η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

EKEINH TH NYXTA (Γιώργος Αλεξανδρής)

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της λειτουργίας και ανάτασης των ψυχών,
της υμνωδίας και σαγήνης των μακαρισμών,
που αναμετριόμασταν με το χρόνο και τον κόσμο
και δικάζαμε βιαστικές τις επιλογές μας,
αστόχαστες τις στάσεις και άγουρες τις συμπεριφορές,
εκείνη τη νύχτα ανακαλύπταμε τη ζωή μας
σε κοντινούς ορίζοντες και μικρές καταθέσεις,
σε όνειρα φτιασιδωμένα κι αδέσποτες προσδοκίες.

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της απροσποίητης έκπληξης και χαράς,
της ομορφιάς της αναστάτωσης και των πόθων
που αρνηθήκαμε τη σοφία των συμβιβασμών
και παραδοθήκαμε στην αρετή των ευαισθησιών
και τη θελκτική μαγεία απόκοσμων φωνών,
εκείνη τη νύχτα διαφεντέψαμε τη ζωή μας
σε  πρωτόφαντες λαχτάρες και μύχιες πεθυμιές,
σε άγνωστες διαδρομές και μακρινές περιπλανήσεις.

Εκείνη τη νύχτα,
τη νύχτα της περισυλλογής και της γνώσης,
της μυσταγωγίας, της έκστασης και των ασπασμών
που μαρτυρήσαμε κοινές καταφυγές και αποδράσεις,
που αφουγκραστήκαμε σκιρτήματα και κατανύξεις,
ανίσκιωτα βλέμματα και λόγια αναμνήσεις,
εκείνη τη νύχτα διακονήσαμε τη ζωή μας
σε ιερά θυσιαστήρια και άσπιλα άβατα θεών,
στου  έρωτα τα μυστικά  λιοστάσια των  θνητών.

Ανοίκεια Αγιογραφία (Νίκος Τερζής)

Εγώ, ο «κλώθει σαυτόν» άπλειστος ποιητής
ιδρύω την εκκλησία των Αχράντων Συνειρμών
κυρήττω μετά αναστεναγμών και ενίοτε βδελυγμών
από τον άμβωνα  performanceτε σουρεαλισμόν

Η ατίθαση γυναίκα τόσο μακριά τόσο κοντά
ακουμπάει στη καρδιά του μυαλού μου
είναι η γυναίκα που ποτέ δεν θα γίνει γυναίκα μου
Δεν ήρθε να θυσιαστεί ξανά ούτε με βαμβάκι, ιδού
απολαμβάνει από αριστερού ψάλτη στασίδι

Η γυναίκα μου που ποτέ δεν θα γίνει γυναίκα μου
αδελφομάνα του Βορά με επιδερμίδα σταριού Ξάνθης
ανοιχτό αίνιγμα στον Κόσμο σε ελεύθερη ένωση
–έπαιξα άναψα κάηκα σιμά της
νιώθω Βαλμόν χωρίς δίχτυ ασφαλείας στις Επικίνδυνες Σχέσεις
με εθίζει μεkeywords αυτοκόλλητα και φωτομυνήματα του Viber
έως ότου ο αφρός των κυμάτων το παιδικό ασήμι
μας ραντίσει με καινούρια νέα
η γυναίκα μου που ίσως κάποτε γίνει για λίγο γυναίκα μου
κοινωνεί αστραπιαίους συνειρμούς που στριβολίζονται slowmotion
κι ανυψώνονται από τα μάρμαρα
της αβύσσου πυγολαμπίδες οι ψίθυροι
και γλυκιά η θέρμη η ανείπωτη
ώσπου η δίκογχη πηγή της γυναίκας μου
χοντρές σταγόνες αναβλύζει σαν
από χείλη κορδωμένου Ανθυποτσαλαπετεινού
και κεφίρ μυχού σπηλιάς Αμβροσίας
εκτοξεύει στον πανύψηλο θόλο
βρέχει κατάμουτρα τον Παντοκράτορα
ΕΑυτός προβάλλοντας στα αναρίθμητα παιδιά του δαιμόνια άπειρο δύναμη
χαμογελά αδιόρατα κάτω από φρύδια τόξα ουράνια
το μάτι κλείνοντας μας 

Μίλα μου νύχτα (Γιάννης Ντέλλας)

Νύχτα γιατί δε μου μιλάς
πού είναι η γλύκα σου
πού είναι η έξαψη
το βήμα τ' αλαφρό
το μυρωμένο απόγεμα
νύχτα καρδιά μου
πού είσαι
πού να βρίσκεσαι
σε ποια περβόλια ξένα
ξένες καρδιές
μεταναστεύεις
το μέλι στάζεις

ΦΥΛΛΟΡΡΟΟΝ ΗΜΑΡ (Β.Α.)

Χινοπωριά.
Μολυβδωτή σκέπασε η αντάρα
γυμνή απόκρημνη κορφή ψηλά στον ουρανό
μουντόχρωμη στη δίψα της η παλιακιά η σάρα
σκούρα τα φύσης χρώματα στο αρχαίο το βουνό.
Και κάτω
απ’ τη νεφελή
της ερημιάς ομπρέλα
βελάνι σ’ όχτο κύλισε δίπλα στο κολχικό*
ανάδεψε μία μικρή του λόγγου κουκουμέλα*
κι ένα άλλο νεοφύτεμα σπάνιο εποχικό.
(Η στάλα πάνω ιρίδισε στης πέτρας την ψυχή
κι άφησε χίλια χρώματα σε ηλιαχτίδας μάτι
κι ύστερα σ’ ένα ράγισμα
σε πέτρας αμυχή
κύλησε πάνω σε πετρό καινούριο ένα κομμάτι.)
Κι οι φυλλωσιές που φόρεσαν χρώματα γιορτινά
τα ρόζ τα μπλέ τα κίτρινα πορτοκαλιά και τ’ άλλα
σκαρφαλωμένες
πέφτουνε αέρινα απαλά
από καιρού το διώξιμο απ’ τ’ ουρανού τη σκάλα
στη νοτισμένη κάτω γη σε φθινοπώρου σάλα.
Μόνο η βοή του ποταμού στην πατωσιά σου κράζει
<<Καλό χειμώνα>>
και κυλάει κατά τα χειμαδιά
με κείνη την αργόσυρτη στο πρωτοβρόχι βιάση
ντυμένος με την καφετιά του άγριου την προβιά
που του ’βαψαν νεροσυρμές λαγκάδια καταιγίδες
στούρνες* που κάτω κύλησε το άγριο γιδερό
μέσα στα αστραπόβροντα και σε φωτιάς αχτίδες
κι άλλαξε χρώμα ο ποταμός και χρώμα το νερό.
Τα σπίτια έρμα !
Η εκκλησιά
στη θλίψη της κλεισμένη
μια μυστική στον κόρφο της ψελλίζει προσευχή
και το σχολείο ερείπιο με την καρδιά σπασμένη
σε μια γρια δίπλα καρυά
αργά ψυχοραγεί.
Ψευτορωμαίικο
παλιά λένε πως είχε γίνει
κι έταζε για την αρχή λαγούς με πετραχήλια
μα η καρδιά ενός λαού έτσι άρχισε να σβήνει
κι απόμειναν τα υστερνά τα γκρέντζελα* σταφύλια.
Κι αυτά ως πότε
κλίματα τα νια ποιος θα φυτέψει
και ποιος καμπάνα της ψυχής στα χρόνια θα χτυπήσει
στην κούνια νεογέννητο ποια μάννα θα χαϊδέψει
το λόγο το γεροντικό ξωπίσω ποιος θ’ αφήσει.
Άλαλα χρόνια
μπάλαλα
μούτα* που βαριακούνε
και χαραμάδες ψάχνουνε σ’ απάνθρωπα στερνά
σαν όχεντρες εκπτωτικές μες σε σχισμές να μπούνε
και να κρυφτούνε
σε σαθρά του χρόνου τα φερνά.
Ξυπνάτε
σκλάβοι και αστοί
Ξυπνάτε οι αστυσκλάβοι
βάλτε το νου στα χέρια σας τον ήλιο στην καρδιά
πριν του θανάτου
οι τάριχοι της γυάλας οι εργολάβοι
σας στείλουν στην αγύριστη τη σκοτεινή βραδιά.
Και βγάτε ν’ αγναντέψετε γεφύρια καμαρούλες
αετόφτερα και νέφελα ψηλά στον ουρανό
βράχια πετρά πλαγιές ριχτές κι απόκρυφες βρυσούλες
το θαυμαστό που αφήσατε ξωπίσω σας βουνό.
Κι υμνήστε με τον έσπερο επιστροφής το θάμα
κι υμνήστε με αυγερινό τον έναστρο ουρανό
επιστροφής σωτήριο της γενεάς το τάμα
στο αγαπημένο της ψυχής και της καρδιά βουνό.
             
κολχικό*- λουλούδι φθινοπωρινό
κουκουμέλα*- μανιτάρι
γκρέντζελα*- κλίματα αναριχώμενα
στούρνες*- πέτρες
μούτα* άλαλα

Οπτασίας πάθη (Δήμητρα Σαμοΐλη)

Γιατί υπάρχουν βράδια που δεν χωράνε και κάποιες μέρες απλά δεν τσουλάνε... και οι αναμνήσεις δεν φτουράνε... Η υπεροχή ενός παρανοϊκού μυαλού και η μετριότητα της κανονικότητας, υπολογίζεται από το χρώμα που παίρνει το φως του ηλιοβασιλέματος, όταν πέφτει στους άσπρους τοίχους, κοιτώντας μέσα από ροζ γυαλιά! Κι αν εμείς είμαστε εδώ για να σκορπίσουν τα κομμάτια μας σε κάθε πεινασμένο; Τι θα κάνεις τότε; Θα κοπείς; Η θα δειλιάσεις και θα πεις «τέτοιο φορτίο εγώ δεν παίρνω»… Σε όλα μου τα ποιήματα, αγάπησα την ελευθερία Και μέσα στην περίσσια οχλαγωγία Μόνη, αντιμέτωπη, με την δική μου οπτασία Ω, Τρισμέγιστη ανάλγητη φαντασία Δεν έχω θέμα για να γράψω Απλά μ' αρέσει η κίνηση του στυλού πάνω στο χαρτί και το πώς ξεπηδάνε οι λέξεις από το υποσυνείδητο. Κι έτσι, πιάνω το στυλό και γράφω, ενώ ονειρεύομαι απείθαρχες πολιτείες και ξεσηκωμένα πάθη ταυτόχρονα παρακολουθώντας την διεργασία του πως βγαίνουν όλα αυτά από μέσα μου και τι πρόκειται να κάνω με την συνειδητοποίηση τους…

*rain in tears. Frere Jacques* (Δρακοπούλου Αθανασία)

Πεπεισμένος και σηκωτός. Ανασαίνω ακόμα απέναντι στο γυαλί. Που με ενώνει με τα γεγονότα. Της χαρακωμένης ελευθερίας μας. Κρύος, οικείος, γελειος, με πληρωμένη συνείδηση, ο έξω απ' τον άνθρωπο κόσμος. Με τρομάζουν τα παιδιά... Για την ακρίβεια μου γεννούν Δέος. Είναι θεοί σε εγκλωβισμένα μικροσκοπικά κορμιά. Μα εγώ δεν τα πάω καλά με τους Θεούς! Μου γεννούν ένα τσουβάλι ερωτήσεις κάθε τόσο. Στις μέρες μας, επανάσταση σημαίνει επιδείνωση του καιρού. Να πηγαίνεις με κόντρα τον Άνεμο. Να μην κρατάς ομπρέλα στη βροχή. Να μην ρίχνεις κάτι πάνω σου. Ο άνδρας, σημαίνει επιβήτορας. Η γυναίκα έρμαιο της ζυγαριάς και της βλεφαρίδας. Πορσελάνη στα δόντια, για σκέψου... Κάποτε την βγάζαμε μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα απ' το σερβαν να φάει το σόι και να φαγωθεί ευχαριστημένο. Σήμερα την χτίζουμε στα χαμόγελα μας. Οι άνθρωποι ανοίγουν το στόμα και κλείνουν τα μπούτια... Ή αντιστρόφως ανάλογα. Ανοίγουν τα μπούτια και κλείνουν το στόμα... Μέσα σε όλες τις απώλειες η γόνιμη αυθαιρεσία , απώλειας της ανθρώπινης επιθυμίας. Βουρκώνω σαν βροχή... Όταν συναντήσω πλέον κάτι αυθεντικό. Κάτι που μέσα στην βλασφημία του ή την αφέλεια του, εμπεριέχει " ορούς αληθείας". Προχωράμε λοιπόν... Λαβωμένοι και μεταλλαγμένοι. Προχωράμε. Προχωράμε μέσα στη βία σε δρόμους λασπωμένους σε κατάσταση αγρυπνίας. Στα αβέβαια βήματα. Δίποδα γουρούνια εκσπερματώνουν.... Παραβλέποντας ανθρώπινα κυλιόμενα, ανθρώπινα "κουφάρια". Παντού πέφτουν υπογραφές, για κάτι, για κάποιον. Γλοιώδεις υπογραφές.. Οι άνθρωποι του "πνεύματος" ακολουθούν την οσμή του οινοπνεύματος. Στάζουν τα μάτια αίμα... Η βροχή , σκληρό rock με το αγέρι. Μπουμπουνιζει..Μπαρούτι. Και η Ζωή μας .Παραγραφή εκτάκτου καιρικού φαινομένου.
* rain in tears.
Frere Jacques*

Στην κάμαρα με τα σπιθίσματα (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)

Νύχτα βαθιά
κι αυτοί
πλούσιοι σε ώρες
πάμπλουτοι σε στιγμές

άοπλοι οπλίτες

ζουν κι εορτάζουν
στην κάμαρα με τα σπιθίσματα.

Γεμίζουν τα ποτήρια τους
αφήνουν την τύχη να σκορπά
τα σάουντρακ μιας άλλης εποχής

πλαγιάζουν
και βυθίζονται σε γαλακτώδη κείμενα
κι όλο γλιστρούν με το φως των κεριών.

Άλλο δεν κάνουν
πάρεξ να λούζονται στα νάματα των νοημάτων
να καίγονται στ’ ανάμματα φλεγόμενων λέξεων.

Το πάρτυ πνέει τα λοίσθια (Διονύσης Φραγκόπουλος)

Εντελώς αναμενόμενη η πορεία που χρόνια στήνεις
με καταστροφολογίας εμμονή σε σενάρια που
η συλλογική μανία μορφοποιεί αλόγιστα
καταφέρνοντας θαυμάσια έλξη στο απευχόμενο…

Διαρκώς στριμώχνεις το ποθητό σε γωνιές
σκιερές όπου το φως σου αποτελεί ουτοπική
ακτίνα στέρησης εμπεριέχοντας στοιχεία
παραμυθένια ενδεδυμένα νέων μύθων…

Εν τω μεταξύ παρενδυσίας φαινόμενα
ελκύουν προβολείς εισαγωγής ενώ εσύ
στέκεις άλαλος βουλιμικά ρουφώντας
στοιχεία που σηματοδοτούν την επόμενη
φάση της προδιαγεγραμμένης διολίσθησης
δέσμιος εθιστικής αγκύλωσης σε κατανάλωσης
πολύχρωμη φούσκα αυτοκτονικής αποχαύνωσης.

Παρακαλώ σπανίως αλλά οι περιστάσεις το απαιτούν,
στο όνομα όλων των απανταχού άγρυπνων
στις τέσσερις μεριές του μπούσουλα που χάσαμε,
όσοι ξυπνάτε σκουντήστε και τους διπλανούς σας…

…διότι κάθε καλός παρτάκιας συνέρχεται
τσιτώνει
αφυπνίζεται
ενεργοποιείται

όταν του καταστρέφουν το όμορφο πάρτυ που έχει στήσει…

Το δικό μου δρομολόγιο (Ελένη Γιαννάκαρη)

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Έτσι που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα σκοτεινό νεφέλωμα
Ήμουν το αγαπημένο τέκνο
Της αμφισβήτησης και της τρέλας
Μέρωνα μόνο κοιτάζοντας κατάματα
Τις βρόχινες στέρνες να βοούν με μανία
Τις νύχτες που η νοσταλγία σβήνει
Το φέγγος της σελήνης από τη μετόπη της πατρίδας
Ανδρώθηκα και ψήλωσα
Δίπλα στα άβατα μέρη του σύμπαντος
Εκεί που οι Αμαδρυάδες μεταβαίνουν οργισμένες
Σε χιλιόχρονους κορμούς
Για να αφανίσουν τον πέλεκυ
Που μάτωσε το σκισμένο φόρεμα τους
Περιπλανήθηκα απέλπιδα στους λειμώνες του Άδη
Ώσπου στο τέλος αφυπνίστηκα με αίμα
Κλώθοντας κόκκινα μαντήλια μεταξωτά
Στόλισμα να τα βάλω στον ιδρωμένο τράχηλο του κόσμου!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Απαρχής ξεδιάλεξα για φίλες μου
Τις εξώκοσμες νεράιδες με τα αμίλητα πρόσωπα
Έζησα διαιρεμένη
Ανάμεσα στον Έρωτα και τον Θάνατο
Σχεδιάζοντας με χέρι τρεμάμενο
Τον επάλληλο κύκλο της αρχέγονης αλήθειας
Έπλασα μύθους άφευκτους και δυνατούς
Γεννήτορες της κρυφής σκέψης
Με μόνο εργαλείο
Την λεπίδα και τον άκμονα των αστεροειδών
Σαν ασκητής βίωσα την μέθη της λύτρωσης
Στήνοντας βωμούς ορειχάλκινους
Με την πατίνα της φαντασίας σε ορμίσκους αθέατους
Εκεί που οι Θεοί των Φοινίκων προσαράζουν τις λέμβους τους
Κυνήγησα της μέλισσας το ταξίδι
Και σε ανθούς υπερβατούς γονιμοποίησα το βρέφος της αγάπης
Μη λείψει το αχνογέλιο από τον λίκνο του κόσμου και λαβωθώ!

Πριν γεννηθώ κατοίκησα
Σε ένα φωτεινό νεφέλωμα
Εκεί προετοιμάστηκε
Η έλευση μου στο κόσμο
Το χέρι κράτησα της αστραπής
Έτσι που πύρινα φτερά
Φύτρωσαν στους ώμους μου
Συγγένεψα με τους ουράνιους ποταμούς
Κι απείθαρχη χωρίς κοίτη και μέρισμα
Απλώθηκα πάνω στης γης το κρησφύγετο
Θησαυρούς συνέλεξα από τις αλυκές των άστρων
Έτσι που να μην πεινούν τα όνειρα
Που τα παιδιά πλάθουν στον ύπνο τους!

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ (Ντόνα Πένεβα)

Είμαι εκεί που θέλω να είμαι,
είμαι μ' αυτόν που θέλω πολύ.
Είναι ο κόσμος τόσο μεγάλος
και είμαστε εμείς τόσο μικροί.

Είναι γεμάτος με λέξεις ο κόσμος 
που μας γεμίζουν με λύπη, χαρά.
Μια από αυτές ,αγάπη μου,δώσε μου
να ευτυχήσω κάθε φορά.

Και όταν κοιτάζω τα μάτια τα οποία
με κάνουν να βλέπω την ομορφιά
βγαίνουν οι λέξεις αυθόρμητα έξω,
δεν ψάχνω στον νού, είναι στην καρδιά.

Ποιός είναι ο λόγος να υπάρχουν οι λέξεις 
αν δεν μπορείς να τα πεις σε αυτόν
δίχως τον οποίον δεν μπορείς να αντέξεις
στον κόσμο των λέξεων και των σκιών.

Οδυσσέας (Γιώργος Γκρίλης)

Κατεβαίνω στα υπόγεια των ματιών σου
μες στα δόντια μου ο φακός –τριγύρω πλήθη
οι σκιές, όλες ριγούν…  σαν παραμύθι
λίγο – λίγο γίνομαι και πιο δικός σου

Στο κατάρτι σου δεμένος για να αντέχω
στα στενά σου, όπως με σπρώχνουν οι χειμώνες
πως γεννήθηκα, θα πουν, για τους αγώνες
μόνο εγώ ξέρω πως ό,τι είσαι έχω

Και δεν θέλω να κουρσέψω καμιά αλήθεια
ούτε ζω για να παλεύω Ποσειδώνες
κι αν με τρώνε μία ζωή οι Λαιστρυγόνες
δεν ζητώ μια Ιθάκη, ούτε μια συνήθεια

Θέλω στα μάτια μου ν’ ανθίζουν διαρκώς οι νέοι τόποι
να ‘ναι η αγάπη μία θάλασσα πλατιά
και να μπω σε μια βάρκα που την λένε Πηνελόπη
για να φεύγω, όλο να φεύγω, μακριά

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ (Βασιλική Δραγούνη)


Τι πρέπει να δώσεις ως τίμημα εδώ;
Δείγματα ευφυΐας ή βάρη της συνείδησης;
Αβάσταχτο το κόστος και απαγορευτικό.

Τι χάνεται στο εύρημα;
Η πραγματικότητα ως σύμβολο
ή η αληθοφάνεια ως έννοια του πραγματικού;

Δεν φτάνουν πια οι λέξεις, δεν αρκούν.
Ψάχνεις για ένα τέχνασμα
να λύσεις το μυστήριο.

Όλη αυτή την εμμονή με την πραγματικότητα
-με ασυνεχή και αποσπασματική ανάγνωση-
πώς θα την ονομάσεις;

Tο παιχνίδι της αθωότητας
είναι ήδη πολύ μακριά -όσο μεγαλύτερη η επιμονή,
τόσο πιο απογοητευτική η επίλυση.

Η Δεισιδαιμονία ελλοχεύει,
υπενθυμίζοντάς σου τις συνέπειες.
Η Κολακεία έρχεται στα χείλη, σαν χαμόγελο.

Καθυστερείς για μια στιγμή.
Κρυμμένη μέσα στο παιχνίδι
είναι μία διέξοδος.

Τα νεκρά δέντρα περιέχουν
όλη την απώλεια του πλαισίου
σαν άδεια, βαριά κορνίζα.

Προσφέρεις ό,τι έχεις.
Κομμάτια σάρκας
και ξεφτισμένα στολίδια.

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΛΕΣ (Νίκος Νασόπουλος)

Κομμάτια λες
είναι οι στιγμές μας
που εσύ μονάχη
τα κολλάς...
και χάνονται
οι ενοχές μας
σε δυό στιγμές
μόνο
χαράς


πρωί περνάει
και χάνεται,
δεν είσαι
πουθενά,
το βράδυ
όταν 
με ζητάς,
γυρνάω 
στα στενά


κομμάτια λες,
δεν 
θα μπορέσεις,
να τα ταιριάξεις
άλλο πιά,
κομμάτια δες
τις
αντοχές μας,
θα τις γιατρέψουν
δυό φιλιά

ΚΑΝΕΝΑΣ (Τσίγκας Γιώργος)

Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι. Οι αυτόνομοι. Κήρυξαν την ανεξαρτησία τους μα νοιώθεις παρόντα τα ίχνη ενός τινός απόντος. 
Κι εγώ είμαι αλλά δεν είμαι όπως εκείνοι. 
Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι 
οι φυλακισμένοι.
Χορταίνουν με σκουριά 
δροσίζονται με αρμύρα. 
Στον ίσκιο τους μόνο πουλιά και φίδια 
Στις άκρες τους λατρεμένη αγριοτριανταφυλλιά 
στη ρίζα μία εγκατάλειψη 
σαν γυναίκα που μου ψιθύρισε.
Εγκατεστημένη εκεί αλύτρωτη, Χρόνια Πολλά να την χαίρεστε, ηχώ στο βάθος περιμένει.
Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι οι φυλακισμένοι 
εγώ είμαι το αεράκι στα μονοπάτια τους 
γυρνάω Λεβάντες και πότε Γραίγος να ξεράνω τα φύλλα τους 
Να μην μείνει κανένα

Έξοδος (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)


Ερχόμαστε απ’ τις θηλές τ’ ουρανού
κι απ’ της τελείας την πιο απόμακρη άκρη

με τη μορφή που κανείς δε φαντάζεται
άοπλοι
δίχως σημαίες και τύμπανα.

Θαμπά φεγγάρια
και σκοτάδια βαθιά μας ενώνουν
και παρελθόντες στίχοι και ψαλμοί
κι ενθύμια οραμάτων και θαυμάτων.

Μας περιμένουν νεύματα
πουλιά τρελά για να μας πάρουν στο κοπάδι τους
όταν ξύπνιοι όλοι κοιμούνται
κι ονειρεύονται
και παραμιλούν στο ψεύτικο φως.

Ερχόμαστε
και γυρισμό δεν έχουμε
ξανά να ποντάρουμε
ξανά και ξανά

στο παιχνίδι που δεν παίχτηκε ακόμα.

Άνω τελεία (Δήμου Βικτώρια)

Ποιες ειναι εκείνες οι νύχτες; 
Που εγω δεν κοιμήθηκα ποτε ολο το βραδυ ξαπλωμένη δίπλα σου
Ποιες ειναι εκείνες οι νύχτες;
Που παράλληλες εφαπτομενες γραμμές τα σώματα μας ενωνα
Τα βραδια εκείνα ποια ειναι;
Που την ανάσα σου εγω προσευχή σε βωμό κατέθεσα 
Ειναι εκείνες οι νύχτες;
Οι νύχτες που εγω μέτρησα ανάσες και δάκρυα 
ξανα και ξανα πέθανα στο στερνο σου
Ειναι εκείνα τα βραδια.
Που το όνομα σου φώναξα να λυτρώσω, να ξορκίσω την μοναξιά σου

..................... (El. F.)


Νομίζω ξεκίνησε με ένα μήνυμα 
Η με ένα βλέμμα
Έχει σημασία; 
Οι άκρες του στόματος μας 
Πιασμένες με μανταλάκια μόνιμα 
Οι κόρες των ματιών μας, κεράσια 
Λιώναμε σαν παγωτά 
Στην παραλία
Τον Αύγουστο 
Και μετά περάσαμε τον ήλιο
Και κάηκε η πλάτη μας
Τώρα βάζουμε γιαούρτια 
Μπας και περάσει 
Το κάψιμο 
Κάποια στιγμή θα φύγει 
Και την επόμενη φορά 
Οπωσδήποτε αντηλιακό 
Τόνοι αντηλιακό 
Προστασία με τα τσουβάλια 
Να μην νιώθουμε τον ήλιο 
Και όταν καούμε πάλι 
Θα καθόμαστε 
Από φόβο 
Κάτω από την ομπρέλα 
Σε όποια σκιά βρούμε 
Κι όταν καούμε πάλι 
Από την αντηλιά
Θα σταματήσουμε να βγαίνουμε στον ήλιο 
Θα αμπαρωθούμε σπίτι μας
Και θα καούμε από το παράθυρο 
Κάποιο πρωί 
Που το ξεχάσαμε επίτηδες ανοιχτό 
Ύστερα τα παντζούρια 
Θα είναι πάντοτε κλειδωμένα 
Και όταν ακόμα η ατμόσφαιρα 
Θα μας φανεί  αποπνικτική 
Θα έχουμε το κλιματιστικό
Να δουλεύει στο φουλ 
Μέχρι κάποια στιγμή 
Αν είμαστε τυχεροί
Να πεθάνουμε από το κρύο 
Χαρούμενοι και δροσεροί

Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Κάθε αρχή και ψέμα, κάθε τέλος και αλήθεια
και των ονείρων το δίκαιο και η αρετή,
ψευδαίσθηση υπότροπη, ιδέα δηλωτική,
αρμονική η σύζευξη και η εκπλήρωση αναμονή.
Συναρπαστικό και ερεβώδες μυστήριο η ζωή,
η σύμπτωση, η πρόκληση, η γνωριμιά και η μαρτυρία,
σπάταλη γραφή στους ορισμούς και τις εκζητήσεις,
ερώτημα μέγα οι λογισμοί και βεβαιότητα η απορία.
Οι υποθέσεις,αμφίδρομοι συνειρμοί κι εκτίμηση,
οι πιθανότητες, επινόηση μέτρου συναλλαγής,
η φαντασία  γλυκότροπη και αξία προστακτική
και η πραγματικότητα αδέκαστη αποτίμηση και παραδοχή.
Η αίσθηση του χρόνου, κρυφή ενοχή και φόβος,
η εντρυφή του μακάρια υπέρβαση κι επώδυνη αυτογνωσία,
ανύπαρκτο το αιώνιο, ψηλάφισμα το συμπαντικό
κι απόλυτη κορύφωση, η αρμονία και η αποδοχή του τέλους.
Κι  εμείς, μετουσιώσαμε την ύπαρξη σε λόγο και ανάγκη,
κοινωνήσαμε τη θέωση ως λύτρωση και μεγαλοσύνη,
κοινή  σπονδή και λειτουργία  η πεμπτουσία  της ζωής
κι ο έρωτας συνείδηση,μεγαλείο κι αφορισμός του τέλους .
                                                      5-5-2019

ΠΩΛΕΙΤΑΙ (Φιλελές Δημήτρης)

Προσκύνησες και φίλησες ποδιές κατουρημένες
ιδέες ακολούθησες πλαστικοποιημένες

σε πήρε ο κατήφορος που γυρισμό δεν έχει
οι πρώην φίλοι φτύνουμε και συ θαρρείς πως βρέχει

για λίγα ξεπουλήθηκες, για τα πολλά ελπίζεις
στη φάκα σου πετάξανε τυρί να ροκανίζεις

δεινός αφισσοκολητής με γλώσσα δύο πήχες
την τύχη σου την έκανες και την υγειά σου βρήκες

το κόμμα σε χρειάζεται τη μάχη να κερδίσει
επάνω σου να στηριχτεί αν κάποτε γλιστρήσει

την επαρχία μούντζωσες για χάρη της Αθήνας
τα δάχτυλά σου έχωσες στο μέλι σαν κηφήνας

γιατί να βασανίζεσαι στη ζέστη και στο κρύο
αφού μπορείς να βολευτείς σε βουλευτή γραφείο ;

δεν είν’ ευκαταφρόνητος ο ρόλος του κλητήρα
που λιβανίζει ολημερίς τον κάθε εθνοσωτήρα

και πιάνεται η μέση σου όταν διπλοτσακίζεις 
χαμπάρι μη σε πάρουνε όσοι τους χαφιεδίζεις

κοιμήθηκες και ξύπνησες σε θέση εξουσίας
δικαίωση των κόπων της ευδόκιμης θητείας

όπως ο γυμνοσάλιαγκας που μάντρες σκαρφαλώνει
στα κάγκελα κρεμάστηκες και βγήκες στο μπαλκόνι

λύνεις και δένεις τα σκοινιά και παίρνεις αποφάσεις
αποσοβείς τα σκάνδαλα πριν πάρουν διαστάσεις

είν’ ο μισθός σου άξιος κι η εξέλιξη ραγδαία
μα και ο φθόνος των εχθρών κατάληξη μοιραία

κατηγορίες στο κενό όσες κι αν πουν θα πέσουν
τα ίχνη σβήνεις,  μάταια παλεύουν να σε δέσουν

κι έχεις τους άσσους πάντοτε κρυμμένους στο μανίκι
γιατί στα ντέρμπι σίγουρη ποτέ δεν είν’ η νίκη

υπόγεια συμφέροντα και εξυπηρετήσεις 
συχνά σε ξελασπώνουνε αν αλλαξοπιστήσεις

γιατί μπορεί σαν άνθρωπος στρατόπεδο ν’ αλλάξεις
μια ευκαιρία αν βρεθεί απ’ τα μαλλιά ν’ αρπάξεις

μα να προσέχεις, θα ‘λεγα, αυτό τ’ αλισβερίσι
πολλοί δεν ήπιανε νερό κι ας φτάσανε στη βρύση

κι αν σήμερα κορδώνεσαι σαν κόκορας λειράτος
θα είσαι πάντα ποντικός που τόνε τρώει ο γάτος.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης