η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Να επιπλεύσουμε

Μια αρκούδα ή ακρίδα με τέσσερα κεριά στη δεξιά της ράχη,
έσκαβε μιά καθημερινή εκατόμβη,
έχοντας στο σαγόνι ένα κόκκινο αρχαίο λείψανο,
που στήριζε μια ξύλινη λαβή περασμένη από το αριστερό αυτί.
Άναψα τα δύο κεριά, μέρα μεσημέρι,
αναστατώνοντας τους περαστικούς.
Κανείς δεν κάνει κάτι τέτοιο, εκτός και αν είναι μεσάνυχτα. 
Τα βλέμματα τους ήταν δακρύβρεχτα και νοσηρά.
Πάνω στον περιοδεύων θίασο, σταλθήκαν όλα τα παιδιά, τρικλίζοντας και χασκογελώντας.
Άλλη μια κραυγή θα βγάλουμε να ακούσουμε στα δευτερεύοντα κράτη και στα πρωτεύοντα θηλαστικά.
Πρόστυχα λερωμένα σακάκια, φορεμένα από χωριάτικες γίδες,
Βραστές και ψητές μέσα στα πιάτα των τουριστών.
Με χτυπημένα δόντια και αριστερά πόδια.
Καταπίνοντας βότσαλα πεταμένα στα ρηχά,
Πιστεύοντας ό,τι κι αν μας πουν οι μεγαλύτεροι,
ό,τι φύλο κι αν είναι.
Τα γεγονότα που δεν μάθαμε και ακόμα περισσότερο
που δεν έγιναν ποτέ,
διαφεντεύουν το διάβα μας και διαποτίζουν το είναι μας
με ψεύτικα χαμόγελα και ανατριχιαστικά κοκαλιάρικα κλαδικά ακούσματα
ανακατεμένα με παιχνιδιάρικα επιφωνήματα.
Δεν μπορούμε να ακούσουμε λόγια ούτε να πούμε κουβέντες καθαρές και δεν θέλουμε  πια.
Η σαφήνεια της έκφρασης της αρκούδας ή της ακρίδας
είναι αυτή που ξεκαθάρισε το μέλλον των γενεών που έρχονται
και το παρελθόν που θα έρθει
από αυτούς που το αποφάσισαν ανάβοντας τα κεριά όπως πρέπει
για να είναι το κοινό χαρούμενο και πειθήνιο
γιατί έτσι μπορούν να επιπλεύσουν.

Αστάθμητος παράγοντας


Από κάπου έρχομαι και κάπου πάω
γι’ αλήθεια διψάω, τη ζωή ζουλάω
δεν αγοράζω ούτε πουλάω
εξερευνώ και τραγουδάω.
Δεν είμαι γυμνιστής,
είμαι γυμνός.
Δεν είμαι ανθρωπιστής
είμαι άνθρωπος.
Δεν είμαι στρατιώτης
είμαι αντάρτης,
δε μ’ έχει μέσα
κανένας χάρτης
Μια στο καρφί
και μια στο πέταλο
πότε νερό, πότε κρασί
και πότε μέταλλο.
Έχω ταυτότητα
κι ας μην ανήκω.
Στη βαρβαρότητα
το μύθο δεν ανοίγω.
Δεν πιάνομαι, δε βρίσκομαι
δε χάνομαι
γιατί είμαι πάντα αλλού
                                                    αλλού
αλλού από κει που με ψάχνεις.
Είμαι εγώ, ο αστάθμητος παράγοντας
η ασυσχέτιστη άγνωστη μεταβλητή
διαταρακτικός όρος
ο ακατάληπτος άρρητος λόγος,
είμαι το σφάλμα στη στατιστική.

Δεν είμαι αφέντης ούτε σκλάβος.
Δεν είμαι ζώο, ούτε μηχανή.
Πιστεύω αγαπώ κι ανάβω
τη φλόγα την ανθρώπινη, την ιερή.

Δεν προσμένω νά ‘ρθουν άλλες εποχές
άλλες ζωές, εικονικές, ιδανικές και ιδεατές
μες στης στιγμής την ομορφιά
κάνω την άπειρη βουτιά      
το αύριο είναι μακριά και πιο μακριά το χθες

Ανοίγω τον κύκλο και βγαίνω
έτσι ποτέ δε θα με πιάσετε,
σαν ήρωα δεν θα περιμένω
ή σα σκυλί να με θυσιάσετε.

Εξόρισα το φόβο, τον πόνο
το φθόνο πέταξα από τη σκεπή
κι έχω ένα πόθο τώρα μόνο
μία ελεύθερη, αληθινή ζωή.
Δεν πιάνομαι, δε βρίσκομαι
δε χάνομαι
γιατί είμαι πάντα αλλού
αλλού
αλλού από κει που με ψάχνεις.

Ήρθαν

Ήρθαν εκείνοι οι καιροί
εκείνες οι εποχές
που δε θα’ρθούν νομίζαμε
γιατί κάναμε ευχές
Σάπιες ιδέες κατοικούν
μες σε μυαλά στυμμένα
που σε κεφάλια βρίσκονται
συνέχεια σκυμμένα
Χέρια ψηλά σηκώνονται
άλλους να υποδείξουν
κι αντί για χέρια αναζητούν
μόνο λαιμούς να σφίξουν

Αν είν’οι αλήθειες ψέματα
κανείς δεν ξέρει πια
κι αν κάποιος ξέρει, κρύβεται
κοιτάζει και σιωπά

ΤΟ ΡΑΣΟ



                                   Το  ράσο  είναι  σκοτεινό.
                                  ΄Εχει  σκληρές  συνήθειες.
                                   Χρειάζεται  το  σεβασμό.
                                   Κρύβει  πικρές  αλήθειες.

                                   Δεν  είναι  καταφύγιο
                                   Για  τον  κάθε χαμένο.
                                   Είναι  σκληρό  μαστίγιο.
                                   Σε θέλει  εμπνευσμένο.

                                 ΄Αν  δε  νοιώθεις  λειτούργημα
                                  κάνεις  μέγα  κακούργημα.
                                  Αυτό  δεν  είν’  επάγγελμα.
                                  Είναι  Θεού  παράγγελμα.

                                  Κι  αν  στην  πορεία  κουραστείς
                                 ΄Εξοδο   κάνε  ηρωϊκή.
                                  Γιατί  αλλιώς  θ’  ατιμαστείς.
                                  Την  ώρα  θα  καταραστείς.

                                  Tί  με  κοιτάς  και  απορείς.
                                  Με το  Χριστό μην  παίξεις.
                                  Μη  βάλεις  ράσο  αν  δεν  μπορείς.
                                  Στο  τέλος  δεν  θ’  αντέξεις.

Ωδή

Είναι αργά την νύχτα
και ο αέρας λυσσάει ανελέητα.
Μέσα στην ζεστή κουβέρτα μου
τα κόκκαλά μου τουρτουρίζουν
και κλαίνε.
Σκέφτονται τον άστεγο της Καλλιθέας
που κάηκε ζωντανός
απ' την φωτιά που μάταια-θανατηφόρα
έκαιγε, τον έκαιγε.
Σήμερα κρυώνουν και οι νεκροί,
άλλα οι ζωντανοί κοιμούνται παγερά
αδιάφοροι για τον άστεγο.
Δίπλα στον αποτεφρωμένο
που έσβησε σαν σε τελετή
κοιμάται κι άλλος άστεγος.
Τα άδεια δωμάτια των σπιτιών εκλιπαρούν
Άνθρωποι, ακούστε μας, είμαστε εδώ
διαθέτουμε την ύπαρξή μας
για τον άστεγο.
Ουρλιάζουν τα άδεια σπίτια,
τα έγκατα των άδειων κτιρίων
άνθρωποι, έλεος, ένας άστεγος,
αλλά οι άδειες καρδιές κοιμούνται
σε άδεια σώματα μέσα στην ζέστη.
Θαυμαστή η αξιοπρέπεια 
του άστεγου που έκανε
ότι δεν άκουσε τις φωνές
των δωματίων και τα ουρλιαχτά
των σπιτιών και των κτιρίων.
Δεν ξέρει αν αύριο θα ξυπνήσει, 
κουκουλώθηκε μ' ένα χαρτόνι
και με το 'να μάτι ανοιχτό φυλάει
σκοπιά ολονυχτία την ζωή του.
Εν κρεπάλη αθωώτητι, ορκωτό ακρογιάλι
εκτάρια ρυάκια ρεύση ανθέων, προΐστασαι
εκτάρια ρυάκια έρως κρόταλα πασουμάκια
μυστήριο ορυκτό η ουρά του μαχαιριού.
Αφουγκράστηκα το πέρασμά σου
το πιο ωραίο πέρασμα από το όμορφο
στο μοιραίο.


Ο ΤΥΦΛΟΣ

Βολεύτηκε στην αρχή με το μπαστούνι.
Το κρατούσε μπροστά
αποφεύγοντας τα εμπόδια.
Κάποτε αποφάσισε την εγχείριση.
Βρίσκοντας το φως του,
έκανε το μπαστούνι ρόπαλο.

Οι επτά νάνοι

Μες τον ήλιο του χειμώνα
ανθισμένα κρίνα κι όλα
ανθισμένα τα ζουμπούλια
μιας φοράδας τα καπούλια.
Μες του συρταριού τα βάθη
πάνε κι έρχονται μονάχοι
τρώνε ζάχαρη κι αλάτι
περιμένουν τη χιονάτη.
Κι αν θ’ ανοίξει, ποιον θα βγάλει
ποιοι θα μείνουν, τι θα κάνει
ρούσα τα μαλλιά ή μύθος
του κλειστού κουτιού ο ήχος.
Μες του συρταριού τα χρόνια
θα ‘ρχονται τα χελιδόνια
κατσαρίδες και ζουζούνια
πώς γυαλίζουν τα πιρούνια.
  

Ουρανίωνες



 Με το κεφάλι σκυμμένο βαδίζουν
                                 στο ηλιοβασίλεμα
 ανεμίζοντας το σύνθημα
               «Ψωμί Παιδεία Ελευθερία»
Οι χθεσινοί φίλοι γερτοί
                            βαδίζουν δίπλα δίπλα
πάντα φωνάζοντας όπως παλιά
                       «θάνατος στο φασισμό»

Με το δισάκι της μνήμης ζαλωμένοι
στην αιώρα του χρόνου να λικνίζεται
αφουγκράζονται 
                 την ηχώ των ονείρων τους
ακούνε τις ψυχές των αδικαίωτων
που πίσω απ’ τα κάγκελα
                                 πόθησαν ουρανό

Οι εποχές που εμπορεύονται
                                  τα όνειρα, ήρθαν
Όμως περνούν δίπλα τους
                       χωρίς να τους αγγίζουν
αφού ύαινες οι μνήμες τους
                         αλυχτάνε στο φεγγάρι

Θέλει σοφία να καταλάβεις
       πως τα όνειρα δεν εκποιούνται
πως τα όνειρα είναι
         πολύχρωμα λιβάδια
                  για να καλπάζει η σκέψη,
σε  πολιτείες ιδανικές κι ολόφωτες

Ας βουίζει το ανεκπλήρωτο
                             στους πόθους τους,
αυτό είναι που γονιμοποιεί
                                        τον ύπνο τους
και μοσχομυρίζουν τα όνειρά τους
ως την ανατολή
                νυχτολούλουδο και γιασεμί

Τα φώτα, αχ αυτά τα φώτα τα ατίθασα,
τα απόκληρα παιδιά του Ερέβους που δεν το βάζουν κάτω.
Αμ και τ' άλλα παιδιά, τα υπάκουα παιδιά
τ' αγαπημένα παιδιά του Ερέβους που δε λένε ποτέ όχι,
αυτά τα μαύρα παιδιά τα σκοτάδια
που αύριο το πρωί ίσως πάνε για 700 ευρώ
να καταταγούν στη διμοιρία...

ΧΑΡΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ



                                  Μπάτε  σκύλοι  αλέστε.
                                  Κι  άλλες  μπαρούφες  πέστε.
                                  Τώρα  ήρθε  η  εποχή
                                  να κάνουμε  χρυσή αρχή.

                                  Ελάτε  όλοι  να  φάμε.
                                  Τους  ξύπνιους  να  βαράμε.
                                  Στήσαμε  πολλές  φάκες.
                                  Επιάσαμε τους  βλάκες.

                                  Οι  ΄Ελληνες  είναι  τρελοί.
                                  Εμείς  το  παίζουμε  καλοί.
                                  Τους  δώσαμε αέρα.
                                  Δεν  θα  δούν  άσπρη μέρα.

                                  Μας  λένε  και  Ευχαριστώ.
                                  Δεν  θα  αφήσουμε  Χριστό.
                                  Τα  πάντα  θα  τους  πάρουμε.
                                 ΄Αγρια  θα  τους  γδάρουμε.

                                  Τους  δώσαμε  βοήθεια.
                                  Δεν  ξέρουν  την  αλήθεια.
                                  Πώς  την  πατήσανε  γερά
                                  μ’ αεριτζίδικο  παρά.

                                  Πηγαίνανε  φυρί φυρί.
                                  Θα  βγούνε  όλα  στο  σφυρί.
                                  Αντί να  έχουνε  πατρίδα
                                  θα  σέρνονται  με  αλυσίδα.

                                  Χωρίς  να  έχουνε  μυαλό,
                                  κατάστρεφαν  κάθε  καλό.
                                  Τώρα  έμειναν  στον  άσσο.
                                  Δεν  μπορούν να  πάνε  πάσο.

                                  Την  κλεψιά  είχαν  γιά  χόμπυ.
                                  Θα  δουλεύουνε  σαν  ζόμπυ.
                                  Σκλαβώσανε  τα  παιδιά  τους,
                                  πριν  να  βγούν  απ’ την  κοιλιά  τους.

                                 Tον  έξυπνο  τον  ΄Ελληνα
                                 τον  βράσαμε με  σέλινα.
                                 Του  μαζέψαμε  τα φράγκα 
                                 και  τον  εκάναμε  μάγκα.

                                 Εστείλαμε  τους  ρουφιάνους
                                 και  σας πιάσαμε σαν  χάνους.
                                 Τώρα  ΄Ελληνες  κορόϊδα
                                 θα  δουλεύετε  σαν  βόδια.

ΑΝΥΔΡΗ ΒΡΟΧΗ

Οι λέξεις που στόλισα το όνομά σου αιμοραγούν
Και θάμπωσε ο καθρέπτης και θάμπωσαν τα μάτια
Απ΄ το ζεστό το κόκκινο το αίμα θα ριγούν
Οι δρόμοι τα στενά τα φυτρωμένα μονοπάτια ..

Η αγάπη δεν άντεξε στον δεύτερο βοριά
Πάγωσε και θυμήθηκε τη μόνη τη βραδιά
Που οι κρυφές ματιές υπόσχεση έδωσαν ζωής
Το βλέμμα απ΄ το μπλε δάκρυσε , μη το πεις …

Τσιμέντο ρίξαμε στον ουρανό
Κοκάλωσαν τα αστέρια
Τσιμέντο και στον ήλιο το ζεστό
Ένα ηφαίστειο η καρδιά άδεια τα κρύα χέρια

Ούτε της βροχής το κλάμα
Ούτε του κεραυνού η φωτιά
Ζέστανε ξανά του νου το δράμα
Τα αστέρια πέσανε κι αυτά

Αντίο σε δρόμους λευκόστρωτους να βγεις
Αντίο τα διψασμένα χελιδόνια να ποτίσεις
Ήσουνα σταγόνα άνυδρης βροχής
Ήμουνα το ποτήρι που άδειο θα αφήσεις ….

Σκύλος που τον έλεγαν Μπλάκ

Ψέματα να πω
δεν μπορώ
και το σκαλί
της τέχνης μου
λειψό,
ασθμαίνοντας
κουτσαίνοντας
ωσάν σκυλί
μιας τέχνης άλλης
που αγαπώ,
αναπνοές,
και συνεχίζω
για να βγω
να βρω ξανά
τον ποταμό,
ανάποδα να πάω
στο νερό
να φτάσω στην πηγή
να ξαναπιώ,
ψέματα πια
να μην μπορώ
άλλα να πω.

Βαβέλ

Όνειρα κάναμε στο χείλος της αβύσου
πύλη μας φάνταζε τ' ουράνιου παραδείσου.
Τρέχαμε μ' άγρια χαρά μα και μεγάλη
να δούμε πού αυτός ο δρόμος θα μας βγάλει.

Και σαν εφτάσαμε στου δρόμου μας την άκρη
μας επερίμεναν το ψέμα και το δάκρυ.
Τότε μας έφυγε για πάντα η χαρά μας.
Καινούργιοι πύργοι της Βαβέλ τα όνειρά μας.

Κι όμως, πόσα ακόμη χέρια

...ένα ζευγάρι δάχτυλα χοροπηδάνε πάνω στις μαυρόασπρες οκτάβες του πιάνου.
Ένα χέρι σκουπίζει κάποιο δάκρυ, που αυτομολεί πάνω στο μάγουλο...
Κομμάτια από νύχια γεμίζουν το τασάκι πέφτοντας πάνω στις στάχτες...
Σ’ένα μικρό μπαρ δάχτυλα στριφογυρίζουν τα παγάκια μέσα στο χαμηλό...
Κάπου έξω, το αριστερό χέρι της κυρίας σφίγγει το δεξί του φίλου της...


Κι όμως, πόσα χέρια ανέξοδα τραυματίζονται από άλλα χέρια...

Το βρέφος αγκαλιάζει με την παλάμη του το δαχτυλάκι του μπαμπά του...
Δίπλα ακριβώς, το αδερφάκι του πιπιλίζει παράνομα τον αντίχειρά του...
Ο δάσκαλος ή τραυματίζει ανοιχτές παλάμες ή επιπλήτει μαθητές του...
Οι φασίστες απανταχού τείνουν την ανοιχτή τους παλάμη όχι μόνο συμβολικά...
Το χαστούκι ελλείψει σεβασμού κα αξιοπρέπειας ακόμα ηχεί βροντερά...


Κι όμως, πόσα χέρια χρειάζονται για να φτιαχτούν τα θαύματα...

Σε κάποιο κομμωτήριο η υπάλληλος βάφει τα νύχια της πελάτισσας...
Στα επείγοντα περιστατικά του νοσοκομείου ακρωτηριάζονται τρία δάχτυλα (...τυχερός ο άτυχος τραυματίας...)
Μέσα στο τσουχτερό κρύο, δυο παλάμες τρίβουν τα παγωμένα αυτιά τους...
Μια γιαγιάκα σ’ένα ξέφωτο στο δάσος πελεκάει έναν κορμό, για το τζάκι...
Την ίδια στιγμή, χέρια κρατάνε ποτήρια και προτείνουν ευχές της ώρας...


Κι όμως, πόσα χέρια αγκαλιάζουν κάγκελα για να δουν λίγο φως...

Ο πόλοκ, όπου κι αν είναι θα ξερνάει πάλι από τα χέρια του χρώματα...
Ο φαναρτζής και ο υδραυλικός έχουν αποφασίσει να λερώνονται καθημερινά...
Και όχι μόνο αυτοί...
Θρύματα άμμου κολλάνε ανάμεσα στα δάχτυλα των ευφάνταστων δημιουργών στην άμμο...
Χέρια πασπατεύουν αισθησιακά τα κορμιά που ακουμπάνε και ριγούν...
Άλλα δάχτυλα μπαίνουν σε ρουθούνια για καθαριότητα και όχι για εντύπωση...


Κι όμως, πόσα χέρια μεταναστών πνίγονται καθημερινά απουσία σωσίβιων λέμβων...

Στα πάρτυ, τα χέρια χαράζουν πορείες στον αέρα...
Μερικά κάνουν νεύμα στους σερβιτόρους για ακόμα ένα ποτό...
Μπάτσοι τα ανεβοκατεβάζουν γελοία ελέγχοντας την κυκλοφορία...
Χείλη τρώνε τις παρανυχίδες τραυματίζοντας τα μέλη...
Ο μεθυσμένος κόβει κύκλους με το κουτάλι του μέσα στην σούπα...


Κι όμως, πόσα μολύβια έχουν εξαφανιστεί, ύστερα από ώρες γραψίματος...

Κάποιοι βαριούνται να στρίψουν και στρίβουν άλλοι γι’αυτούς...Ο κλέφτης πριν το ριφιφί τρώει τα χέρια του, για να καταφέρει να ξεφύγει... 

η πρώτη και τελευταία λέξη


αυτή η λέξη
αυτή η λέξη είναι το σύμπαν
συμπυκνωμένο
σε μία γραμμή

αυτή η λέξη
αυτή η λέξη είναι αχανής
για να ενώνει
την πάνω γραμμή με αυτή

μυτερή για να καρφώνει
συμπαγής για να σφηνώνει
χιλιάδες ακόντια και μία σφαίρα
μέσα στη γη

αυτή η λέξη είναι ακριβής
ανεπιθύμητη και επιθυμητή
αναγκαία και περιττή

είναι η ιαχή του αμαρτωλού
δίπλα στην ιαχή του θεού
αλλά και πάνω απ’αυτή
είναι η αλήθεια
κι είναι σκοτάδι
κι είναι φως

αυτή η λέξη είναι ιερή
είναι το ίδιο κερί
κάθε φορά που ανάβει
το ίδιο κερί
κάθε φορά που σβήνει

αυτή η λέξη
αυτή η λέξη είναι κενή
ένας λώρος
δένει το τίποτα
κι ένας λώρος
δένει το όλον
με την ψυχή
με την ψυχή
αυτή η λέξη
αυτή η λέξη είναι πυκνή

μικρή για να πεθάνει
μεγάλη για να ζήσει
ασήμαντη και σημαντική
αυτή η λέξη
αυτή η λέξη είσαι εσύ

ΔΥΣΚΟΛΗ ΒΑΡΔΙΑ

Εύκολο είναι να το πει.
Τους αγαπάει κι ας μην τους γνώρισε καλά.
Του αρέσει να τους βλέπει
να πίνουν αμέριμνοι καφέ,
να γελάνε εύκολα κλείνοντας πονηρά το μάτι
και να ερωτεύονται.
Κάποτε πάλι τον θυμώνουν,για λίγο όμως,
κι ας ξέρει πως τούτοι ονειρεύονται
μόνο τη νύχτα στο κρεββάτι,
όταν αυτός, χωρίς να κοιμηθεί,
τολμά να δει τους άλλους εφιάλτες.


ΥΜΝΟΣ ΣΤΟ ΡΟΔΟ-ΠΕΤΑΛΟ

Τριάντα ή πενήντα,
όσα κι αν είναι,
ηδονικά μπλέκονται
το ΄να μες στ’ άλλο,
σαν σώματα σ’ ερωτικό χορό.
Σφιχταγκαλιάζονται,
με μια τεχνοτροπία
που μόνο θεϊκή δύναται να ‘ναι.
Και γεννούν εσένα, ρόδο –δώρο Θεού.

To βελούδο τους,
βάλσαμο σε αφή και όραση.
Και το βαθυπόρφυρο χρώμα τους,
προσφέροντας σπονδή
σε μια τρίτη αίσθηση,
σαν της Θείας Κοινωνίας το γλυκό κρασί
θα μεταλάβω.
Και ας μεθύσω.
Γιατί, για να μεθάς
τ’ ανθρώπου τις αισθήσεις,
ρόδο μου εσύ,
του Θεού Έρωτα
χαμόγελο,
δεν είσαι άλλωστε πλασμένο;

Σαν τ’ αγιωργίτικο κρασί μεθυστική
είναι η ευωδιά σου,
κι αντάμα τρυφερή,
σαν του ροδόλουστου μωρού τη μυρωδιά.
Μα απ’ όλα
ο αισθησιασμός
είν’ η ύψιστη της χάρη·
ωσάν αυτόν που εκπέμπει
το άρωμα της γυναικείας σάρκας.

Πόσο σ’ αγάπησ’ ο Θεός αλήθεια,
για να σε φτιάξει βασιλιά αιώνιο!
Δεν άφησε πίσω
δράμι απ’ τη σοφία Του
όταν σε έπλαθε,
με προσοχή περίσσια,
προικίζοντάς σε
με μια κομψότητα απλή
και μιαν ακόμα πιο απλή
κι αληθινά αριστοκρατική όψη,
χωρίς υπερβολές και περιττά φτιασίδια
γι’ ανώφελους εντυπωσιασμούς.
Για στέμμα,
να σου φορέσει διάλεξε
ένα τέτοιο κάλλος,
που όμοιό του δεν θά βρεις πουθενά.

Εσύ, άνθος πανέμορφο με τα τριάντα τόσα φύλλα σου,
που στην καρδιά
με τα κλειστά ή τ’ ανοιχτά της φυλλοκάρδια
μοιάζεις,
είσαι ο βασιλιάς
που ανήκει στον καθένα:
φτωχό ή πλούσιο,
γέρο ή νέο.
Ο βασιλιάς που βασιλεύει
και στα σαλόνια μέσα,
με τα μεταξωτά και τα μαλαματένια,
μα και στης καλύβας τον μπαξέ,
ή ολομόναχός του
μέσα στην άγρια φύση.
Άλλον βασιλιά τόσο απλό,
και κτήμα προσωπικό του κάθε ανθρώπου,
δεν ματαγνώρισα ποτέ.

Και αν αγκάθια περιβάλλουν τον κορμό σου,
γνωστό τοις πάσι
πως κανέναν δεν τρυπάς,
εάν δεν σε πειράξει.
Ο Θεός τα πάντα
εν σοφία εποίησε.
Και την ομορφιά
δε δύνασαι ποτέ
ανυπεράσπιστή να την αφήσεις.

Μα για μιαν τέτοιαν ομορφιά,
ας χύσω και το αίμα μου…

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης