η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Όνειρα οξύφωνα

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

κλώθει το κύμα τη βουή του

Εκεί που στύβει η πέτρα

το ζουμί της,

κι’ ο ασβεστόλιθος

ιδρώνει σταλακτίτες,

εκεί λουλουδίζουν στο σκοτάδι

τα λουλούδια του ερέβους


Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

που ξαπλωμένη η φώκια

νείρεται την απεραντοσύνη,

αμέριμνο το κύμα

αποκοιμίζει τ’ όνειρό μου

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

που παφλάζει το ακατανόητο,

εκεί τ’ αυτιά των κοχυλιών

αφουγκράζονται το παράλογο

των ανέμων

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,

η απεραντοσύνη

κρύβεται στο γαλάζιο

και το γαλάζιο με κυριεύει

μέσα κι έξω

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,

γλύφει το κύμα το κορμί μου

και σμιλεύει

τους εσώτερους βράχους μου

λαγνοβοώντας

με όνειρα οξύφωνα

Μα σαν πέσει η νύχτα,

ως κρώζον χειρόπτερο

ανιχνεύω την ηχώ μου

και πετώ μες το σκοτάδι

να αφουγκραστώ τις μαρμαρυγές

των αστεριών

H εκδρομή

Οι οιωνοί, δείχναν’ καλοί

όταν πρωί κινήσαμε γι αυτή την εκδρομή.

Ανέφελος ο ουρανός χωρίς καμιά σκιά,

ωραία η παρέα μας, έμπειρος οδηγός

-το είχε από κληρονομιά ετούτο το μεράκι-,

γύρω τιτίβιζαν πουλιά πέταγαν πεταλούδες

ολόχαρη κι η κοπελιά με τις ξανθές πλεξούδες˙

όλα φαινόνταν ρόδινα τόσο πολύ

που γένναγαν σκιά ανησυχίας


Μέσα στην τρελή χαρά περνούσανε οι ώρες

και δεν πολυνοιαστήκαμε για κάποια συννεφάκια

που άρχισαν να φαίνονται στην άκρη του ουρανού.

Μα αυτά όλο μεγάλωναν

και φύσηξε κι αέρας που συνεχώς δυνάμωνε

κι άρχισε να μπατσίζει τα ξαναμμένα πρόσωπα˙

ο ουρανός σκοτείνιασε επήρε να μαυρίζει

και η ατμόσφαιρα άσχημα φαινόταν να μυρίζει˙

σκόνη σηκώθηκε παντού και άρχισε να βρέχει

μαζί με αστραπόβροντα κι άγρια αστροπελέκια,

άγριος τυφώνας δυνατός μας παρασέρνει όλους

όπως φτερά στον άνεμο.


Χαμένοι όλοι τρέχουμε να βρούμε καταφύγιο

όμως ο τόπος ανοιχτός δεν έχει να κρυφτούμε˙

κι αν οδηγό αλλάξαμε δεν ξέρουμε που πάμε

τελειώνουν και τα τρόφιμα δεν έχουμε να φάμε…


μη φαγωθούμε μεταξύ μας,…


βοηθάτε οι επουράνιοι και αγαθοί θεοί…


Η Μεγάλη Νύχτα

Η Μεγάλη Νύχτα

Η «ποίηση στην εποχή της εκποίησης» παρουσιάζει τη βραδιά ποιημάτων «Η Μεγάλη Νύχτα» με αναγνώσεις, μουσικές γέφυρες και αόρατα περάσματα, σε μία ανοιχτή, μη προβλέψιμη βραδιά τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.

Την Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου στις 9.00 μμ

στο καφενείο Σαλαντίν, Μεγάλου Αλεξάνδρου 111, στον Κεραμεικό.

Χάρτης εδώ.

Συμμετέχουν: ο Χρίστος Ξένος, η Έλενα Προδρομίδου, η Νίκη Ανδρικοπούλου, ο Didi Fadul, ο Αλέξανδρος Μιστριώτης, ο Γιώργος Καπετανάκος, ο Τζίμης Ευθυμίου, η Ιωάννα Αργυρίου, ο Νίκος Τερζής, ο Θόδωρος Πάσχος, η Ανθούλα Ρεβύθη, ο Ανδρέας Βατίστας, η Μαρία Γκόλια, ο Κώστας Κολημένος, ο Βαγγέλης Μπέκας, η Ελίζα Διαμαντοπούλου, ο Αλέξης Δάρας, η Στέλλα Βατίστα, ο Γιώργος Κακουλίδης, ο Αντώνης Βάθης και όποιος άλλος ή άλλη θέλει.

Μουσική: Ανδρέας Βατίστας (κιθάρα),

Ηλίας Φαχίδης (νέι, κρουστά),

Νέστωρ Φανάρας (κοντραμπάσο)

Το αμάραντο δέντρο

Θα χαράξω νέα μονοπάτια

Ας αρνηθεί η μοίρα

Τους ανέμους της ερήμου

θα ξεσηκώσω

ενάντια στο πεπρωμένο


Ας κουβαλήσουν λάσπη

οι καιροί

Να λερώσουν τους αγώνες

Και θάνατο ας σπείρουν


Η δίψα της αλήθειας

νομοτέλεια

Η ανυπακοή δροσιά

στα ξεραμένα χείλη


Αμάραντο το δέντρο

της ισότητας

Αφού ριζώνει στην καρδιά μας

η αγάπη


Ας ξεκινήσει λοιπόν χωρίς εμάς

το πανηγύρι

Την απουσία μας πενθώντας

Στης μνήμης τα χαρακώματα

Λυτρώνουμε το μέλλον

Μερικές σταγόνες αλάτι

Μερικές σταγόνες αλάτι λίγα πικρά σενάρια

Πέρασαν απόμερα πιο πριν,

κρυφτήκαν στα λημέρια τους

θέριεψαν μαζί τις τρανές ορέξεις τους,

τις βρώμικες φιλοδοξίες τους.

Ανυποψίαστοι κατατροπωνόμαστε

υπαίτιοι για κάθε τραύμα μας

στριγκλίζουν στ’ αυτιά μας.

Καρτερικά παραμονεύουμε

νωχελικά καραδοκούμε


Πόσα ερωτήματα ψαλίδια

Μια κολώνα ή κολόνια ή κιλότα

ένα βαμβακερό τόπι άχρωμο

μια γραμμή για το ύψος

συνάντηση Ηρώων ίσως

Χοροπηδώντας όλοι μαζί

στο ρυθμό της γιορτής

Γιατί το τετράγωνο είναι πάντα ισόπλευρο

όσο και να θέλεις να το αλλάξεις.


Κάθε ανάποδη ρεκλάμα κάθε ευθεία γραμμή

περνοδιαβαίνει στο Κρανίο

πιρουνιάζει τα κατάβαθα

Πυροδοτώντας κάθε αντίδραση

κάνοντας το βάδισμα σούρσιμο σαλιγκαριού

ασάλιωτο – επώδυνο.

Θέλω 7.000 βόμβες

να βγάλω από το στόμα, από τα’ αυτιά, τα μάτια

να τις πετάξω σε κάθε κατεύθυνση.

Οι εκρήξεις να σωριάσουν

όλες τις σκέψεις σας και τις απόψεις σας

για τις παντός επιστητού

αλάνθαστες γνώμες σας

για τα γυμνασμένα σας δάχτυλα

αυτά που μπαίνουν στις πληγές σας,

από εσάς φτιαγμένες.


Τέσσερα κουμπιά τέρατα φέτας άσπρα

μουσικές γραμμές πνιχτές άναρθρες

συναθροίσεις από τάπες και μπουκάλια από σωλήνες

ή πλάκες μαύρου χνώτου.

Λίγες μέγιστες ουτοπίες με λεπτά περιοδικά γυαλίσματα

έστρωσαν το τέταρτο πέπλο

εκεί κάτω αριστερά από τα τωρινά θέλω

Πρόσεχε τις λεκιασμένες λακκούβες

έξυπνα κατάκοπες, νέες έτοιμες για ξεπουλήματα

στο γερμένο σωφρονισμό

Μάταια στολίσματα, μαγεμένος ομφαλός

μα βρώμικος κόκκος αλατιού

Ξεπλυθείτε και περάστε απέναντι.

Είσαι κι εσύ παιδί του Geppetto;

Γεννήθηκα σ’ αυριανό

πανοπτικό κλαδί

από παιδί είχα μεγάλη θέα

Κι είδα να υπάρχουν

άνθρωποι με προστάτες

κι άνθρωποι ξέσκεποι

σαν κουπαστή


Ώσπου ο αφρός των κυμάτων

το παιδικό ασήμι

μας ραντίσει με καινούρια νέα

εξαιρέσεων σπανίων [σ]πλην

άλλος θα ’χει τη Χάρη

κι άλλος το Παγκάρι


Πώς είπατε;

Δεν καταλάβατε;

Πορτοκαλάδα από λεμόνι θέλετε;

Είσαι κι εσύ παιδί του Geppetto

ή καρπός ζυγοστάθμισης

τρελών ερώτων;

μικροί θάνατοι αναστάσεις

Θα έρθει επιτέλους και ετούτη η ώρα

η δική μας,

θα είμαστε ξύπνιοι,

με τα μάτια της καρδιάς

ορθάνοιχτα,

ευάλωτοι και τρωτσε αργή﷽﷽﷽ρωνόοί

θα κοιτάμε κατάματα

το πεπρωμένο μας


αληθινά

ζωντανοί


Η ζωή μας,

όσιο

σκήνωμα

σε αργή

αποσάθρωση

θα γίνει

ξανά

νεκρανάσταση.

Θα ηχήσουν

και πάλι

οι καμπάνες

που έκτοτε

σιγήσαν…

δεν κατανοήσαμε

ποτέ

το νόημα

ποτέ

δεν είδαμε

τίποτα άλλο

από τους φόβους μας.

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Επιτέλους η σιωπή ήρθε να παραχωρήσει τη θέση της

στην άτακτη σύγχυση των λέξεων.

Τότε σκέφτηκα να γράψω για σένα

Θα είναι ένα τραγούδι χωρίς στίχο…

χωρίς μουσική…ένας ήχος της σιωπής !


απροσδόκητες νότες μιας συναυλίας χωρίς κόσμο

απροσδόκητα χειροκροτήματα χωρίς να τα ακούς


άκουσε μέσα σου μόνο την καρδιά μου

αυτή θα σου εξηγήσει πως ο ήχος της σιωπής

είναι εμβατήριο θριάμβου

μια ροκ μπαλάντα

μοναχική σαν κι εσένα

μοναδική σαν το βλέμμα σου


επιτέλους σιωπή …

άκουσέ την και προχώρα στο στρατί της ευτυχίας

….θα είναι το χειροκρότημα που αυτή τη φορά

Θα τ’ ακούς και θα το νιώθεις.


Αυτόχειρες

Εξαιρετικής ποιότητας άλλοθι ξεδιπλώνεται

ορυμαγδών απλώνεται σε νοητά πανό κυρτώνει

κοινωνικής απόπτωσης σενάρια δραπετεύουν

από ασκήσεις επί χάρτου τρικλίζει η φορά

του εκφερόμενου κυρίαρχου λόγου ενώ

διείσδυσης προσπάθεια εξακολουθεί

να στερείται εύστοχης έκφρασης τροχιά

καθώς αναπολείς ένα χτες που θα θελες γι αύριο

κι όμως σήμερα τριγύρω χαζεύεις ασκόπως


Η αυθεντικότητα σου παραπαίει σαμποτάροντας

τη σχέση σου με το υπερβατικό συνεχές

βουλιάζεις στην εικόνα που σου φορέσανε

καθώς αδυνατείς να αλλάξεις κουστούμι

λόγω παρουσίας εν μέσω κρίσης ταυτότητας

χάνεσαι σε αυτό που οι άλλοι ράβουν για σένα

και οι πρόβες θανάτου αδυνατούν να χειριστούν

το άγχος που σε τροφοδοτεί σε ρόλους χρήσιμους

για το μίξερ που σε κονιορτοποιεί σε εύπεπτο χυλό


Η αδύναμη πίστη σου ως λοβοτομή της ικανότητας

να ονειρεύεσαι την κατάκτηση του παράδοξου

της ύπαρξης βάζει τρικλοποδιά κάθε φορά που

επιχειρείς να κατανοήσεις τα δεδομένα που

καθορίζουν τα όρια μιας πραγματικότητας

εξασφαλίζοντας την υποτακτική στάση που

γονυπετής εξαντλείς σε επίκλησης δέους

προς μια επιφοίτηση χειρισμού ελέγχου

τόσο άσκοπη συνάμα κουραστικά επίμονη


Εσύ συντηρείς τους ακούραστους πολυπράγμονες χειριστές σου

Χάλκινο φεγγάρι

Η αυλή - το σκότος

το Χάλκινο φεγγάρι

που α(ντα)-νακ-(α)-λ-(α)-εί

το φώς

οιμέρεςοινύχτεςοιώρεςταλεπτάδευτερόλεπτα

που είσαι

παρών

στις αναμνήσεις



δεν ξαποσταίνουν

ποτές

οι στιγμές

ομοιοκαταληξία

αιωνιότητας

προάγγελος

της πτώσης

του Θανάτου

σαρκικός έρως

ηδονή(ς)

αναπαραγωγή

και μια

τόση δα

μελαγχόλια

που ξέρει

τόσο καλά

να κρύβεται

πίσω από

το δάχτυλό της.

Θέλω να σε αφήσω έγκυο

την πρώτη

την πιο αληθινή

φορά που κάνουμε έρωτα

το ένστικτο

το ηφαίστειο

και η λάβα μαζί που ξεχύνεται

οργισμένη

Είναι οι δύο όψεις

της ίδιας αλήθειας.

Στο αμυδρό φώς

Του Χάλκινου φεγγαριού

Η κόρη του διαμαντιού

Νανουρίζει τώρα

Την προαιώνια θλίψη της.

Πορεύεται

Με το Χάλκινο φεγγάρι.

ΤΟ ΟΤΟΣΤΟΠ

Στα ακαρνανικά βουνά το punto μου οδηγώντας

(θαρρώ πως στα ιταλικά punto θα πει «τελεία»),

στα ακαρνανικά βουνά, συχνά με σταματούνε

για να τους πάρω μέχρι το χωριό τους

ή και το δρόμο τους απλώς να λιγοστέψω.

Άλλος (ή άλλη) κουβαλά ένα δεμάτι φρέσκο

χορτάρι για τις γίδες του. Άλλος ένα δεμάτι

κλάρες ξερές ή και χλωρές το φούρνο να ταΐσει.

Άλλος ένα σακκί κουκιά, φασόλια ή καλαμπόκι.

Άλλος πεπόνια ή καρπούζια, άλλος τίποτε.

Κείναι κι αυτοί που κουβαλούν τον ουρανό.

Όλοι σαν μπουν στο αμάξι μου βάζουν και το φορτίο.

Μόνο αυτοί που κουβαλούν τον ουρανό

μόνο αυτοί δεν βάζουνε μέσα και το φορτίο.

Αφήνουνε τον ουρανό πάντα εκεί απέξω.

Κι όταν θα φτάσουν στον προορισμό τους

όταν κατέβουν απτο αμάξι μου

φορτώνονται τον ουρανό, ξανά, και συνεχίζουν.

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ … ΕΜΕΙΣ

Εγώ κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ … εμείς

εμείς που γεννηθήκαμε χωρίς να μας ρωτήσουν

γίναμε μάρτυρες μιας αβύσσου ... την κοιτάξαμε

και τρομάξαμε !

ένα κερί ανάψαμε να γίνει δίαυλος μεταξύ μας .

Μα το κερί λειώνει … τελειώνει…


Και πάλι νυχτώνει και πάλι το σκοτάδι δεν έχει αυγή

για σκέψου γίναμε το ενυδρείο που του κλέψαν

το νερό …

Όμως μη μασάς εσύ κι εσύ κι εσύ δες τη φλόγα στο

τζάκι που φουντώνει , στο λέει το κούτσουρο ελιάς

άκουσέ το : κι αν έρθει η άπονη στιγμή να γίνω

στάχτη θάχεις κάτι να σου θυμίζει ότι η φλόγα ήταν

κάποτε φωνή, μια φωνή σημαίας!


Αργά αργά , δειλά δειλά ας σηκώσουμε αυτή τη

σημαία που θα φανερώνει ότι τίποτα δεν πεθαίνει …

φιλι πολέμου

μικρε μου πολεμιστη

σε φιλησα

πριν τη μαχη

το κρασι σου θα περιμενω

ωριμο

να με ξαναμεθυσει

οταν θα λαμπεις ξανα

πανω απο το (τ)ελος

του παρελθοντος σου

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ

Θωρρείς τις μνήμες που μου γνέφουν

παλιά συμβόλαια αγάπης

αποτυπώματα να μοιάζουν

στις κρύες φλέβες να φωλιάζουν …

χρέωσέ τες στο νερό που τρέχει, τρέχει

για να σβήσει

ότι ζωγράφισε ο πόνος

της πνοής την πρώτη δύση


όμως κι έτσι θεριεύει πάλι μέσα μου

το παρελθόν στις αξέχαστες ώρες

σε ένα ταξίδι ζωής, έτσι για να γνωρίσω εμένα

φωτιά και θάλασσα σ’ απέλπιδες φιγούρες


μίλα σιγά, ψιθύρισε αν θέλεις

μήπως ξυπνήσουν απ’ το λήθαργο της τρέλας

μίλα σιγά, μη φύγουν και μ΄ αφήσουν

μόνη εξόριστη σε ξένα χέρια


θωρρείς ότι θωρρώ … ακούς ότι ακούω

ζάλη να είναι ο καιρός

στο πέρασμα της νιότης

οι μνήμες σαν περίπατος σε σώμα κουρασμένο ….

ΕΝΥΔΡΕΙΟ ΑΣΤΡΩΝ

Οι νύχτες άθικτες

Από σένα

Θα παραμείνουν άγνωστες ορφανές και θερισμένες

Απ τη λάμπα του δρόμου.

Αιώνια έσταζαν φως τ άστρα

Στα ρείθρα των εποχών

Μέχρι να μαζευτεί το χρυσό

Για τα μνήστρα που κατεργαζόσουν, άθραυστα.

Από κει κι ύστερα

Οι νύχτες οι επόμενες κλείστηκαν

Μέσα σ ένα σώμα κέρινο

Και ένα ενυδρείο με άστρα..

Άβυθος

Άνεμοι χτενισμένοι από κοκοφοίνικες

γδαρμένοι από αγκάθια

με κοριτσίστικα τραγούδια μεθυσμένοι

κολυμπούν στα υψίπεδα φεγγαρόφωτα

βράδια του εφήμερου νόστου,

ξανοίχτηκαν στα βαθιά

σήματα του αγνώστου

για πάντα χαμένου βυθού.

Μια αμαξοστοιχία βιομηχανικών ονείρων

γεμάτα ιπτάμενους ίσκιους

και άλλα οικεία δέη που σβήνουν

τις προσωπικές ιστορίες

αφήνοντας μόνο τη μεγάλη ιστορία

που μας ενώνει ίσως όλους,

είναι τόσο ανυπόφορη, σχεδόν όσο

το τρίξιμο της αιώρας

στην καραϊβική ραστώνη

ναρκωμένων προφητών, αιωρούμενων

από τον ένα τροπικό στον άλλο.

Αν αποδέχεσαι ό,τι είσαι

αποδέχεσαι ότι είσαι,

το ηφαίστειο γίνεται νησί,

το σκας σαν κίτρινη πεταλούδα

μέσα από το σκοτάδι που αναλύεται

σε καπνούς κι αναθυμιάσεις

στη μεσόγειο τελετή,

εκεί που υπάρχουν μόνο τα πάντα

κι ούτε ένα φωτάκι παραπάνω

που θα ενοχλούσε ίσως

την αστεροειδή

πανδαισία των βλεμμάτων.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης