η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάρτας Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάρτας Τάσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

Να σηκωθεί η φούστα σου στης μοίρας μου το δρόμο

να γδύνεσαι χαμόγελα και λάγνα σ’ αγαπώ
για να ψιλώνω ως τα κατάρτια του ουρανού
όπου παραμονεύει το αειπάρθενο φιλί σου-
αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

τι τέξεται η επιούσια έκφραση;
ποιο γόητρο ξοδεύουνε οι λέξεις της;
σε ποιο λημέρι αποκοιμήθηκε σειρήνα έμπνευσης;
μήπως αναρωτιέσαι ανέξοδα
κλώθοντας δίκλωνες κραυγές απ’ την αφάνεια σου;

διάττοντες στίχοι κλιμακτήριος ρυθμός
κοπάδι μαδημένες μαργαρίτες
γλυκοματιάζοντας συνουσία διττή
ασπαίρει και βογκά στύση αποδημητική-
ερπυστιοφόρο όνειρο τυλίχθηκε
σαν κόκκινη κλωστή σαν την ανέμη


οι προτάσεις των ποιητών σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων μνήσθητι

Να σηκωθεί η φούστα σου στης μοίρας μου το δρόμο

να γδύνεσαι χαμόγελα και λάγνα σ’ αγαπώ
για να ψιλώνω ως τα κατάρτια του ουρανού
όπου παραμονεύει το αειπάρθενο φιλί σου-
αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

τι τέξεται η επιούσια έκφραση;
ποιο γόητρο ξοδεύουνε οι λέξεις της;
σε ποιο λημέρι αποκοιμήθηκε σειρήνα έμπνευσης;
μήπως αναρωτιέσαι ανέξοδα
κλώθοντας δίκλωνες κραυγές απ’ την αφάνεια σου;

διάττοντες στίχοι κλιμακτήριος ρυθμός
κοπάδι μαδημένες μαργαρίτες
γλυκοματιάζοντας συνουσία διττή
ασπαίρει και βογκά στύση αποδημητική-
ερπυστιοφόρο όνειρο τυλίχθηκε
σαν κόκκινη κλωστή σαν την ανέμη

οι προτάσεις των ποιητών σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων μνήσθητι

Η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων κουμπωμένη μέχρι το λαιμό

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία 

διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά

προφητεύω τη χρυσή βροχή
με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια
η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων
κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-
αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου

μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός υποτακτική αιδώς

χθόνιων ήχων

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία
εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής

ανάγλυφη χλωμή
πρωτόπλαστη πελιδνή
ένας καβγάς πολύτιμος που απόμεινε SMS
Σοφία Νεφέλη, πολυώνυμη λερναία εμμονή
με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-
είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει
η συναίνεση που εξασφάλισε
το ποίημα μου το γανωμένο;

εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία
διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά
να βρουν το μίτο εκεί
στο χορό των λουλουδιών της Άνοιξης
(ό,τι πεις…)

Μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία

ήρθες σαν μικρή πράσινη καταιγίδα
άνοιξες διάπλατα τα πόδια
κραδαίνοντας τρυφερά ξεσπάσματα λέξεων
μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μια
ψύλλος στ’ άχυρα συμφραζόμενα
απ’ τη σκοπιά της ερμαφρόδιτης φαντασίας των ποιητών



απ’ το ένα σου το αυτί φωνήεντα γκρενά
απ’ το άλλο μου τα’ αυτί προσήκον κόκκινο ανοιχτό
ανάσκελα προσήκει
τα επιρρήματά μου δεικτικές ομοβροντίες
οι μετοχές σου μέλλον τροπικό
χρώματα δισταγμοί συνηρημένοι
συν Αθηνά κι άλλες παρωπίδες «δήθεν»
σε μαύρο φιλμ βουβό-

πινακωτή-πινακωτή
μεσολαβεί ευπροσήγορο κενό
χρόνου, χώρου, ιδεών τρίτου προσώπου

παρωπίδες επιθυμίας ισανώμαλης στου μηδενός τον ύπτιο δεκαπεντασύλλαβο

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Όλοι έχουν ιστορία, αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι όλοι μαθαίνουν σωστά το μάθημά της!...
Ένας πλανόδιος πωλητής καπέλων, έπεσε ένα μεσημέρι να ρίξει τον υπνάκο του κάτω από ένα δέντρο. Όταν ξύπνησε ανακάλυψε έντρομος ότι μια αγέλη πιθήκων είχε βουτήξει όλα τα καπέλα του, και τα είχε ανεβάσει στο δέντρο. Τσαντισμένος και σε απόγνωση, έμεινε λίγη ώρα κοιτώντας την πραμάτεια του στα χέρια των πιθήκων. Κι ύστερα, ρίχνοντας κατάρες στην ατυχία του, έβγαλε το καπέλο που φόραγε και το βρόντηξε θυμωμένος στο χώμα. Οι πίθηκοι που όλη την ώρα τον χάζευαν από ψηλά, με την έντονη τάση τους για μίμηση, πέταξαν κι αυτοί τα καπέλα με δύναμη κάτω. O άνθρωπός μας έτρεξε και τα μάζεψε και σώθηκε.
Καμιά πενηνταριά χρόνια αργότερα, ο εγγονός του, που επίσης πούλαγε καπέλα, άφησε το εμπόρευμά του κάτω απ’ το δέντρο και την έπεσε κι αυτός για ύπνο. Κακώς, κάκιστα: όταν ξύπνησε τα καπέλα είχαν κάνει φτερά. Σήκωσε θυμωμένος το κεφάλι και είδε τα καπέλα του στα χέρια και στα κεφάλια των πιθήκων πάνω στο δέντρο. Πάνω στην απελπισία του θυμήθηκε την ιστορία που του είχε διηγηθεί ο παππούς του. Έτσι έβγαλε το καπέλο που φορούσε και το χτύπησε με δύναμη στο χώμα. Έμεινε έκπληκτος όμως που κανένας πίθηκος δεν έκανε το ίδιο. Μόνο ένας κατέβηκε απ’ το δέντρο. Έτρεξε, βούτηξε το καπέλο που ήταν στο χώμα, πλησίασε τον νεαρό πιλοπώλη που είχε μείνει άναυδος, του έριξε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, και φεύγοντας του φώναξε:

«νομίζεις ότι μόνο εσύ έχεις παππού;».
-41-

Ας βγουν οι λέξεις λυγαριές και τα μπουμπούκια κρήνες, που λέει κι ο ποιητής ν’ αποδεκατίσουν τ’ αποσιωπητικά που φωταγώγησα
στίχοι άηχοι φωνές υποδόριες
πόση υστεροφημία επένδυσες
στις εγγενείς τις αντιφάσεις;
 
-42-
Δεσμώτης στον ίλιγγο της σκιάς των λέξεων γυμνός από γραφή και έμπνευση

έμαθα να κρύβω ό,τι πιο πολύ ποθώ
ό,τι κρύβω όλη η αλήθεια-
μοναξιά παντάνασσα…
 
-43-
Η παρομοίωση πέτυχε επωδός μεταφορά –μια σειρήνα ζητάει τη φωνή μου. Οξύμωρο!

αλλά ο ασθενής στίχος δούρειος χρησμός
κάθε τρεις και τόσο μ’ άλλο στιχοπουκάμισο
υγρό πυρ μονόξυλο σιωπής ομολογώ κραδαίνοντας σφυγμούς μέσα συθέμελης ζωής…
 
-44-
Μ’ ένα ταξίδι στο βλέμμα να σχίζει το φόντο μαγνάδι του κοριτσιού από ένα άλλο στίχο πορφυρογέννητο

μήλον της έριδος η λέξη που δεν βρέθηκε ακόμα
να φυλακίζει μύχιες υποσχέσεις στο ποίημα-
λεοντή στην απαστράπτουσα περίοδο του ονείρου
 
-45-
Τι άλλο θα εισχωρήσει στο τουμπανισμένο ποίημα σαν υγρασία σιωπηλή και δόλια που καταβρόχθισε τη γονιμότητα του αναστεναγμού των φύλ(λ)ων;

ποια ανταύγεια θα ποτίσει μ’ όνειρα λέξεων
την ήβη που σκιρτά
αεί γηράσκουσα και νυν καιόμενη βάτος;

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης