η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Οδυσσέας (Γιώργος Γκρίλης)

Κατεβαίνω στα υπόγεια των ματιών σου
μες στα δόντια μου ο φακός –τριγύρω πλήθη
οι σκιές, όλες ριγούν…  σαν παραμύθι
λίγο – λίγο γίνομαι και πιο δικός σου

Στο κατάρτι σου δεμένος για να αντέχω
στα στενά σου, όπως με σπρώχνουν οι χειμώνες
πως γεννήθηκα, θα πουν, για τους αγώνες
μόνο εγώ ξέρω πως ό,τι είσαι έχω

Και δεν θέλω να κουρσέψω καμιά αλήθεια
ούτε ζω για να παλεύω Ποσειδώνες
κι αν με τρώνε μία ζωή οι Λαιστρυγόνες
δεν ζητώ μια Ιθάκη, ούτε μια συνήθεια

Θέλω στα μάτια μου ν’ ανθίζουν διαρκώς οι νέοι τόποι
να ‘ναι η αγάπη μία θάλασσα πλατιά
και να μπω σε μια βάρκα που την λένε Πηνελόπη
για να φεύγω, όλο να φεύγω, μακριά

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ (Βασιλική Δραγούνη)


Τι πρέπει να δώσεις ως τίμημα εδώ;
Δείγματα ευφυΐας ή βάρη της συνείδησης;
Αβάσταχτο το κόστος και απαγορευτικό.

Τι χάνεται στο εύρημα;
Η πραγματικότητα ως σύμβολο
ή η αληθοφάνεια ως έννοια του πραγματικού;

Δεν φτάνουν πια οι λέξεις, δεν αρκούν.
Ψάχνεις για ένα τέχνασμα
να λύσεις το μυστήριο.

Όλη αυτή την εμμονή με την πραγματικότητα
-με ασυνεχή και αποσπασματική ανάγνωση-
πώς θα την ονομάσεις;

Tο παιχνίδι της αθωότητας
είναι ήδη πολύ μακριά -όσο μεγαλύτερη η επιμονή,
τόσο πιο απογοητευτική η επίλυση.

Η Δεισιδαιμονία ελλοχεύει,
υπενθυμίζοντάς σου τις συνέπειες.
Η Κολακεία έρχεται στα χείλη, σαν χαμόγελο.

Καθυστερείς για μια στιγμή.
Κρυμμένη μέσα στο παιχνίδι
είναι μία διέξοδος.

Τα νεκρά δέντρα περιέχουν
όλη την απώλεια του πλαισίου
σαν άδεια, βαριά κορνίζα.

Προσφέρεις ό,τι έχεις.
Κομμάτια σάρκας
και ξεφτισμένα στολίδια.

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΛΕΣ (Νίκος Νασόπουλος)

Κομμάτια λες
είναι οι στιγμές μας
που εσύ μονάχη
τα κολλάς...
και χάνονται
οι ενοχές μας
σε δυό στιγμές
μόνο
χαράς


πρωί περνάει
και χάνεται,
δεν είσαι
πουθενά,
το βράδυ
όταν 
με ζητάς,
γυρνάω 
στα στενά


κομμάτια λες,
δεν 
θα μπορέσεις,
να τα ταιριάξεις
άλλο πιά,
κομμάτια δες
τις
αντοχές μας,
θα τις γιατρέψουν
δυό φιλιά

ΚΑΝΕΝΑΣ (Τσίγκας Γιώργος)

Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι. Οι αυτόνομοι. Κήρυξαν την ανεξαρτησία τους μα νοιώθεις παρόντα τα ίχνη ενός τινός απόντος. 
Κι εγώ είμαι αλλά δεν είμαι όπως εκείνοι. 
Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι 
οι φυλακισμένοι.
Χορταίνουν με σκουριά 
δροσίζονται με αρμύρα. 
Στον ίσκιο τους μόνο πουλιά και φίδια 
Στις άκρες τους λατρεμένη αγριοτριανταφυλλιά 
στη ρίζα μία εγκατάλειψη 
σαν γυναίκα που μου ψιθύρισε.
Εγκατεστημένη εκεί αλύτρωτη, Χρόνια Πολλά να την χαίρεστε, ηχώ στο βάθος περιμένει.
Μου αρέσουν αυτοί οι κήποι οι φυλακισμένοι 
εγώ είμαι το αεράκι στα μονοπάτια τους 
γυρνάω Λεβάντες και πότε Γραίγος να ξεράνω τα φύλλα τους 
Να μην μείνει κανένα

Έξοδος (Δημητριάδης Α. Δημήτρης)


Ερχόμαστε απ’ τις θηλές τ’ ουρανού
κι απ’ της τελείας την πιο απόμακρη άκρη

με τη μορφή που κανείς δε φαντάζεται
άοπλοι
δίχως σημαίες και τύμπανα.

Θαμπά φεγγάρια
και σκοτάδια βαθιά μας ενώνουν
και παρελθόντες στίχοι και ψαλμοί
κι ενθύμια οραμάτων και θαυμάτων.

Μας περιμένουν νεύματα
πουλιά τρελά για να μας πάρουν στο κοπάδι τους
όταν ξύπνιοι όλοι κοιμούνται
κι ονειρεύονται
και παραμιλούν στο ψεύτικο φως.

Ερχόμαστε
και γυρισμό δεν έχουμε
ξανά να ποντάρουμε
ξανά και ξανά

στο παιχνίδι που δεν παίχτηκε ακόμα.

Άνω τελεία (Δήμου Βικτώρια)

Ποιες ειναι εκείνες οι νύχτες; 
Που εγω δεν κοιμήθηκα ποτε ολο το βραδυ ξαπλωμένη δίπλα σου
Ποιες ειναι εκείνες οι νύχτες;
Που παράλληλες εφαπτομενες γραμμές τα σώματα μας ενωνα
Τα βραδια εκείνα ποια ειναι;
Που την ανάσα σου εγω προσευχή σε βωμό κατέθεσα 
Ειναι εκείνες οι νύχτες;
Οι νύχτες που εγω μέτρησα ανάσες και δάκρυα 
ξανα και ξανα πέθανα στο στερνο σου
Ειναι εκείνα τα βραδια.
Που το όνομα σου φώναξα να λυτρώσω, να ξορκίσω την μοναξιά σου

..................... (El. F.)


Νομίζω ξεκίνησε με ένα μήνυμα 
Η με ένα βλέμμα
Έχει σημασία; 
Οι άκρες του στόματος μας 
Πιασμένες με μανταλάκια μόνιμα 
Οι κόρες των ματιών μας, κεράσια 
Λιώναμε σαν παγωτά 
Στην παραλία
Τον Αύγουστο 
Και μετά περάσαμε τον ήλιο
Και κάηκε η πλάτη μας
Τώρα βάζουμε γιαούρτια 
Μπας και περάσει 
Το κάψιμο 
Κάποια στιγμή θα φύγει 
Και την επόμενη φορά 
Οπωσδήποτε αντηλιακό 
Τόνοι αντηλιακό 
Προστασία με τα τσουβάλια 
Να μην νιώθουμε τον ήλιο 
Και όταν καούμε πάλι 
Θα καθόμαστε 
Από φόβο 
Κάτω από την ομπρέλα 
Σε όποια σκιά βρούμε 
Κι όταν καούμε πάλι 
Από την αντηλιά
Θα σταματήσουμε να βγαίνουμε στον ήλιο 
Θα αμπαρωθούμε σπίτι μας
Και θα καούμε από το παράθυρο 
Κάποιο πρωί 
Που το ξεχάσαμε επίτηδες ανοιχτό 
Ύστερα τα παντζούρια 
Θα είναι πάντοτε κλειδωμένα 
Και όταν ακόμα η ατμόσφαιρα 
Θα μας φανεί  αποπνικτική 
Θα έχουμε το κλιματιστικό
Να δουλεύει στο φουλ 
Μέχρι κάποια στιγμή 
Αν είμαστε τυχεροί
Να πεθάνουμε από το κρύο 
Χαρούμενοι και δροσεροί

Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Αλεξανδρής Γιώργος)

Κάθε αρχή και ψέμα, κάθε τέλος και αλήθεια
και των ονείρων το δίκαιο και η αρετή,
ψευδαίσθηση υπότροπη, ιδέα δηλωτική,
αρμονική η σύζευξη και η εκπλήρωση αναμονή.
Συναρπαστικό και ερεβώδες μυστήριο η ζωή,
η σύμπτωση, η πρόκληση, η γνωριμιά και η μαρτυρία,
σπάταλη γραφή στους ορισμούς και τις εκζητήσεις,
ερώτημα μέγα οι λογισμοί και βεβαιότητα η απορία.
Οι υποθέσεις,αμφίδρομοι συνειρμοί κι εκτίμηση,
οι πιθανότητες, επινόηση μέτρου συναλλαγής,
η φαντασία  γλυκότροπη και αξία προστακτική
και η πραγματικότητα αδέκαστη αποτίμηση και παραδοχή.
Η αίσθηση του χρόνου, κρυφή ενοχή και φόβος,
η εντρυφή του μακάρια υπέρβαση κι επώδυνη αυτογνωσία,
ανύπαρκτο το αιώνιο, ψηλάφισμα το συμπαντικό
κι απόλυτη κορύφωση, η αρμονία και η αποδοχή του τέλους.
Κι  εμείς, μετουσιώσαμε την ύπαρξη σε λόγο και ανάγκη,
κοινωνήσαμε τη θέωση ως λύτρωση και μεγαλοσύνη,
κοινή  σπονδή και λειτουργία  η πεμπτουσία  της ζωής
κι ο έρωτας συνείδηση,μεγαλείο κι αφορισμός του τέλους .
                                                      5-5-2019

ΠΩΛΕΙΤΑΙ (Φιλελές Δημήτρης)

Προσκύνησες και φίλησες ποδιές κατουρημένες
ιδέες ακολούθησες πλαστικοποιημένες

σε πήρε ο κατήφορος που γυρισμό δεν έχει
οι πρώην φίλοι φτύνουμε και συ θαρρείς πως βρέχει

για λίγα ξεπουλήθηκες, για τα πολλά ελπίζεις
στη φάκα σου πετάξανε τυρί να ροκανίζεις

δεινός αφισσοκολητής με γλώσσα δύο πήχες
την τύχη σου την έκανες και την υγειά σου βρήκες

το κόμμα σε χρειάζεται τη μάχη να κερδίσει
επάνω σου να στηριχτεί αν κάποτε γλιστρήσει

την επαρχία μούντζωσες για χάρη της Αθήνας
τα δάχτυλά σου έχωσες στο μέλι σαν κηφήνας

γιατί να βασανίζεσαι στη ζέστη και στο κρύο
αφού μπορείς να βολευτείς σε βουλευτή γραφείο ;

δεν είν’ ευκαταφρόνητος ο ρόλος του κλητήρα
που λιβανίζει ολημερίς τον κάθε εθνοσωτήρα

και πιάνεται η μέση σου όταν διπλοτσακίζεις 
χαμπάρι μη σε πάρουνε όσοι τους χαφιεδίζεις

κοιμήθηκες και ξύπνησες σε θέση εξουσίας
δικαίωση των κόπων της ευδόκιμης θητείας

όπως ο γυμνοσάλιαγκας που μάντρες σκαρφαλώνει
στα κάγκελα κρεμάστηκες και βγήκες στο μπαλκόνι

λύνεις και δένεις τα σκοινιά και παίρνεις αποφάσεις
αποσοβείς τα σκάνδαλα πριν πάρουν διαστάσεις

είν’ ο μισθός σου άξιος κι η εξέλιξη ραγδαία
μα και ο φθόνος των εχθρών κατάληξη μοιραία

κατηγορίες στο κενό όσες κι αν πουν θα πέσουν
τα ίχνη σβήνεις,  μάταια παλεύουν να σε δέσουν

κι έχεις τους άσσους πάντοτε κρυμμένους στο μανίκι
γιατί στα ντέρμπι σίγουρη ποτέ δεν είν’ η νίκη

υπόγεια συμφέροντα και εξυπηρετήσεις 
συχνά σε ξελασπώνουνε αν αλλαξοπιστήσεις

γιατί μπορεί σαν άνθρωπος στρατόπεδο ν’ αλλάξεις
μια ευκαιρία αν βρεθεί απ’ τα μαλλιά ν’ αρπάξεις

μα να προσέχεις, θα ‘λεγα, αυτό τ’ αλισβερίσι
πολλοί δεν ήπιανε νερό κι ας φτάσανε στη βρύση

κι αν σήμερα κορδώνεσαι σαν κόκορας λειράτος
θα είσαι πάντα ποντικός που τόνε τρώει ο γάτος.

Μπέιμπι όιλ (Παπαδόπουλος Θεοχάρης)

Κάποιες φορές
έχει και η τρέλα την ομορφιά της.
Να μπαίνεις στα μουσεία σαν κύριος,
να ρίχνεις μπέιμπι όιλ στα εκθέματα
κι όταν σε πιάνουν,
να βρίσκεις μια γελοία δικαιολογία.
Κάποιες φορές
έχει και η ομορφιά την τρέλα της.
Πόσοι σπουδαία έργα τέχνης δημιούργησαν,
χωρίς να ξέρουν γιατί έζησαν
και γιατί πέθαναν, επίσης.
Κάποιοι το ‘νιώσαν το γελοίο
κι αυτοκτόνησαν.
Κι εσείς, που φαίνεστε παντού,
στην τηλεόραση, στις εφημερίδες, στα ραδιόφωνα
αναλύοντας περισπούδαστα σημαινόμενα.
Δεν έχει νόημα να σας διαβάσει ο λαουτζίκος.
Εσείς ποιητά, που νιώθετε διάσημος,
θέλετε λίγο μπέιμπι όιλ
στα γραφτά σας;

Προσευχή... (Καραγκούνης Δημήτριος)

Μελιδόνι (Λόη Βασιλική)

περνάνε από το θέατρο των χιτώνων
ένας ένας
υποφωτισμένοι με τις πλάγιες λάμψεις
του ασυνείδητου
σκιές χρωματιστές, σε τελάρο εσωτερικό
αλληγορούν με την κίνηση, λοιδορούν με την κίνηση
φαντάζουν με ανθρώπους
κάτοικοι στο άγονο,
τώρα μετοικούν σε πιο γόνιμα μέρη



πορεύεσαι με έναν μικρό κύκλο από χημεία
πάντα πρωινές ώρες
συναρμολογείς εισπνοές, αρωγές
αντιμιλάς, το παλτό της μέρας
έτσι ριγμένο στους ώμους, να κρέμονται τα μανίκια
φοδράρουν την επαφή


σταθερό παραπέτασμα
το προφίλ κρύβει το άλλο μισό
φεγγάρι πριν τη βροχή
αντίστροφη μέτρηση γαλαζωπή
ξεκίνησε πάνω από τα κεφάλια μας
Από την ποιητική συλλογή «Μελιδόνι» της Βασιλικής Λόη, Νοέμβρης 2016

ΕΝ ΣΚΟΤΕΙ (Γώτης Γιώργος)


 Μη με ξεχάσεις, μην ξεχάσεις.
 Μαύρη γραμμή ανάμεσά μας.
 Μας εκπαιδεύει στο μακριά, μηδενίζει τον χρόνο
 και υπόσχεται γλυκειά συνέχεια σε ό,τι σταματά.
 Αυτό που τώρα ξεμακραίνει είναι το καθημερινό.
 Όλη η απόσταση που συντηρεί το πλησίον.

 Μη με ξεχάσεις, μην ξεχάσεις.
 Όλα θα συνεχίσουν. Εδώ που φτάσαμε
 ρίχνει το φως σκιά σε άλλο φως και το άγνωστο
 μιλά του επιθυμητού τη γλώσσα.
 Το κάθε τι θα παραμείνει για να ξεχαστεί.
 Το χρήμα θα τραγουδά επί γης παντού
 την ίδια γλώσσα θα συμπονά ο  κόσμος
 τους συνηθισμένους και η ομορφιά
 θα σ΄ εμποδίζει να κοιτάξεις κατά πρόσωπο.

 Μη με ξεχάσεις, μην ξεχάσεις, είπε
 καθώς περνούσε το σύνορο της νύχτας.

"Αποτύχατε!" (Κουρκούλη Νικ. Άννα)

-Ουσίες!
Αποτύχατε! Τρείς βαθιές τζούρες από τούτο το νοτισμένο αέρα και οδηγούμαι στην αιώρηση των παραισθήσεων, μεμιάς. -Άνδρες! Αποτύχατε! Από καταβολής εαυτού, ερωτευμένη με την βαριά ομίχλη πάνω απ΄την ασάλευτα θλιμμένη θάλασσα, και πού περίσσευμα μελαγχολίας για σας;; -Ήλιε! Απέτυχες! Μόνο παιδιά ζητούν να λούζονται απ τις καυτές αχτίδες σου. Γυναίκα που μαθήτεψε στο σπαραγμό συγκινείται μόνο απ τα αγκομαχητά της φύσης που σαν προδομένη νύφη, εκπνέει υγρασίες και ομίχλες
απ τα φαρμακωμένα σωθικά της. -Έρωτα! Απέτυχες! Τούτη η εικόνα του βουρκωμένου ουρανού με μαγεύει πιότερο. Πιότερο κ απ τη ζωή. -Ζωή! Χρωστάς! Ναι! Χρωστάς την λίγη ομορφιά σου σε τούτα τα σύννεφα που σε καταδέχονται και τη μικρή αξία σου σε τούτη τη βροχή που έρχεται..

ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟ (Κιόρογλου Σοφία)

Προχωρώ Μπροστά και Ακάθεκτα
Μια Αέναη πορεία Αυτονομίας
Τελικός Προορισμός ο στόχος «Καταξίωση».
Ακόμη κι όταν Κουράζομαι να περπατώ
Επαναλαμβάνω στον εαυτό μου
Την σημασία Επίτευξης του Στόχου.

Συνεχίζω να Επαναλαμβάνω
Μια Ζωή το ίδιο σενάριο
Λέγοντας τα ίδια λόγια:

«Δίχως να Ζω μα μόνο να Επαναλαμβάνω»

ΠΥΛΗ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΗΡΙΟΥ (Τυπάλδος Δ.Θ.)

Έρχομαι κοντά σου σαν λύκος να κατασπαράξω την καρδιά σου 
Στους αστραγάλους σου σωριάζομαι σαν νεκρό περιστέρι 
Καμηλιέρης στην όαση Σίβα διπλώνω το σαρίκι μου 
ευχή στην αμμοθύελλα του κοσμικού αφορισμού
Τρέχοντας ανακαλύπτεις την αξία τού να βαδίζεις

Φευγαλέο (Δάρας Αλέξης)

Οριστική κάθε λέξη
κάθε κοίταγμα οριστικό, κάθε νεύμα.
Το αεροπλάνο πέρασε πάνω από την πόλη.
Ίσως να είδαν τα πυροτεχνήματα που σκάνε
είναι Σάββατο και ο κόσμος παντρεύεται
την έκρηξη,
φεύγει ο καπνός, μέσα από
παράθυρα, πλατείες έξαλλες,
μαζεύει παφλασμούς αδέσποτους,
βογκητά φωταγωγών
αλαλαγμούς αγαλμάτων
πλέκει μηδενικό στεφάνι που το φοράει
στο άπειρο εγώ
να νιώσει ένα.
Έψαξε την έξαψη
και ψάχνει
σαν αράχνη ν’ αγκαλιάσει
είναι Τετάρτη κι ο κόσμος χωρίζει
τα σημαντικά και τις κατηγορίες
γι’ αυτό το ταίριασμα πηδάω έξω
από τις εβδομάδες.
Σαν πάνθηρας ψάχνω.
Εσένα.
Συναίσθημα αναπαράστασης
της αέναης παράστασης.
Παρουσία.
Μόνο αν την προσφέρεις ίσως τη σώσεις.
Αλλιώς χάνεται…
Δώσε μου απ’ αυτό που δεν έχεις.
Αυτό που κάθε στιγμή φτιάχνεις,
το φευγαλέο που είσαι
που ποτέ δεν προλαβαίνεις να έχεις.
Μιλούν γι' αυτό με ονόματα διάφορα,
ίσως κι εσύ να το λες κάπως
κι ας ξέρεις πως αυτό που σου ζητώ
δεν έχει ακόμα όνομα.
Ξέρεις τι θέλω.
Δώσ’ το μου.

Ξύπνησα (Γκόλια Μαρία)

Ξύπνησα.

Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω.

Φυσούσε Ζέφυρος.

Όντα φτερωτά πετούσαν στον ουρανό της γειτονιάς μου

Ο Οδυσσέας , ο Ιάσωνας ,Ο Δάντης , η Αριάδνη

Τους αναγνώρισα απ΄το αποτύπωμά τους στη ζύμη

που είχα αφήσει πάνω στο τραπέζι.

Χτες ζύμωσα.Εφτάζυμο ψωμί.

Κι ενώ περίμενα η ζύμη να φουσκώσει

ξάπλωσα στην αιώρα μου ,στο σαλόνι

και ονειρεύτηκα.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης