Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

ΕΠΙΘΥΜΙΑ


                                    Ήθελα νάμουν γλύπτης
                                    να φτιάξω το άγαλμά σου,
                                    νάμουν ζωγράφος
                                    να φτιάξω το πορτρέτο σου,
                                    νάμουν τραγουδιστής
                                    να υμνώ την ομορφιά σου.
                                    Μα είμαι άνθρωπος απλός 
                                    και σ’ έχω στην καρδιά μου.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Άγονος τόπος


Άγονος τόπος
κατάντησε η αγάπη μου
νεκρό αποξηραμένο σώμα
έναυσμα μνήμης
αγχόνη του χρόνου
χοάνη
παλιού εκπληκτικού φωτός
Μια στενοχώρια
κατάντησε η λαχτάρα μου
σα να με βαρέθηκε
η αγκαλιά μου
με διώχνει κρύβοντας
τα μάτια της
σ’ άλλες καρδιές
Μουγκή γυναίκα φοβισμένη
αναποφάσιστη η καρδιά μου
περιφέρεται ασκόπως
το ανύπαρκτο ψάχνοντας
το προϋπάρχον
δεν μιλάει
δεν αποκαλύπτεται
κολλάει
σε φύκια κρασιά κόκα κόλες
εστιατόρια
Σπάσαν τα μάτια του θεού μου
μια κοινοτοπία μια ομίχλη
πήραν την εκτυφλωτική του
λάμψη
μια ψευτιά απέστρεψε
το βλέμμα του στο έδαφος
Μια βαρεμάρα
κατάντησε η γλύκα μου
συνήθεια προβλέψιμη ανία
κινήσεις άνετες
επίπλαστη υπερένταση σκιά
παλιού φωτός
απομεινάρι, σκήνωμα.
Έβγαλε νύχια και δόντια
η αγάπη μου
χύνει το δηλητήριο
στη μεγάλη πληγή
ένα τυφλό όρνιο
τρώει το πτώμα μας
Έγινε άλαλη πηγή.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Σε βλέπω από μακριά,

τυλίγεις το μαύρο φουλάρι σου
βιαστικά, τα μαλλιά προσπερνάνε
το πρόσωπο αδιάκριτο, διαμάντια
τα μάτια γυαλίζουν στο υπερπέραν,
χύνουν τοσοδούλικα γαρύφαλλα,
στεφάνια τοσοδούλικων νεκρών.
Μπαίνεις στην πομπή, εκστομίζεις
δεκεμβριανά παραμύθια ανηλίκων
για νεράιδες που σβήνουν στ’απόμακρο,
απόμακρο σκότος της αυγής.
Μεταμορφώνεσαι σε γνώση
που δεν γνώριζες πως έχεις
κι ανάμεσα στον οδυρμό του πλήθους—
ξεδιπλώνεις τα απέραντα χέρια σου
επάνω μου, άγνωστη,
ατρόμητη ενάντια στον κοφτερό
σκόπελο της συνύπαρξης.
Μου θυμίζεις τη θάλασσα,
μια μεγεθυμένη ουτοπία του οικείου
γαλανού που απλώνεται βαθύ
και παγωμένο μέσα μου.
Τινάζεις απ’τα δάχτυλα
δέκα μικρά στιλέτα,
σκίζοντας τη στιγμή αυτή
σε δυο τέλεια κομμάτια.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012


Είχαν γεμίσει οι δρόμοι
Κάγκελα τρία μέτρα οχυρό
Και δυόμιση χρόνων παιδιά
Γεννημένα το Δεκέμβρη
Γνώριμη η βουή
Είκοσι δύο μέρες
Μια αδυσώπητη βουή που τραγούδι δε λέει να βγάλει
Κλούβες για οδόφραγμα των επίορκων σκυλιών
Αποκλεισμένοι εμείς
Γιατί ήμασταν απελπισμένοι κι επικίνδυνοι
Μια βόμβα δυνατή
Κρότος και κλάμα
Κάνει δυο βήματα το πλήθος προς τους βομβαρδιστές
Να τους αρπάξει
Μα ρίχνουν κι άλλες δύο βόμβες
Σύνολο μέτρησα σαράντα
Ύστερα έκανα πιο πέρα
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω
Βομβάρδισαν τους πάντες
Ήταν το σχέδιο να κυκλώσουν την πλατεία
Να χτυπήσουν
Να κυκλώσουν, να χτυπήσουν, να εκκενώσουν
Παιδιά και γέρους
Ας τους νέους
Αυτοί πάντα βρίσκουν τρόπο να αναπνεύσουν
Ακίνητος όποιος στάθηκε χτυπήθηκε πολύ
Κι ας αποφασίζουν αλλιώς οι συνελεύσεις
Θέλει να αμυνθείς
Κι εγώ που φώναζα για ειρήνη
Είδα εμπρός μου να σκίζονται μπλούζες,
να ξεριζώνονται μαλλιά,
φίλους να τρέχουν,
γιαγιάδες να στήνουν οδοφράγματα
εγώ που εκλιπαρούσα για ειρήνη
είδα εμπρός μου να σπάν τα πεζοδρόμια
να κλαίνε οι δικοί μου και να πνίγονται από τα δακρυγόνα
να κάνουν εμετό
να καίγονται οι δρόμοι
να ακρωτηριάζονται οι άλλοι
να σπάνε κόκαλα με ήχο φρικτό
να πονάνε οι κοπέλες απ’ το ξύλο
να διπλώνονται οι άντρες από την ασφυξία
να εξαντλείται ο κόσμος και να πέφτει
άτσαλα να ποδοπατιέται
Τρία μέτρα κάγκελα
Η αφορμή για τον ανθρώπινο χαμό
Κι αναρωτήθηκα
Αν άξιζε τον κόπο
Όχι δεν άξιζε
Όλο αυτό πια δεν αξίζει
Είναι πιο βρώμικο από υπόνομο
Και μας κατασπαράζει
Τρία μέτρα κάγκελα
Τρεις υπουργοί
Τρεις δυνάστες πάνω απ’ το κεφάλι μας
Μας πήγαν πίσω
Εμάς με τα χιλιάδες χρόνια αίμα στην κραυγή μας
Όχι πια
Δεν αξίζει
Στο λέω με σιγουριά
Καθόλου δεν αξίζει
Για αυτό και με βλέπεις τελικά
Εγώ που ήθελα ειρήνη
να παίρνω τη ματιά μου πια
Από τον ουρανό
Κι όλα της γης τα κάλλη
Σφαλώντας τα καλά μες το μυαλό μου
Γιατί διόλου δεν αξίζει άλλο να πονάς
Και πρέπει να το πάψεις!
Ξεχνώντας την ειρήνη τη δική σου
Για νά ‘χει στ’ αλήθεια ειρήνη ο κόσμος
Ξεχνώντας την καλή ζωή την εδική σου
Για νά ‘χει ζωή όλος ο κόσμος
Μη σε σκοτώσουν κι ανάσταση δεν παίρνει
Μη σε χαλάσουν
Εσέ και την ψυχή μας
Φιλώ τα δυόμιση χρονών παιδιά
Δρόμο περνάω ενάντια
Στα τρία κάγκελα
Όχι πια των εχθρών μου οχυρό
Μα φυλακή τους να τα κάνω.


Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Η Πρωτομαγιά


Βγήκες αιμοστάλακτη
                                  στην όψη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση
                      στο φως του Μάη
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
                                            όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Να μυρίζει ο ιδρώτας σου
                                           έρωτα
και η δουλειά σου ελπίδα

Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
                                      σαν στάχυ
τα κόκκινα τριαντάφυλλα
έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
                 της λεβεντιάς το νάμα

 Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
            της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
           βλέπεις μόνο καλοκαίρι

Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
                 σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου
                                 μας οδηγούν
  

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Γελωτοποιός


Έχοντας τελειώσει το κόλλημα της ταινίας ,
γύρω από τους δυναμίτες,
σύρθηκα απαλά πάνω στο χώμα
γλείφοντας σχεδόν τους σβόλους του.

Αγκάλιαζα ήδη την ηδονή της ανατίναξης.

Μη και τους αγγίξει η ανάσα μου και καταλάβουν τα όνειρό μου,
την μοίρα που επέλεξαν,  να την κατασπαράξω.

Ζήτησαν  γελωτοποιό, τα μάτια να μας κλείσουν
Για να μην καταλάβουμε πως θα μας παγιδέψουν.

ΕΓΩ λοιπόν είμαι το θύμα τους και νάμαι δώ μπροστά τους
διπλός ρόλος να παιχτεί απ τα ιμάτια  μου.

Το πλήθος σαν μαζεύτηκε, το μέλλον του ν’ ακούσει
πως τάχα δεν μπορούσανε πλέον να επιζήσουν

και τότε εγώ πετάχτηκα… το σκηνικό ν’ αλλάξω
για να μην καταλάβουνε το αίμα τους ,που ρουφιέται

και όπως ξεδιπλωνόμουνα
το πλήθος χαμογελάει
κι οι δυναμίτες φεύγουνε
και σώματα διαμελίζουν.

Ρέει το αίμα πράσινο απ’ την χολή βγαλμένο.

το πλήθος σιώπησε ξανά
μύρισε ΠΡΟΔΟΣΙΑ.

Και γω στο αίμα πλάγιασα που βγήκε απ την στολή μου.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ

για τον τελευταίο άνθρωπο
Ξεσκόνισε
Συγύρισε
Κατούρα
είν’ η μέρα της φασίνας

Μίλα
Μη μιλάς
Δούλεψε

Βάλε μυαλό
δεν είναι η ζωή παιδική χαρά
Μεγάλωσες

Να δεις τι θα κάνεις
Γλύψε

Προσαρμόσου
να ’σαι:
παραγωγικός
(Αξιοπρεπής)
και μετρημένος

Αξιοπρεπής κυρίως

Να υποκλιθείς
αλλά να κοιτάς στα μάτια
το αφεντικό
Να χαμογελάσεις θυμήσου

Γίνε καλύτερος
Γίνε αποτελεσματικότερος
Γίνε όπως σου ’δειξαν

Σκότωσε κάτι
Μην κάθεσαι άλλο:
σκότωσε κάτι!

Προσπάθησε κι άλλο:
Ψάξε

ΒΡΕΣ
ΤΑ
ΑΝΤΙΚΑ-
ΤΑ-
ΘΛΙΠΤΙΚΑ…

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Η απουσία σας, μας ευχαριστεί

Η απουσία σας, μας ευχαριστεί
Γιατί μας πιάνατε τόπο
Γιατί μας κόβατε τον ήλιο
Γιατί μας πνίγατε το γέλιο
Γιατί μας μετρούσατε τα λόγια
Γιατί το βλέμμα σας ήταν βαρύ
Γιατί για χαμόγελο δείχνατε χολή
Χαρά μας η ατυχία σας
Και άγρια χρωστική
Τη θέση σας γεμίζει
Την κενή
Κισσός τη συντροφεύει/
Τα φτερά μας ανοίγουμε
Άνθρωποι-Πτηνοί
Την έλλειψή σας
Πετάμε
Στη Νέα Ζωή

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr