθρωποι
τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά
έτσι προστάζουν
Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος...

ΤΟ ΒΑΓΟΝΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Παπαγεωργίου Θ. Χρήστος)

Ταξιδεύουμε
στοιβαγμένοι στο βαγόνι του χρόνου
συντροφιά
με συρμάτινες κούκλες.

Σκουριασμένα τα χείλη
αποτυπώνουν
τη σιωπή της εξάρτησης.

Επίμονες αλυσίδες
δένουν τον ήχο
σε αυτοτελείς μπάλες
αφομοίωσης.

Το τρένο σφυρίζει.

Η απέλαση της φωτιάς
εξελίσσεται ομαλά.

Τα μαντήλια στο σταθμό
δεν έχουν άλλοθι
για να χαράξουν επαγρύπνηση
σ' ένα κομμάτι
καπνισμένο γυαλί.

Στον βαλτότοπο της εξαργύρωσης
οι συνειδήσεις λιμνάζουν.

Οι επιλήσμονες της Άνοιξης
καραδοκούν.

Ίσως
η κάθαρση ανατείλει
με τη μορφή
ενός
από μηχανής Θεού.

Γυάλινη αγάπη (Μπαλτσαβιά Θώμη)


Στις παρυφές ονείρων σεργιάνι ατέρμονο κάνω...ξυπόλητη..δίχως παπούτσια κι ας γεμίζουν τα πόδια μου αμυχές..δε θα συγκριθούν ποτέ με αυτές της ψυχής μου...
σε ψάχνω ορμέμφυτα με λύσσα όπως την πρώτη φορά κι ας ξέρω πως είσαι το τέλος μου...
ψυχανεμίστηκα από την πρώτη ώρα πόσο εύθραυστο είναι το όλο και το πάντα σου...σαν το δικό μου το ποτέ μοιάζει...
γυάλινη αγάπη ...δεν θα αργούσε η ώρα να ακολουθήσει τη μοίρα της..αυτή που έχουν όλα τα γυαλιά...
ό,τι κι αν έκανα σε λίγο σε μυριάδες θραύσματα θα περπατούσα με τα ίδια τα γυμνά πόδια...κάθε κομμάτι θα'χε το όνομά σου απάνω ανεξίτηλη σφραγίδα...
ένα μοναχά ράγισμα θα ήταν αρκετό...ένα μικρό κρακ να σπάσει τη σιγαλιά της νύχτας..
πριν ραγίσει αυτή η γυάλινη αγάπη...θα ραγίσει η νύχτα πρώτη..θα ραγίσει το φεγγάρι...ο θόρυβος της δικής μου καρδιάς σαν θα σπάει θα'ναι τόσο εκκωφαντικός που θα πάψουν να λαλούν τα πετούμενα σαν θα χαράξει..δε θα υμνήσουν τη ζωή τούτη τη μέρα..
μη..μη λες τίποτα...ό,τι κι αν πεις θα γελάσει η ματαιότητα...
ό,τι κι αν κάνεις δε θα εμποδίσεις το αναπόφευκτο...δεν αποφασίζεις εσύ...
αν πάλι στη φτωχή μήτρα του νου σου γεννηθεί ελπίδα πως θα κολλήσεις τα γυαλιά...μάθε πως τίποτα πιο φρούδο δε θα νιώσεις στο πετσί σου όσο ζεις...
γιατί το παλεύεις?εγώ το'ξερα και πάλι σε έψαξα με λύσσα...και θα το κάνω ξανά και ξανά...δε με νοιάζει που είσαι γυάλινος κι εσύ και η αγάπη σου...είναι σα σφαίρα μαγική...
είναι όμορφο το γυαλί...χάνομαι στην ψευδαίσθηση του αληθινού και στις αντανακλάσεις του βλέπω τα μάτια σου και κολυμώ ξανά..στα χέρια μου δεν είναι πια κρύο το γυαλί...
δε με νοιάζει κι αν κοπώ...άλλωστε δεν έχω αίμα πια μέσα σε φλέβες να κυλάει για να φοβάμαι μην πεθάνω..χιόνια λιώνουν και κυλάνε...όσο για μένα..έχω πεθάνει από καιρό...

Μελιδόνι -3- (Λόη Βασιλική)

το ακόρεστο μάτι της ανάγκης
χάντρα στο προσκεφάλι σου
ανυπότακτη, μαζεμένη από τη σοδειά
τριάντα μη με λησμονεί χρόνων.
αμήχανος  πια στη άκρη της μέρας
που περίμενες , τα μικρά ντροπαλά άνθη
να θρέψουν την ανεπάρκεια
του πόθου σε πληρότητα

εξομολόγηση σώματος σε πράσινο φανελάκι
τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας
ρηχή διάλεκτος στο ύψος μιας σταγόνας
με παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα
να μην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο
μένουν κόμποι στης χειραφέτησης τα άκρα
να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα
βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το μεσημέρι 
Από την ποιητική συλλογή της Βασιλικής Λόη «Μελιδόνι» (Νοέμβρης 2016)

Σκόνη (Νασόπουλος Νίκος)


Σκόνη μου λες
να γίνουμε
στο σύμπαν
και αστέρια,
μα εμένα
μου φτάνει
να κρατώ,
βράδυ
τα δυό σου χέρια,
με φεγγάρι
ολόγιομο
τ'Αυγούστου
κι είμαι
και πάλι,
σκόνη
από τ'αστέρια
κι απ'τη γη
και πάω
παντού
και ταξιδεύω

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (Β.Α.)


Δέσαμε το μουλάρι μας
απ’ των αιώνων τα τραχιά ριζά
κάτω από αρχαίο χρόνο κοιμηθήκαμε
με τον παλιό τοξότη
σε δασό ανταμωθήκαμε
κι απ’ τις γεροντικές τις αντηλιές
το μονοπάτι πήραμε και κατεβήκαμε
ως τις παλιές φτελιές.
Χνάρι το χνάρι απάνω σκαρφαλώσαμε
μέχρι του λύκου τη φωλιά
σ’ απόμερη απόκρυφη μικρή σπηλιά
προγγίξαμε
μικρά αγριοπερίστερα
και ύστερα
ήπιαμε αυγές και δειλινά
στ’ αγαπημένα της ψυχής μας τα βουνά
φύσης τον πόθο λίγο να δροσίσουμε
τον αναμμένο
μέσα στο κατακαλόκαιρο
με το νεράκι της κρυόβρυσης στο πλώχερο
ντυμένο με νυχτιάς τα γνέματα
μες σε δασιά ισκιά πλατανορέματα
κι αλλού γεμάτο αστράκια
και απάνεμο τον πίναμε
όταν την πρωινή σελήνη σβήναμε
στο λυκαυγές της νέας μέρας
που ’φερνε  ο ακτινόφωτος αέρας
μαζί με το πρωτόλαλο πουλί
από του λόγγου την αυλή
κι απ’ της πλαγιάς τα άγια κυπροκούδουνα.
Κι αλοχωρίτικα και τ’ άλλα κούδουνα
μια νέα δημιουργούσαν συμφωνία.

Στις φυλλωσιές με τα κρυμμένα αηδονίσματα
πο’ πάνω στήσαμε εικονίσματα
τελώνιο του λάγκαδου
να μην το συντυχαίνουμε
σαν στρατοκόποι αλλαχού πηγαίνουμε
λεφτοκαρυές γκορτσιές κοιτάζοντας
και ποταμιές χωριά κι αυλάκια στάζοντας
σαν οδοιπόροι ανταμώναμε
κι όταν νυχτώναμε
πόσες μορφές τα θάμνα παίρνανε
κι οι κλάρες
από  τα κεδρά από πούρναρα από έλατα
που γέρνανε
σ’ ορίζοντες τους μυθικούς και μαγεμένους
και με τη δύναμη
της μυθοπλάστρας  της φυλής ιστορημένους.

Κι ακόμα το ταξίδι συνεχίζουμε
στης ιερής εκείνης της απλότητας ελπίζουμε
το αρχινισμένο το ταξίδι να τελειώσει.
Κι ύστερα μούλα νια να σαμαρώσουμε
σε νέο αιώνα
και την πραμάτια την καινούρια
να φορτώσουμε
για άλλες κορφές
για άλλες στρούγγες
άλλες ρούγες
εκεί ν’ αρμέξουμε
τα κάλυβα να κτίσουμε
με τ’ άστρι  το πρωινό να τα σκεπάσουμε
στου χρόνου μες στις στάνες
όλο να γυρίζουμε
με των βουνίσιων σταυραετών
τις τιμημένες
τις αθάνατες φτερούγες.

Κ Α Λ Α Ν Τ Α Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α Σ 2018 (ΧrIstoS)


(στους πολιτικούς αρχηγούς).

Από λαϊκή χορωδία

Εισαγωγή



Άργησα τα Χριστούγεννα

να βγω να σας τα ψάλω ˙

βρήκα τις πόρτες σας κλειστές

κι είχα εισπράξεις πενιχρές .



Γι αυτό για την πρωτοχρονιά

νωρίς θα σας τρατάρω

να σας προλάβω ανοιχτούς

μήπως και τα ρεφάρω.



Κι αν τότε σας τα έψαλαν

του έθνους οι ηγέτες

ο ‘‘Δίας’’ κι ο ‘‘Απόλλωνας’’

οι νεφεληγερέτες,

τώρα…

θα τους τα ψάλει ο λαός

σ’ ωραία χορωδία

τρίβοντας στα μούτρα τους

αιώνων κοροϊδία ˙

και …

θα τους τα ψάλει για καλά

να κλείσει η τραγωδία.



Πρόλογος



Τα κάλαντα που είπατε

τ’ ακούμε χρόνια τώρα˙

τώρα και μας ν’ ακούσετε

θαρρούμε ήρθε η ώρα.



Και θα τα πούμε λαϊκά

χύμα και τσουβαλάτα ˙

όσοι μας κυβερνήσατε

τα κάνατε σαλάτα ˙



σαλάτα μακεδονική

με δυο αυγά μελάτα

μη σας κοπεί η όρεξη

στα δείπνα τα χλιδάτα.



Κύριο μέρος



Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

σπουδαίοι μας ηγέτες

που τη ζωή σας ζήσατε

αρχόντων υπηρέτες…



αρχιμηνιά και αρχιχρονιά

πουλήσατε κοψοχρονιά

τη χώρα την ομορφονιά

και ο μήνας έχει εννιά.



Καθίσατε επάνω μας

σαν την κακιά τη μόρα ˙ 

στον τοίχο μας εστήσατε

μας εκτελείτε τώρα ˙



να πάρετε σαν αμοιβή

αφεντικών διακρίσεις,

σε πονηρές off shor-ιες

μαύρες καταχωρίσεις,



λύτρα του ξεπουλήματος ˙

επαίνους και βραβεία˙

κι αφού εκαταργήσατε

την Κυριακή αργία,



βγάζετε τώρα στο σφυρί

τα σπίτια του κοσμάκη

χτισμένα με το αίμα του

και με ξερό ψωμάκι ˙



κι έχετε λάβει πρόνοια

εν πλήρη συμφωνία

να ξεπουλήστε μπιρ παρά

το μαγαζί γωνία.



Άλλα μας λέγατε πρωί

κι άλλα το ίδιο βράδυ

θέλοντας έτσι ύπουλα

να την ε βγάλτε λάδι.

Όμως…

τα ψέματα τελειώσανε

σας πήραμε χαμπάρι ˙

βρεγμένους θα σας κλείσουμε

σε καραβιού αμπάρι,



που θα σας πάει στ’ ανοιχτά

όλους τρελή παρέα,

όπως εκείνη η όμορφη

βάρκα του μπάρμπα Αντρέα



άμεσα αφού σαλπάρει ˙

το κρίμα να πληρώσετε

βαθειά θα σας φουντάρει

γιατί μας ξεπουλήσατε.





Τα ηνία θα σας πάρουμε

και για τη φρουτοπία

μόνοι μας θα σαλπάρουμε

στου Τομ την ουτοπία ˙



και πίσω μας αφήνοντας

μαύρη προϊστορία

θ’ αρχίσουμε να γράφουμε

αληθινή ιστορία ˙



χωρίς την εκμετάλλευση

ανθρώπων απ’ ανθρώπους

χωρίς πολέμους και στρατούς

χωρίς αφέντες και αστούς,



σε κοινωνία ισότητας,

γνήσιας αδελφότητας ,

πλέριας ελευθερίας

(κι όχι όπως της Τροίας…),



που σεις τη λέτε ανέφικτη

τη λέτε δυστοπία

μα είν’ η μόνη εφικτή

μοναδική ευτοπία….

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης