η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΖΙΓΚΟΥΡΑΤ (Β.Α.)

κι οι ψευτοήλιοι μες στις λάσπες των αβύσσων σβήνονται.
όπου οι δόξες σκόνη γίνονται
στην άχρονη τη διαρκή την επανάσταση
Προσμένοντας ακόμα τη νέα ανάσταση

γράψαμε το "αγαπάτε  αμάχαιρα αλλήλους"
και με τεχνόγυφτων θεομπαιχτών τους κραματ-ύλους
με του χαμού τα απλά επιχειρήματα
Με ρήτορα και λάκωνα τα ρήματα

που οι τελευταίες μαρμαρώσαν οι ελπίδες μας.
στις αλησμόνητες τις ψυχικές πατρίδες μας
λιγόλογο σαν ένα τηλεγράφημα
Να στείλουμε δακρύβρεχτο ένα γράφημα

για να φανεί απ’ το μεγάλο δρόμο.
το γέρο περιμένοντας τον ταχυδρόμο
και σαλιωμένα με τη σκέψη ιδεόσημα
Κολλήσαμε απάνω στους χαρτόχρονους καιρόσημα

ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ (Φιλελές Δημήτρης)

Όσοι προσμένουν να σωθούν κι ελπίζουν σε προστάτες
χωρίς σανίδα ναυαγούν και τρέφουν αυταπάτες

σε χίμαιρες ακροβατούν μοιραίοι σκοινοβάτες
διέξοδο αναζητούν τυφλοί λαθρεπιβάτες

γυμνοί στ' αγκάθια περπατούν, στα πόδια αλυσίδες
στον ουρανό που προσκυνούν σμάρι πυκνό ακρίδες

όνειρα ζουν απατηλά που η μέρα τα σκορπίζει
πύργοι με τραπουλόχαρτα που ο άνεμος γκρεμίζει

όποιος σημεία των καιρών δεν ξέρει να διαβάσει
πηγή δε θα 'βρει για νερό να πιει να ξεδιψάσει

αν δεν σταθεί στα πόδια του τη μοίρα να ορίσει
μια πέτρα δένει στο λαιμό στο χάος να κυλήσει

παραμονεύουν στις γωνιές σωτήρες με παγίδες
δόκανα στήνουν και θηλιές, λεπίδια και τσιμπίδες

όποιος γυρεύει να σωθεί στιγμή δε γονατίζει
της φυλακής του το σκοινί στα δόντια ροκανίζει

το δρόμο παίρνει της φωτιάς στο φως το αγιασμένο
και στο θηκάρι της καρδιάς σπαθί ακονισμένο

στο ξάγναντο της λευτεριάς ατρόμητος τροχάζει
τ' άλογα του γερο-βοριά τ' αδάμαστα δαμάζει.

από την ποιητική συλλογή «Θρ…ίαμβοι και Απώλειες», Οκτώβρης 2018

Πύρρειος Νίκη (Μαντλίν)

Μα σα κινδυνεύσεις
να βγεις νικητής
τη ροή του φθόνου,
μη φοβηθείς
που κατάσαρκα
θα χυθεί, σα τη λάβα!
Την ξέχωρη Τέχνη
σπαθιά κοφτερά τη στοχεύουν...
Τα πλευρά να φυλάς και την πλάτη..
Ειν' πανάρχαια η βουλή των χολωμένων
τις αντρίκειες νίκες,ψογερά να κοιτάζουν!!
Ήχους γαληνούς ν' αναδεύεις..
κάθε που την ψυχή σου..
κακουργούν οι μωρολόγοι..!
Μπροστά ακλόνητα να κοιτάς
με τρανές αρετές ν αντηχάς..
Μη σκιαχτείς απ' τα σκιάχτρα..
ξέχωνε τα, μη σαπίσουν και τ' ανθια..
Είναι Νίκη Διπλής Αξίας
Με Σοφία την Πλάνη να Ξεπλανάς......!

ΕΜΠΟΔΙΑ (Κουρκούλη Νικ. Άννα)

Εμπόδια. Πανάκριβα, ανυπέρβλητα διόδια. Ο άνθρωπος φτωχός να τα περάσει. Μπατίρης από κότσια έχει αδειάσει. Τη βγάζει βολικά με μια ευτέλεια που άλλοτε θα ήτανε για γέλια. Εμπόδια.
Γυναίκες-άντρες στερούνται τα εφόδια. Και δεν αξίζουν δάφνες για να δρέψουν Αφού ένα άλμα δεν μπορούν ν αντέξουν. Ευτέλεια. Αυτή θα 'ναι η δική τους η συντέλεια. (Αγάπη. Τα εμπόδια σε νικούν, κάνε κάτι!)

Πρώτη ποιητική αγρυπνία στη Φάμπρικα

Την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου, στις 9:00μμ, θα λάβει χώρα ποιητική αγρυπνία στη "Φάμπρικα-τεχνοχώρος", Μεγάλου Αλεξάνδρου 125, στον Κεραμεικό. Ξεκινάμε το φετινό κύκλο ποιητικών αγρυπνιών με αφιέρωμα στους ποιητές και ποιήτριες της ομάδας "ποίηση στην εποχή της εκποίησης", που ακροβολισμένοι στους άμβωνες και στα υπερώα θα γεμίσουν το χώρο με φρέσκια και ζουμερή ποίηση. Όσοι πιστοί και άπιστοι προσέλθετε. Μπορείτε να φέρετε και ποιήματα μαζί σας, δικά σας ή άλλων, γιατί όσο βαθύτερα μπαίνουμε στην ποίηση τόσο το πράγμα ανοίγει...

ΣΤΟΝ ΗΡΙΔΑΝΟ (Νασόπουλος Νίκος)

Στον Ηριδανό
ένα βράδυ,
σε συνάντησα
και
με τη ματιά σου,
σάστησα

τ'άλλο βράδυ
τ'άστρα όλα,
κυνηγήσαμε,
τον Κεραμεικό,
αφήσαμε

στη μεγάλη Άρκτο
περπατήσαμε,
στον Περσέα,
σεργιανήσαμε...
κι όταν σβήσανε
τα άστρα
κατεβήκαμε,
στ΄Άρμα του Φωτός,
δεθήκαμε

τ'απογεύματα
τα άνθη
εμετρούσαμε,
πόθους
και φιλιά,
ζητούσαμε

και τα βράδυα,
σ'ουρανούς,
μαζί πετάγαμε,
ξενυχτάγαμε.

ΕΡΩΤΙΚΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ (Βελούδας Πέτρος)

Στων ματιών την καταιγίδα,σπίθες
έρωτα ξυπνούν,δεν φωτίζουν τα
δωμάτια,που ανασαίνουν ευτυχία
όλα κρύβονται στις απογυμνωμένες
αισθήσεις,όπως αυτές εκφράζονται
με φιλελεύθερη ηδονική προδιάθεση
στη στιγμή της εικονικής περιήγησης
στον κόσμο των σωμάτων...
Χάδια που φεγγίζουν σαν
λυχνοφάναρα,πρόσωπα που
μεταμορφώνουν τους πόθους
σε διεκδικήσεις,κάτω από τον
μεθυσμένο χαμογελαστό ήλιο
ζούν τον έρωτά τους ανθισμένες
ψυχές,λουλούδια που μοσχοβολούν
έρωτα,καθισμένα στις αυλές των
φεγγαριών...
Σπίθες αγάπης φυτρώνουν
το φιλί σαν κατακτούν το
αντικείμενο του πόθου,με
όποιο τρόπο ως ένα ιδανικό
ερωτικό ηλιοτρόπιο!...-

ΡΑΦΤΗΣ ΣΥΓ ΚΎΡΙΩΝ (Μιχαλόπουλος Γεώργιος)

Επιδι...ορθώνω χαμηλά αναστήματα λόγω αδυναμίας χαρακτήρων,
διορθώνω ηθικές ατέλειες και μαντάρω αμαρτήματα.
Κόβω άκομψα πάθη και ράβω ανοιχτές πληγές,
πλέκω εγκώμια ανθρωπιάς με γνήσιες κλωστές συνείδησης.
Παίρνω μέτρα αποφυγής των καταχρήσεων,
σχεδιάζω πρωτοποριακά σύνολα βραδινής περιπλάνησης των αισθήσεων.
Ράφτης αξιοζήλευτων προδιαγραφών,
υπηρέτης της κομψότητας των λεπτομερειών,
ευφάνταστος καλλιτέχνης με πτυχίο γνήσιας αισθητικής.
Απευθυνθείτε στο γ...ραφείο μου για μία ολοκληροερωτική μεταποίηση των ρούχων της ψυχής σας.
Δεκτή η πρόβα νυφικού για ανύπαντρες ορμές και ηλικιωμένες επιθυμίες.
Ράφτης συγ κυρίων με σημασία στο λεπτό γούστο και περιφρόνηση στο χοντρό πορτοφόλι.
Σας περιμένω να σας γνωρίσω τον καθρέφτη της ψυχής μου.
Σας βλέπω όμορφες,δίχως τα ελαττωματικά χαρακτηριστικά του σώματος σας.
Ερωτευθείτε την τέχνη μου να ντύνω με κατάλληλες λέξεις γυμνές εμπνεύσεις.

Άφρινο φιλί (Πλευριά Δέσποινα)

Δεν ήθελα να παίξω μαζί σου σαν την Αφροδίτη
που έπαιξε ξένοιστα με τον Νηρίτη της στη θάλασσα
Σαν θα 'ρχόταν η ώρα να φύγω, όπως για την
Αφροδίτη ήρθε η ώρα να γίνει θεά, θα ήταν 
να σ'αφήσω πίσω αιώνιο παιδί όμως εγώ
θέλησα να σε εκτινάξω μπροστά, να φύγεις να
γίνεις και συ θεός. Γιατί εσένα δεν σου
έπρεπε η τύχη του ακίνητου κοχυλιού
κι εμένα της μάγισσας.

ΖΩΉ ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΌΝΕΙΡΑ (Χατζηγιάννη Έλενα)

Σ' ένα κλουβί αν κάποτε θελήσεις
να με χώσεις,
το πνεύμα μου ανήσυχο
θα φύγει να πετάξει.


Χρυσό ή πλατινένιο το κλουβί,
σε μένα αδιάφορο.
Θα ψάξω για τη σχισμή
για να γενώ δραπέτης.

Τον ουρανό να δω ξανά!
Τα σύννεφα με τα όνειρα ν' αδράξω!
Φτερά; Τα 'χω πάντα μαζί μου!
Τη φορεσιά του Ίκαρου
θα βάλω ευθύς αμέσως!

Και σαν με δει ο ήλιος ο καυτός
"Φύγε μακριά μου!" κι αν θα πει
"Μη θέλεις να σε κάψω ζωντανή;"
κι αν με ρωτήσει
Εγώ πάλι θα πάω!

Με το απερίσκεπτο του νέου
της ψυχής μου θ' απαντήσω:
"Εμένα δε με μέλλει!
Τη ζέστα σου ας νιώσω μια στιγμή
κι ύστερ' ας πεθάνω!

Τι να την κάνω τη ζωή
δίχως τη λευτεριά,
τα ονείρατα,
τα θέλω τα δικά μου;

Ενώ έτσι...
κι αν καώ...
θα μείνω στην Ιστορία
ως Ηρωίδα Αθάνατη!

Θα 'χω να λέγω τότε εγώ
πως είμαι η μοναδική θνητή
που άγγιξα τ' Όνειρο μου.

Κι ας ήταν το φιλί τ' ονειρικό
η μόνη αληθινή ζωή.
Δώρο...
απ' τον θάνατό μου! "

Άδυτο (Μουλού Δώρα)

-Για τους φίλους-
Καλλιτέχνες δερβίσηδες.
Κουρασμένες ζωές,
γαλουχημένες με αναμονή.
Μυρωδιά φορμόλης
στη σαπίλα της επανάληψής τους.
Όνειρα ίδια, άχρωμα,
δάκρυα κρυσταλλιασμένα,
γέλια μουδιασμένα:
της ευγένειας, της θλίψης, της μανίας.

Καλλιτέχνες για τους λίγους.
Μικρές ζωές περιορισμένες,
μικρά οράματα ξεπερασμένα,
θαύματα νεκρά.
Καθένας ένας μάγος στα θρανία,
μια πληγή στον κόσμο.
Χαμένες ζωές. Φυλακισμένες.
Τα νύχια σπάνε πριν από το τζάμι.


Ποιο το όφελος και η ζημία;

ΛΕΡΩΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ (Μικέλης Αντώνης)

Στα χρόνια που ταξίδευα στην άπλα της θαλάσσης,
κατράμι, αρμύρα και μπογιές το σώμα μου γεμίσαν,
λιμάνια, νύχτες ’ξωτικές και οι χαρές της πλάσης,
τον έρμο κήπο της καρδιάς με πάθος πλημμυρίσαν.
Και πότιζαν, σαν φύτρωσε των πεθυμιών το δέντρο,
που μες στα φυλλοκάρδια μου απλώνει τα κλωνάρια,
χώνει τις ρίζες του βαθιά εις της καρδιάς το κέντρο,
σαν ψάχνω για τη συντροφιά, στα κόκκινα φανάρια.
Ματών’ η ρίζα την καρδιά φωτιά πετούν τα φύλλα,
και οι καρποί λερωματιές με τίποτα δεν βγαίνουν,
για να τους κόψω προσπαθώ, με πιάνει ανατριχίλα,
και σαν κοπούν σαπίζουνε μα τα σημάδια μένουν.
Στο σώμα τις λερωματιές τις έβγαλα με νέφτι,
μα της καρδιάς δεν βγαίνουνε βαθιά έχουν ριζώσει,
ένα αστέρι ξέκοψε στον ουρανό και πέφτει,
και καρτερώ της λύτρωσης αυγή να ξημερώσει.

Ανόστρου Κάσσιο* (Αρματά Ιώ)

Μιλώ στον κόρφο τον ψηλό μεσά στο supermarket
του κλαίω για το φορολογικό και τις γεμάτες κάρτες
τις  παίζω μες τη χούφτα μου σαν να’ ναι μαύρες χάντρες 
και ορέγομαι τον πλαγιασμό των ζόφων της βιτρίνας
αλλαντικά κι ωραία τα πουλερικά, τυριά, παστά και κρέατα
κορδώνουν την κοιλίτσα μου σαν πέτσινο ταμπούρλο                                                         

Ζητώ απ’ την καλλίγραμμη δυο φέτες με σαλάμι
Μου δίνει την λυπητερή και με κοιτάει με πλάνη
Της λέω για τη σύνταξή και τις βουλές του Τσίπρα
μ’ απλώνει με τα χέρια της δυο κεφάλια ξύγκια                                                              

«Για σούπα, κρεατόσουπα» μου γνέφει  και γελάει
Ευχαριστώ Μιλαίδη μου, σας βρίσκεται μήπως, τυχόν
και δυο κιλά μυζήθρα; Με σφίγγει το στομάχι μου
μονάχα με τα ξύγκια. Κι η σούπα· η καλύτερη
δίχως νερό και αλάτι, δεν πήζει βρε κυρούλα μου
άμα χρωστάς και νοίκια. Συγνώμη για τα θάρρητα
βαστώ και την ουρά μου, πηγαίνω και ξανάρχομαι σαν έρθει η σειρά μου.                                                                                                         

Στυλώνω τα ποδάρια μου ξοπίσω απ’ το καρότσι
το σπρώχνω προς το διάδρομο εκεί που πάνε όλοι
Ανάθεμα τις βιγκενιές και τη χορτοφαγία
Πότε  γαμώτο ακρίβυνε της μπάμπος το φασόλι;
Θα πάρω το γιαούρτι μου που λήγει κάθε τόσο  
και ανάθεμα για χρήματα αν πρέπει να σκοτώσω                                                  


Τρολάρω στην ταμειακή την μπροστινή κυρία
με φίσκα το καλάθι της μου δίνει τη σειρά της
ρολάρω το καρότσι μου και βγάζω την πραμάτεια
δυο γιαούρτια στραγγιστά, δυο φέτες με σαλάμι
και σπρώχνω μπρος στα φανερά τα ξύγκια, τη μυζήθρα
μου ρίχνει μια βουλιμική ματιά η σάπια η ταμίας 
«Μου τα δωκε η Μιλαίδη μου, ρωτήστε την αν θετε»
και αρπάζω μες την αγκαλιά και χώνω το πεσκέσι
του μπίγει αυτή τα νύχια της, σαν βρέφος το κρατούσα
και ακούω ένα τιτίβισμα να κρώζει για βοήθεια
“Security! Security!”                                                                       
το show off

- Μάλιστα. Μήπως να κάναμε καιρό, τη σούμα να πληρώσω            
και για τα δυο σαλάμια σας ό,τι έχω να τα δώσω;
- Μα πώς; Και τα γιαούρτια σας;
- Αυτά είναι απ’ τα ληγμένα
- Ναι αλλά τα διαλέξατε και τα’ χω μετρημένα
- Ωραία, στα χαρίζω αυτά. Πόσο έχουν να στα δώσω
- Μα δεν τα θέλω Κύριε, παλιά και ξινισμένα
- Τον Μπράβο τι τον έφερες; Πώς θέλω να θηλάσω;                                           
- Να δώσεις τα στοιχεία σου, να κάνει τη δουλειά του
- Θα πάρει δυο απ' τ' αρχιδία μου να βγάλει τα μισθά του
Τι με κοιτάς και χαίρεσαι; Θα έρθει κι η σειρά σου
Να δω άμα βγεις στην σύνταξη που θα' ναι τα βρακιά σου.
Και βγάζω τις τιράντες μου,γλιστράει το παντελόνι                                                          
γουρλώνει αυτή τα μάτια της, μπρος το τραχύ μου πόδι

Ε, μα δεν άντεξα και εγώ. Πριν πάει να φωνάξει
βουτάω τον λαιμάκο της τον μοσχοαναθρεμμένο
κι όσο και αν την λυπήθηκα που ξέπνοα κελαηδούσε
την έσφιγγα τα χέρια μου κι ας με παρακαλούσε
 “Security! Security!”                            

*Ανόστρου Κάσσιο:: «το δικό μας τυρί» στα βλάχικα

SIRNTANIA (Καραγκούνης Δημήτριος)

Αποσπάσματα ...
- Πού είσαστε φτωχοί μου σύντροφοι και έχω απομείνει μοναχός μου?
- Χορταριασμένε τόπε.. στείρε! Οι σύντροφοι σου έκαμαν παιδιά και έχουνε φύγει από χρόνια τώρα.
 Μονάχος σου γελάστηκες και ξέκαμες τα πάντα, ρίχτηκες στις ηδονές και ξέχασες τον όρκο.
 Κοπάδι γκρεμίστηκαν οι Ερινύες από τον Ελικώνα και οι Μούσες σου γύρισαν την πλάτη.
 Καρτερείς το τίποτα με την ψυχή στόμα και αυτό είναι καταδίκη σου και ορισμός.
 Το μέτωπο παράτησαν, ξεδίψασαν την δόξα. Έχουνε βόδια και έχουνε περβόλια να κοιτάξουνε.
 Οι πανοπλίες κρεμάστηκαν στον τοίχο η αξίνα το σκεπάρνι το υνί ήτανε ποιο αναγκαία στο άλογο έζεψαν σαμάρι αλετριού. 
Το κορμί του σιταριού σπούνε στην πέτρα.
- Δεν έχει ήλιο εδώ , ουρανό δεν έχει. 
Τα πλοία όλα χάθηκαν ο αρχηγός απόθανε οι άντρες πεινούν, τι πρέπει να κάνω ?
- Του μοσχαριού το κέρατο ανέμισε σαν σπάθα, υστερνό του γύρισμα στου λεπιδιού την χώση… 
φέρσου σαν ήρωας! τούτο σου απόμεινε μονάχα...

OIKONOMIA-ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (Μιχαλόπουλος Γεώργιος)

Οι τρείς εύθυμες χήρες των Μνημονίων,
κόρες των θεσμών,ανηψιές των τοκογλύφων.
Ατυχήσασες στον γάμο με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα,
κάνουν βίζιτες σε δανειστές,
πεζοδρόμιο στις Βρυξέλλες,
τι κρίμα να χρεοκοπήσουν τα νιάτα τους,
μια χαρά κοπέλες.
ΠΡΟΣΟΧΗ 
Στην επικείμενη κηδεία της ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ,~θεός του καπιταλισμού σχωρέστην~,
θα επιτραπούν καταθέσεις στεφάνων μέχρι 60 τριαντάφυλλα.
Απάνω μου είχα πάντοτε,στην τσέπη καλά κρυμμένο,
ενα παλιό χαρτονόμισμα,της δραχμής αγαπημένο.
Οι τοκογλύφοι σκότωσαν γενιές για να το πάρουν,
μα τελικά τους έχεσα,
κοντεύουν μαζί μου να σαλτάρουν.
Σ έχω κάνει ευρώ,
μια φορά να σε βρώ,
στο πορτοφόλι μου πίσω,
σ έχω βάλει σκοπό να σου πώ μετρητό,
θέλω να σ αγαπήσω.
Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντος κόκκος άμμου
στην απέραντη Σαχάρα του Ρομαντισμού.
ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΟΣΟΥΣ ΥΠΟ ΦΕΡΟΥΝ ΖΥΓΟΝ
Το κράτος οδηγεί την χώρα στην χρεοκοπία,
όπως η νύφη τον γαμπρό σέρνει απ το πρώτο φιλί στην εκκλησία.
Πότε θα εκδοθεί το διαζύγιο μνημονίων?

ΣΕ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (Γερογιάννης Γιάννης)

Σε σας μιλώ, που δε σας φτάνει το ψωμί
σε σας, που ξεπαγιάσατε
σε σας, που σας το κλέψανε το Δίκιο και λουφάξατε.
Σε σας μιλώ, που τρέμετε τα φώτα και τους ίσκιους
που είδατε το αίμα και ουρλιάξατε
Ανίκητο θηρίο ο φόβος και δε νικιέται
με φωνές και με γαβγίσματα.
Στο σπίτι, αμπαρώσατε το σύρτη
και κλείσατε γερά και την αυλόπορτα.
Σηκώσατε παντιέρα μ’ υπομονή και σύνεση.
Αδράξατε τη μέρα και σε μια χούφτα ήλιο,
συνάξατε απόσταγμα και συμβουλές για επιβίωση.
Αδιαφορείτε όμως, για το φόβο των γειτόνων σας
λες και ο ήλιος, σταματάει στο κούτελο της μάντρας σας
οι νύχτες άγριες, σας ξύπνησαν
του σκύλου τα γαβγίσματα
και κάθε μέρα καταπίνετε, λυγμούς και ταπεινώσεις.
Θεριό ανίκητο ο φόβος
κι άμα δε ρίξεις τουφεκιά, σε σημαδεύει.
Τη θέση τη δικιά μου, δεν επήρατε
μέσα στα αγκάθια, κοντά μου δε βαδίσατε.
και το κεφάλι σκύβετε, γεμάτο ταπεινώσεις.
Σκυφτός λαός, θα ζει στης καταφρόνιας την ταπείνωση
κι ο θαρραλέοι στους αιθέρες και τα νέφη
με Λογική οι άνθρωποι εργάζονται
και σβήνουνε τους φόβους και τα ψεύδη.
Να σημαδεύετε το φόβο, κατακούτελα
και στην καρδιά, αντί για φόβο,
Βάλτε την Ελπίδα.

ΑΦΙΞΗ (Δάρας Αλέξης)

Καλώς ήρθες στο φως!
Έκανες μακρύ ταξίδι ως εδώ
μα είναι εδώ που αρχίζει το ταξίδι.
Κυλίστηκες στα υψίπεδα της παιδικής σου ηλικίας.
Συνουσιάστηκες με τα σχήματα και τις μορφές.
Κολύμπησες στις βάθρες των συννέφων.
Μίλησες κι άκουσες, έδειξες κι είδες, πρόσεξες.
Εδώ μπαίνει η τελευταία ψηφίδα
στο τοπίο σου
πρώτο κομμάτι ενός νέου ψηφιδωτού.
Είναι όλα ιστορικά ήδη!
Καλπάζεις πάνω στης ερήμου το κορμί
που απ’ τους μαστούς της βύζαξες
κι έρχεσαι στο χωριό των φίλων.
Καλώς ήρθες!
Είμαι ο εαυτός σου.
Καλώς βρέθηκα!
Στον ίσκιο του δέντρου
πώς ευχαριστιέμαι τον αέρα που ανασαίνω
μέσα στο βυσσινί παλλόμενο ουρανό!
Είμαι ένα μ’ αυτό τον ουρανό της ειρήνης
τον έτοιμο να δεχθεί σμήνη αγγέλων
και ν’ ανθίσει λιγωμένος από ευγνωμοσύνη.
Γύρω πλαγιές, κοίτες, μονοπάτια...
Τι ξεχωρίζει αυτό απ’ το άλλο κι από μένα
σα νιώθω την ομορφιά
που βρίσκεται πίσω τους, την ολόκληρη;
Το φως που ξεπετιέται από παντού
σε πίδακες, το φως που βλέπει
τους ήχους που με ακούν και με οδηγούν.
……………………………………………
Μια θάλασσα βυθίζεται μέσα μου.
Μια θάλασσα επιπλέει στο φως σου.
Θεέ μου...
Πάντοτε έτσι ήταν και δεν το ’βλεπα;

ΑΠΟΔΗΜΟΙ ΕΑΥΤΩΝ (Β.Α.)

Γυμνά  κλαριά
κρυοπλαγιές
ντυμένες στις ομίχλες
όπου γιρλάντες τις φορούν
ποδόγυρους τις βάζουν
σαν σκόρπιες και αργόσυρτες τα λάγκαδα ανεβαίνουν
ψηλά να φτάσουν
τις λευκές κορφές να κατακτήσουν
ψηλές και φεγγαρόφωτες και κορφοανταριασμένες.
Μες τον καθάριο φωτεινό τον καθαρόχρυσο ήλιο
που κάνει χιόνι ολόασπρο λευκότερο ακόμα
δώρο του γέροντα Αντριά*
στη γέννα του Χριστού μας
και στράτα για το έλκυθρο καλόκαρδου Αϊ Βασίλη.

Κι όλα μιλάν μες τη σιωπή την παραπονεμένη
ξερολιθιά και χωραφιές
σχολειά και εκκλησούλες
και σπίτια έρμα
σφαλιστά
που δε θ’ ανοίξουν φέτος
παππάς να διάβει να ευχηθεί και να ξεπαγανίσει
με του Σταυρού το νήστεμα
Φωτών τα ουρανοίξια.

Απόρφανος
και πάντερμος απόμεινε ο τόπος
σαν τα ζερβά
που συντροφιά το γυαλοπάι* έχουν
κι  αητό λεβέντη των βουνών 
νυχοκρουσταλιασμένο
και μία θλίψη εκστατική
στ’ αγνάντεμα αφήνουν
στης χειμωνιάτικης καρδιάς την νεφελή εσπέρα.

Γενεές διαβήκαν
από δω
μέρες περάσαν χρόνια
σε τούτα τίμια τα φτωχά του χρόνου τα καγκέλια.
Με τ’ άστρα της ανατολής
μ’ αστερισμούς της δύσης
φεγγάρια καλώς ώρισαν
τους ήλιους χαιρετίσαν
την ταπεινή της Βηθλεέμ θυμιάτισαν ψυχή τους
σ’  ένα απέριττο λιτό  παλιό εικονοστάσι
λευκές πατώντας χειμωνιές
σε μάγων πάνω αχνάρια.

Με γέρικο καματερό τον τόπο τους οργώσαν
κακοχρονιά σαν τύχαινε
και σκούρτισμα* πολέμου
του χάροντα οι θερισμοί
των δυο λοιιμών οι γέννες.

Κι αντριωμένοι έζησαν κι ακρίτες
προσδιαβήκαν
φύλακες
άγιων αξιών της ιερής πατρίδας.

Μα άπληστο το ανθρώπινο
και φιλαργυροφίλο
και τ’ αργυρίου η τιμή ανέντιμο το κάνει
όπου σεβάσμια πατεί
ιερά τα βεβηλώνει
για της υπερηφάνειας την ματαιοδοξία

που ’στειλε τους απόγονους
σε πόλης καλντερίμι
να τριγυρίζουν
στα χλωμά τα βουερά σοκάκια
αιχμάλωτοι της σκέψης τους
πολιτισμού τα θύμα
ως να χαθούν
να ξεχαστούν
αγάλια για να σβήσουν
μες σε τσιμέντα ανάνθιστα
και σε μουντά μπαλκόνια
δίχως ποτέ να ξαναδούν της γέννας τους τον τόπο
των λωτοφάγων πια οι γιοί
της Χάρυβδης οι κόρες

Αντριάς*       =  Δεκέμβριος
Γυαλοπάι*    = Ανήλιος παγετός
Σκούρτισμα* = Λαχνός, κλήρωση

Μελιδόνι -4- (Λόη Βασιλική)

το ακόρεστο μάτι της ανάγκης
χάντρα στο προσκεφάλι σου
ανυπότακτη, μαζεμένη από τη σοδειά
τριάντα μη με λησμονεί χρόνων.
αμήχανος  πια στη άκρη της μέρας
που περίμενες , τα μικρά ντροπαλά άνθη
να θρέψουν την ανεπάρκεια
του πόθου σε πληρότητα

εξομολόγηση σώματος σε πράσινο φανελάκι
τοιχογραφία από χέρι άκρατης οινοποσίας
ρηχή διάλεκτος στο ύψος μιας σταγόνας
με παραλήπτη τα χείλη του αιθέρα
να μην λούζουν την προσπάθεια στο άπειρο
μένουν κόμποι στης χειραφέτησης τα άκρα
να ακονίζουν τις λέξεις στον ορίζοντα
βγαίνει η ηχώ ξεκούραστη το μεσημέρι
Από την ποιητική συλλογή «Μελιδόνι» της Βασιλικής Λόη, Νοέμβρης 2016

Αισθητική συμφωνία (Δημουλάς Χρήστος)

Κατήφοροι-ανήφοροι, ζέστη-κρύο. Όπως όλη μας η ζωή καλή μου. Αμέτρητες φορές, πάνω-κάτω οι ψαρότρατες μες στο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας που χάνονται πέρα απ' τ' άνυδρα βουνοτόπια,που δεν λέει να φυτρώσει ούτε ένα δεντράκι. Τόση ηρεμία, τόση χαλαρότητα στο καθετί. Λες και ο χρόνος σταματά, λες κι όλα έχουν ελευθερία κινήσεων σε μια αισθητική συμφωνία των πάντων. Κάθε στιγμή ολάκερος πόθος μιας ζωής. Ηλιόσπαρτο πρωί μες στα στενά σοκάκια του νησιού κι όλα θυμίζουν σπαρμένη γη μαλάματα, με χίλιες αγκαλιές, χαρές που θέλεις να βάλεις στο τσεπάκι. Δική σου η χώρα με τα καλντερίμια αντάμα, όαση φρουρούμενη έναντι  των δοντιών του Τίποτα, που είναι καλά ακονισμένα. Μήτε να χρωστάμε κανενός κι ούτε να' χουμε παρτίδες με εικόνες του Ανούσιου, του Εφήμερου τις στράτες. Μήνυμα μου' στειλες, γεύσου καλά εκεί την ηρεμία, εδώ γεμίσαμε βάρβαρους, μα είναι που σ' αγαπώ πολύ για να σ' αφήσω μες στην αγκαλιά τους. Πολλές φορές είναι- όπως τώρα- που' ρχεται κείνη του φόβου η φωνή και βροντά ξανά την πόρτα της ψυχής μας.
Πολλά τα ονόματά της. Πρέπει την φωνάζουν πιότεροι. Ανάγκη την λένε άλλοι, κάποιοι τρέχουν να ξεφύγουν κι άλλοι πάν ίσια μες στην αγκαλιά της.
Κι ενώ η καρδιά ατρόμητη, φοβέρα δεν την πιάνει, λοξές ματιές πέρα-δώθε στα κρυφά πάντοτε τις κάνει. Ο Ήλιος τότε ντρέπεται κι ο Ουρανός δακρύζει, μα ευτυχώς κρατούν καλά κι οι δυο κι ο φόβος  γη δεν πιάνει. Ρίγανη ευτυχώς μυρίζει το σπίτι μας ακόμη, βασιλικό, θυμάρι, σκορπίζοντας θανατικό στου Τάρταρου τα βάθη. Γι' αυτό και συ αγαπημένη τίποτα να μη φοβάσαι, θάναι ωραία η ζωή σαν γένει σαν γιαγιά μ' ένα τσεμπέρι που γητεύει κάθε απογόνους. Άκου πέρα απ' τα ψηλά πλατάνια που κλαίνε για νερό, μια φωνή τα ξεβασκαίνει τραγουδώντας τους αντίστασης τραγούδι.
Και νά, δώρα τους γεμίζει ο αγέρας και δυνατή, γιοματάρικη καρδιά ν' αντέχουν. Και συ, όλο να λες να σηκωθείς και να σε βαστάνε κάτι πράματα ολότελα δικά σου. Μια σειρά άτολμων βιβλίων στο γραφείο,μπουκάλια νερό που αδειάζεις να μην πονάνε τα νεφρά σου κι ένα κομματάκι πλαστικός σωλήνας που πλέκει τα όνειρά σου τάχα με ελπίδα. Είναι σκληρό να κοιτάμε αντιφατικές εικόνες, τη μια το γέλιο να' ναι βασιλιάς στο έμπα της αυλής και την άλλη η λύπη ξαφνική βροντή, σαν τα μάτια των γερόντων της υπαίθρου όταν ξαναφεύγουν παιδιά κι εγγόνια για την πόλη. Οι αλληλέγγυες αγκαλιές μας τότε διαφυγή, καταφύγιο και σκήτη, μια κουβέρτα πού 'δωσαν οι φύλακες σ' εξόριστους παγωμένους.

ΦΩΝΕΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ (Γκόλια Μαρία)

Βλέποντας τη θάλασσα καθώς ξυπνούσα,ένιωσα την υγρασία.Μέσα μου

κυλούσε απ΄την κορυφή ως τα νύχια  ποτάμι ηχηρό.

Δόθηκα στα νερά του.
Άκουγα φωνές που έβγαιναν από χορό πρωτόγονο ,εκστατικό.

Τις ακούς;
Άκαιγες φωνές για αγαπημό.
Αγάντζωτες φωνές για ταξίδια.

Τις ακούς;

Φωνές που ξεδιψάν από αναχέριγο αγνής σιωπής απόσταγμα.
Τις ακούς;
Φωνές αναφούφουλες για αγαλλίαση.

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Κι αυτός , ένας από μας, ήταν προβληματισμένος.

Δεν είχε τίποτα να προσδοκά και να ονειρεύεται,
τίποτε να επινοεί ,να σχεδιάζει και να ελπίζει,
κι οι μέρες του έφταναν άδειες, με μιαν ανυπόφορη σιωπή
κι έφευγαν στεγνές, με μιαν αβάσταχτη ματαιότητα.
Αλλά και απογοητευμένος.
Δεν είχε τίποτα να θυμάται και να αναπολεί,
τίποτε ν’ ανακαλέσει, ν’ ακουμπήσει και να παραδοθεί
κι οι σκέψεις του ανήλεες, με μιαν αδυσώπητη προβολή
τον ισοπέδωναν σε μια βάρβαρη μοναξιά και οδύνη.

Ήταν η ζωή του μια αδειανή χεριά,
κύκλου μικρού ένα ρηχό σημάδι.

Και  τούτος,  ένας από μας, ήταν ησυχασμένος.

Δεν είχε τίποτα να αγωνιεί και να ανησυχήσει,
τίποτε να αναρωτηθεί, να φοβηθεί και να μετανιώσει
κι οι μέρες του περνούσαν σκυφτές, ίδια σχηματισμένες
χωρίς έννοιες και λογισμούς, δίχως ρωτήματα και ταραχές.
Αλλά και παραιτημένος.
Δεν είχε τίποτα να μνημονέψει και να δικάσει,
τίποτε να δαχτυλοδείξει, να μαρτυρήσει και να προβλέψει
κι οι σκέψεις του αμνήμονες σε μιαν ήσυχη πομπή
τον γαλουχούσαν λεύτερο στην τάξη και την αποφυγή.

Ήταν η ζωή του μια προσκυνηματική φτιαξιά,
ένας ανύποπτος, στρωτός και συρόμενος κόσμος.

Και κείνοι, πολλοί από μας, εσωστρεφείς και  πειθαρχημένοι..

Ασκήτευαν μοναχικοί σε αξίες και ευθύνες,
απόμακροι, απέλπιδες μπροστά από την εποχή τους ,
ενώ ο σωρός τυμπάνιζε σε ομήγυρες και συνάξεις
το θράσεμα της άγνοιας, το θρίαμβο της ανωνυμίας.
Αλλά και ευταξίας μέντορες και σωφροσύνης λειτουργοί.
Παλιών αρχών κελεύσματα οι απαντοχές και οι μνήμες,
η ιστορία, του φόβου αναπαράσταση και πίστης δοκιμασία.
Βαθιά θεώρηση ζωής και σμίλεμα ιδεών οι μύθοι,
τα πάθη αιώνια ηχώ κι αλήθεια οι ανάγκες.

Δικαίωση ζωής η αντίθεση και η συμφωνία φύση.
Στο αύριο οι μπροστάρηδες και οι ακόλουθοι στο πνεύμα.

ΑΝΑΣΚΕΛΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)

Οι πυγολαμπίδες ταξιδεύουν
από σύννεφο σε σύννεφο

όταν σπέρνει λάμψεις το φεγγάρι
κι ανοίγει δρόμους πάνω στα νερά

όταν τ’ αγρίμια σιωπηλά
τριγυρνάνε στο παράφορο
με μάτι διψασμένο.

Ανάλαφρες
κεντούν το σκοτάδι
με λέξεις που ξοδεύτηκαν χωρίς αντίκρισμα

τρυπώνουν σε περάσματα
τετελεσμένου χρόνου μακρινού

κοιτούν κι αφουγκράζονται
ψελλίζοντας φάλτσα ρεφρέν
ανομολόγητα μοιρολόγια.

Χαμηλώνουν
σκύβουν σε κοίτες αόρατες
σημάδια ψάχνουν
μια στιγμή αναμμένη

ακούν όσα δεν παίρνουν γιατρειά
ακούν τις ρίζες των δέντρων και κλαίνε.

Ανάσκελα κοιμούνται πάνω στα νερά
ανάσκελα κοιμούνται
μαζί με τα σπαράγματα.

Πατρίδα των καιρών , 43,44 (Δουατζής Γιώργος)

43.
Και σε παρακαλώ να μη ξεχνάς
πως
δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας
είναι πόλεμος μόνο με ηττημένους
οι σκοτωμένοι παίρνουν εκδίκηση
ως κι από τα όνειρά μας
αυτή η τεράστια ζωογόνα ανατροπή
που μοιάζει σκοτεινή
έχει στα σπλάχνα της πολύ
και σπάνιο κρυμμένο φως
αυτό το κύμα της οργής
μπορεί να πάρει ανατροπής μορφή
ανάτασης, δημιουργίας

44.
Μην ξεχνάς σου λέω μην
και είναι άγια η προτροπή
αφού
έτσι προστάζουν οι Ποιητές
οι ανάγκες, η δίψα, οι ελπίδες
όσοι απέμειναν άνθρωποι
τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά
έτσι προστάζουν
Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος...

ΤΟ ΒΑΓΟΝΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Παπαγεωργίου Θ. Χρήστος)

Ταξιδεύουμε
στοιβαγμένοι στο βαγόνι του χρόνου
συντροφιά
με συρμάτινες κούκλες.

Σκουριασμένα τα χείλη
αποτυπώνουν
τη σιωπή της εξάρτησης.

Επίμονες αλυσίδες
δένουν τον ήχο
σε αυτοτελείς μπάλες
αφομοίωσης.

Το τρένο σφυρίζει.

Η απέλαση της φωτιάς
εξελίσσεται ομαλά.

Τα μαντήλια στο σταθμό
δεν έχουν άλλοθι
για να χαράξουν επαγρύπνηση
σ' ένα κομμάτι
καπνισμένο γυαλί.

Στον βαλτότοπο της εξαργύρωσης
οι συνειδήσεις λιμνάζουν.

Οι επιλήσμονες της Άνοιξης
καραδοκούν.

Ίσως
η κάθαρση ανατείλει
με τη μορφή
ενός
από μηχανής Θεού.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης