η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ (Γιώργος Αλεξανδρής)

Από τη συμβουλή ως και τη σύσταση,
η απειλητική ματιά κι ο οργισμένος λόγος,
εκεί, στην περιπολία, την επίβλεψη και τη σήμανση,
αυθαίρετα επέβαλαν τη δύναμη της εξουσίας
κι αυτάρεσκα συνταίριαξαν το επίτιμο προσωπείο,
με τη σιγουριά τ’ ανώνυμου και τη φυγοδικία.

Από το ξάφνιασμα ως και τ’ αναρώτημα,
ο αφανέρωτος φόβος και η απροσποίητη σιωπή,
εκεί, στην περιόδευση για τις πεζές ανάγκες,
ανακάλεσαν μνήμες παλιές σε  γυάλινες εποχές,
συγκράτησαν φωνήματα έκπληξης και αντιμιλιές
κι ως ένσταση αφέθηκε η απορία και η υπακοή.

Από την άρνηση ως και τη βιαιοπραγία,
ο αστέγαστος ελευθερισμός και οι επίπλαστες θεωρίες,
εκεί, στο χώρο της αντίδρασης και της μισαλλοδοξίας,
πυκνώνουν νεφελώματα σε σκοτεινές συνάξεις,
συντάσσονται ανατροπές σε πρακτικές κατεστημένες
κι αυτομολούν ανεύθυνοι κι ακόλουθοι της τάξης.

Από την επιφύλαξη ως και τη βεβαιότητα,
ο δόκιμος προβληματισμός και η ελεύθερη σκέψη,
εκεί στο επιστέγασμα της κριτικής και του ρεαλισμού,
αδήριτα αντιστέκονται σε συμπάθειες και πλάνες,
τη συνύπαρξη επικροτούν σε θέσεις και αντιθέσεις
κι ως ένσταση δηλώθηκε η  επανάσταση της λογικής.

Βιομηχανία βιομηχανών (Αλέξης Δάρας)

Φτωχή μου, δεν έχεις καμιά ελπίδα να ξεφύγεις

απ' τη φτώχεια σου.

Ό,τι υπήρχε χάθηκε

ό,τι υπάρχει τρεμοσβήνει.

Δεν ξεχωρίζουν πια οι φόβοι απ' τις ελπίδες σου.

Έγιναν πια τα καρφιά

ένα με τη σάρκα σου

και δεν ξέρεις τι πονάει πιο πολύ,

να τα έχεις μέσα σου

ή να τα βγάλεις.

Διάσπαση των ασπασμών.

Διάσπαση των ατόμων.

Διάλυση των εθνών.

Σύνδρομο διάλυσης της προσωπικότητας.

Υπηρεσίες διαλάλησης της θλίψης.

Βιομηχανία βιομηχανών

άβουλων και βουλιμικών .

Βρες χώρο για τις νευρώσεις,

χρόνο για τις υποχρεώσεις.

Μην ξεχάσεις να ταΐσεις το θηρίο.

Φτωχή μου, δεν έχεις μάθει αλλιώς να ζητάς

παρά μονάχα σκίζοντας τις σάρκες σου.

Θα χάνεις πάντα σ' ένα πόλεμο

που παραμένει ακήρυχτος

κι ό,τι έχεις να κερδίσεις πολεμώντας

σε πολέμους που κηρύξαν άλλοι

είναι μονάχα το να μάθεις

ότι είναι πλαστοί.

Πάντα εσύ γλυκιά μου είσαι ο στόχος.

Εσύ έχεις τη λύση.

Γιατί κάνεις πως δεν ξέρεις;

Γιατί δεν σου απευθύνονται τα δέντρα

τα μπουμπούκια;

Οι κρυφοί βοηθοί σου

γιατί δε σ' εμπιστεύονται;

Γιατί επιμένεις τόσο πιεστικά

να παριστάνεις τόσο πειστικά

το αδικημένο αντικείμενο;

ΕΜΠΟΔΙΑ (Άννα Νικ. Κουρκούλη)

Εμπόδια. Πανάκριβα, ανυπέρβλητα διόδια. Ο άνθρωπος φτωχός να τα περάσει. Μπατίρης από κότσια έχει αδειάσει. Τη βγάζει βολικά με μια ευτέλεια που άλλοτε θα ήτανε για γέλια. Εμπόδια.
Γυναίκες-άντρες στερούνται τα εφόδια. Και δεν αξίζουν δάφνες για να δρέψουν Αφού ένα άλμα δεν μπορούν ν αντέξουν. Ευτέλεια. Αυτή θα 'ναι η δική τους η συντέλεια. (Αγάπη. Τα εμπόδια σε νικούν, κάνε κάτι!)

ΘΑΛΠΟΣ (Αντώνης Μπουντούρης)

Όσοι μαθαίνουν εύκολα τη γλώσσα του χειμώνα

Ας μπουν


Ν΄αγγίξουν το ζεστό σπονδικό σκεύος

για τις προσευχές

Επιτρέπεται.

        

Μαυροντυμένα αινίγματα μόνο να μην πουν

κι ελπίδες να μη μοιράσουν

Απαγορεύεται.


Αντώνης Μπουντούρης -απο την ποιητική συλλογή ΕΚΜΑΓΕΙΑ ΑΝΕΜΩΝ-2029 Εκδόσεις Κουκκίδα

Εν Οίδα Ενσώματος (Νίκος Τερζής)

 «Εν Οίδα ότι Ουδέν Οίδα»

Αίφνης Χειροκρότημα Αιώνων

σκέπασε του Σωκράτη τη Φωνή:

«… και ουδέν μελέτησα»

 

Εν Οίδα ότι άλλος έχει τη Χάρη

κι άλλος το Παγκάρι

 

Εν Οίδα ότι «Μεταβάλλον Αναπαύεται» ο Λογισμός

αν όχι της Τραπεζικής Θυρίδας ο Λογαριασμός

 

Εν Οίδα ότι Τίποτα δεν πάει Χαμένο

ακόμα και Κατουρημένο

 

Εν Οίδα, ότι στην «Έρημη Χώρα» η Χλωρίδα

φύεται στου Τελαμώνιου Αίαντα

τη θαμμένη επταβόδινης επένδυσης Ασπίδα

 

Εν Οίδα ότι η μόνη Δί-κροκη Αμαρτία

ονομάζεται:

1. Ανία

2. Απληστία

Εκκινεί θρασύδειλα εκ του Ανθρωπάριου

– άλλοθι έχουν γνωστού Τροπάριου –

εξαπλώνεται υποχθόνια με τερατώδη Ευωχία

ανθρωπόμορφου Μεγαλοκαρχαρία

 

Εν Οίδα ότι Αν-Άπειρος είναι ο Θεός

δεν μπορεί να’ χει Αυτογνωσία

 

Εν Οίδα, ότι Θεός είναι η Σκέψη

Άλλοτε σαν Καταιγίδα

Κι άλλοτε σαν Φαλαινίδα

Ψυχανεμίζεται Χαμένες Ατλαντίδες

Πλοηγός «Συλλογικού Ασυνείδητου»

Τεθλασμένη Ηλιαχτίδα

 

Εν Οίδα ότι Τέχνη Αληθινή

δεν είναι εκείνη που εξηγεί

το Νόημα δεν καταδίδει σαν Ρουφιάνα

ούτε φέρνει σε μια ολόκληρη γενιά

«τα πιο βαθειά Χασμουρητά»

 

Εν Οίδα ότι άλλο Κιάτο

– Ελεγκτής Τρένου Αναγγέλλει –

κι άλλο Πιάτο

στην εποχούμενη Ενύπνια Λιχούδα μαντάμ Τσιφόρου

προβάλει Μαγική Εικόνα παρ’ ελπίδα

ευωχούμενη επί Πιάτου μία Αφράτη Συναγρίδα

 

Εν Οίδα ότι δεν Οίδα

πόσα Απίδια πιάνει ο Σάκος

πόσα Φίδια χωράει ο Λάκκος

σε τι απροσμέτρητο βάθος βρίσκει

η Πτώση του Ανθρώπου Πάτο

 

Εν Οίδα ότι στις Άπειρες Εκδοχές του Αριθμού Τρία

βρίσκεται πάντα η Διαλεκτική Σύνθεση και η Συν-Ουσία

η ενότητα του Ανθρώπου με τη Φύση

 

Εν Οίδα ότι το Κώνειο Ελιξίριο πικρό

είναι του Σωκράτη προς Αόρατη Πατρίδα

Αψηφώντας Εξουσίες

Σφυρηλάτησε στους Νέους Σικάτες Απορίες

Περιέλουσε Παγιωμένες Πεποιθήσεις

Περιλάλητες Ανέμπνευστες Τεμπέλη Ρήσεις

Πως τάχαμ δήθεν «η Ζωή είναι Μικρή»

στου Δικαιόπολη το Φιλειρηνικό Τσαρδί

 

Αλλά δες, από Άμβωνος ο Τσιόδρας ψάλλει πληροφορεί

της Δυναστείας βαραίνει η πιο πρόσφατη Απειλή

στεφανώνει την Κορώνη, μας μαντρώνει στη Μεθώνη

ο ιός με την Κορώνα κι ο Λοξός με τη Βελόνα

σύναψε μετά του Θηρίου Συμμαχία Εμβολίου

 

Εν Κατακλείδι σε Άπατη Λίμνη πετώντας το Κλειδί

Εν Οίδα εκφρασμένο παιδιόθεν Αγγλιστί

Ανυπερθέτως Προτροπή Μπαλάντας Αντηχεί:

 

«The rules are to be broken

At last the love words to be spoken»

 

Νίκος Τερζής [εν Μυτιλήνη μετά Συγχωρήσεως >>Αύγουστος 2020]

Η ΠΟΛΗ (Φαίη Ρέμπελου)

Άσχημη πόλη

όμορφα φτιασιδωμένη

ακατάλληλη για ενηλίκους ώστε

πέρα απ' τις πολύχρωμες λάμπες

στις γέφυρες,τα κάστρα και τις πέργολες

να μην φωτισθεί ποτέ.

Άσχημη πόλη που καιροφυλαχτείς σαν άγριο κοράκι για όσους θα σηκώσουν κεφάλι κι ανάστημα..

Ένα πέπλο ομίχλης φοράει την πλάνη σου,

τα κύματα της θάλασσας σκεπάζουν τον λόγο.

Όχι πια πετριές στη λίμνη σου

η' αφρούς στο σιντριβάνι.

Τ' όνειρο των ανηλίκων τέκνων σου

να φύγουν μακριά.

Άσχημη πόλη,

είμαστε πλέον κάμποσοι

που δεν κάνουμε για σένα:

Είμαστε γυμνοί

και ζωσμένοι με πυρομαχικά

ΑΣΤΑΘΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ Ή ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΒΥΣΣΙΝΙ (Καρίνα Βέρδη)

Όταν νυχτώνει οι άνθρωποι ψάχνουν φωτεινά σημεία

Τα σήματα του αέρα επιστρατεύουν τα πουλιά

Μια ταμπέλα γίνεται για λίγο βυσσινί

                     Ώσπου να ανάψει καλά

Και να υποσχεθεί αποδημητικές συνέπειες

Καλώδια προσμονής και άκρα ζήση

Στην πεινασμένη σκέψη μου

Το ηλεκτρικό βυσσινί ένα ερωτηματικό

Σε ζεύξη

Με το κατοπτρικό είδωλό σου

Μήπως είσαι εσύ;

Μήπως ήρθες;

Ή άλλη μια νύχτα θα ξεψυχήσει

Γυρνώντας το κλειδί στην εξώπορτα


~Από τη συλλογή  Ηλεκτρικό βυσσινί, Όστρια, 2018~

ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΠΟΛΗ (Γιάννης Γερογιάννης)

Μουσική διαπασών και κιθάρα
σαν τραγούδι παλιό η Ελλάδα
μας χαρίζει ζωή κι άσπρο φως.
τραγουδάς στου σπιτιού τη βεράντα
μ’ έναν ήλιο να κάνει καντάδα
κι όλα γίνονται τότε χορός.
Μεθυσμένη σαν πόλη για πάντα
με του ήλιου κρασί και μπαλάντα
μας κερνάς μουσική και ομορφιά.
Μα αν ακούς του κορμιού τη λαχτάρα
όταν δίπλα σου παίζω κιθάρα
να μου δίνεις ρυθμούς με φιλιά.

Του μηδενός και του ενός (Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Έστω ένας
απ’ τα τείχη τα πανύψηλα να κρεμαστεί

κλέφτης
εραστής
πολεμιστής
κουρσάρος.

Να μη φοβηθεί.
Να μη ρωτήσει.

Κόκκος σκόνης από βράχο
σαν κλάμα λάβας με φωτιά να ξεχυθεί
ραγίζοντας την πιο λιγνή ρωγμή

αχός της φλέβας ν’ αντηχήσει
του μηδενός και του ενός
σάλπισμα τροπαιοφόρο.

Αλίμονο (Δημήτριος Καραγκούνης)

Αλίμονο και μη σε νοιάζει
οι φύλακες είναι μιλημένοι μου και έχουν το μαύρο μας
μες την φωνή
έλα εδώ και μη σε νοιάζει
είναι η χαρά ζωή μας και φιλί αιώνα

Γλάρος (Θώμη Μπαλτσαβιά)

Είμαι ένας γλάρος...ένας γλάρος που ελεύθερα πετά...ο ουρανός είναι δικός μου...σπίτι μου τα σύννεφα να ξαποσταίνω...να κρύβομαι από την ασχήμια του κόσμου...να ονειρεύομαι...
κρεβάτι μου η θάλασσα και φίλοι μου τα κύματα...τους καημούς μου κρύβω στις αναδιπλώσεις τους και τα μυστικά μου εξομολογούμαι ..
Είμαι ένας γλάρος...ανοίγω τις φτερούγες μου και πάω κόντρα στους ανέμους...δε με τρομάζουνε καιροί μήτε εσύ με τρόμαξες....
βλέπω τα πάντα από ψηλά..σαν θελήσω τις πληγές μου να γλείψω..πιάνω απόκρυμνους γκρεμούς ...εκεί κοντά σε αητοφωλιές σε θυμάμαι...
είμαι ένας γλάρος κάτασπρος...δεν με λέρωσε τίποτα...ακόμη τα μάτια μου γυαλίζουν και λαίμαργα τον κόσμο θωρρούν...
έχω ψυχή παράξενη που δεν κατάλαβες ποτέ...
σαν θέλω να κλάψω πηγαίνω και τρυπώνω στη γραμμή του ορίζοντα..περιμένω τον ήλιο να κάνει τη βουτιά στου δειλινού τη δόξα και μαζί του βουτώ ...εκεί σε βλέπω πάλι...
με τη βροχή βαφτίζομαι...αυτό που δεν έμαθες ποτέ πως είμαι...
είμαι ένας γλάρος...πληγωμένος μα περήφανος..βάζω ηλιαχίδα στην καρδιά μου και πετώ ξανά...κι εκεί που πάω δεν υπάρχεις...

Ευκαιρίες… (Ελένη Σέττα)

Μια μέρα, ακόμα, στο τεφτέρι 
κι όλο ζυγώνει καλοκαίρι, 
ο ήλιος άρχισε να καίει, 
μα η καρδιά ακόμα κλαίει.
Πολλοί οι «παπάδες» στη τιβί, 
μ’ ακόμα η εικόνα είναι θολή 
κι αυτή, η μαγική, η λύση, 
κάπου αλλού έχει κολλήσει.
Άδειοι οι κάδοι, από σκουπίδια, 
παντού καημός κι αποκαΐδια,
σκηνές π’ ατάκτως είν’ ριγμένες, 
ψυχές, ποντίκια, στοιβαγμένες.
Τι κι αν ανθίζει το χορτάρι 
κι η ανθρωπιά, με το καντάρι, 
ο πόλεμος καλά κρατεί, 
παντού το χρήμα διοικεί.
Πονά η καρδιά στο στήθος μέσα, 
ο άνθρωπος δεν έχει μπέσα, 
λυμαίνεται την δυστυχία, 
η συμφορά είν’ ευκαιρία.

Πορφύρωμα ζωής (Γιώργος Αλεξανδρής)

Κι όσο τα χρόνια πλήθαιναν
με μιαν ανελέητη ευκολία και σειρά
και στένευαν οι αλλότριες κι ασύμμετρες εποχές
σε μια άκληρη, απρόσωπη εφημερία
κι έναν ανώριμο και μακάριο εφησυχασμό,
λιγόστευαν τα όνειρα και οι προσδοκίες,
μίκραιναν οι ελπίδες και οι αναμονές
κι οι μέρες ασύνταχτες και δίχως τελειωμό,
δυσοίωνες γλιστρούσαν στη δυσθυμία και την ενοχή.

Κι όσο οι νύχτες αιμορραγούσαν
κενά ψυχής και απουσίες οραμάτων
σε κρυφούς καημούς κι επώδυνες ομολογίες,
αν και η φαντασία σμίλευε σεμνές συνωμοσίες,
αφουγκρασμούς ουράνιους κι επίγειες ανταμώσεις,
απαντοχές ευδόκιμες κι αρμένισμα ευτυχίας,
πέζευε η ζωή χλωμή στου νου τα σταυροδρόμια,
αβάσταχτη συνήθεια σε δόγματα και ρήσεις,
ανάγνωση ρηχή χωρίς προγνώσεις κι αποδράσεις.

Κι όταν η σύνεση ψηλάφησε
την ομορφιά της αρετής και την τελείωση του ήθους
στην αναστάτωση της ψυχής και την πυρπόληση της μνήμης,
στο στέγασμα της μοναξιάς και της  τελετουργικής σιωπής,
συστοίχισε τα καθημερινά με στοχασμό και βλέψεις
στον έρωτα και το σεβασμό μ’ αισθήματα αμοιβαία,
συμμάζεψε τα χθεσινά, τα υψιπετή και σκόρπια
απ’ τ’ άγια σεληνόφωτα και τις αστροφεγγιές τις πλέριες
για το κοινό  κι ανέφελο πορφύρωμα της ζωής.

Ουράνιο Τόξο (Ανδριάνα Μπιρμπίλη)

Πιάσε το χέρι μου να σηκωθείς
και δώσε μου το τόξο,
θα γίνει το πινέλο μας,
με αυτό και λίγο χρώμα,
θα χρωματίσουμε τον κόσμο.
Είναι μία μπόρα θα περάσει,
και ύστερα θα φανεί,
το πιο όμορφο ουράνιο τόξο.
 Θα τρέχουμε με τα παιδιά,
ξανά στις γειτονιές,
 και το φιλί θα έχει
την γεύση από δυόσμο.
Κοίτα τον ήλιο πώς χαμογελά,
αυτός μονάχα ξέρει,
να φέρει στις καρδιές μας,
πάλι το καλοκαίρι.
Θα κελαηδήσουν πάλι τα πουλιά,
θα ανθίσουν τα λουλούδια,
και εμείς θα τραγουδάμε,
χαρούμενα τραγούδια.

Στροβιλισμός (Δημήτρης Κουρκουμέλης)

Δημιουργία μας, οι λέξεις

Πρόσεξε τι θα πιστέψεις.

Ό,τι έχει φως δεν είναι ήλιος.

Με Το Λόγο, φανερώνεται η λογική μας,

Μα κρυμμένες οι προθέσεις της ψυχής μας.

Ορίζουμε τις επιλογές

που μας ορίζουν.

Οι χαρακτήρες μας καθορίζουν.

Ρολάκια παίζουμε,

σε παρωδία.

Κρύβοντας με άνεση

την τραγωδία στην κωμωδία.

Ενέσεις μας οι ανέσεις μας.

Φιλτράρονται οι σκέψεις μας.

Όλες οι υποθέσεις

αφορούν τις ορέξεις ,

Διαστρεβλώνονται οι σχέσεις .

Αναθεωρημένες απόψεις

Βελτιωμένες  αποδόσεις

Τρέχα να μη νοιώθεις.

Σα Δερβίσης του σύμπαντος,

ο στροβιλισμός μιας μαύρης

τρύπας,

που καταπίνοντας τα πάντα,

ενώνει το τίποτα με όλα.

ΦΛΟΓΑ (Χριστόφορος Τριάντης)

Έτσι είναι οι άνθρωποι :
τις νύχτες με βροχή
αφήνουν τα παράπονα 
και τις στάχτες αναδεύουν ,
δίχως να βρίσκουν φλόγα.
Έσβησε  –κάπως- νωρίς
στα θέατρα και τις λεωφόρους.
Ούτε φρυκτωρία έγινε
στις κορφές,  
ούτε φώτισε –λίγο - την αγάπη.  
Μα , χωμένη στα καταλύματα της  τύρβης
θαύμαζε   τους αριθμούς
και στέρεψε από ντροπή.
Στεγνή έμεινε σαν πληγωμένο δέντρο,
που τους διαβάτες  ικετεύει
να δέσουν τις πληγές του …

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης