η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Η Γιορτή της Ποίησης


Η Γιορτή της Ποίησης   

“Μαζί είμαστε πιο πολλοί και από εμάς τους ίδιους”


Την τελευταία Παρασκευή και Σάββατο του καλοκαιριού, 28 και 29 Αυγούστου 2015, θα πραγματοποιηθεί στη Δονούσα, στο νησί των Μικρών Κυκλάδων, η Γιορτή της Ποίησης.
Η διοργάνωση θα είναι διήμερη και θα περιλαμβάνει απαγγελίες ποιημάτων, μουσική και βιντεοποιήματα. Θα εξερευνηθεί η δυνατότητα διαλόγου ανάμεσα στην ποίηση και σε άλλες τέχνες, μέσα από παράλληλες δράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του διημέρου. Οι δράσεις θα πραγματοποιηθούν στο πέτρινο θέατρο της Δονούσας, καθώς και σε άλλους δημόσιους χώρους του νησιού.
Η Γιορτή της Ποίησης έχει την υποστήριξη του Πολιτιστικού Συλλόγου Δονούσας “Ποσειδών”. Διοργανώνεται από την ομάδες ποιητών “Ποίηση στην εποχή της εκποίησης” και “συν](κίνηση”, τον “Μανδραγόρα”, λογοτεχνικό περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή και τον καλλιτεχνικό οργανισμό “Ορίζοντας Γεγονότων”.
Με την κίνηση αυτή στο νησί της Δονούσας, έναν μικρό παράδεισο ο οποίος έχει καταφέρει να έχει φίλους σε όλο τον κόσμο και όχι απλώς τουρίστες, αλλά και να αναπτύσσεται χωρίς να αλλοιώνεται, επιστρέφεται ένα κομμάτι της ποιητικής έμπνευσης στον τόπο που τη γεννά.
Στη Γιορτή αυτή, η Ποίηση ξαναβρίσκει τον δημόσιο χαρακτήρα της, μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και μοιράσματος.
Συνυπάρχουμε.
Συμμετέχουμε.
ΣυνΔονούμαστε.
Γιατί μαζί είμαστε πιο πολλοί και από εμάς τους ίδιους.
Κάλεσμα Συμμετοχής
Η γιορτή της ποίησης απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα σε ποιητές και ποιήτριες που θα ήθελαν να παρουσιάσουν ποιήματά τους στη Δονούσα στις 28 – 29 Αυγούστου. Στείλτε μας τρία ποιήματά σας στο poetryfestdonousa@gmail.com . Η καταληκτική ημερομηνία για την αποστολή των ποιημάτων είναι η 25η Ιουλίου 2015. Στις 31 Ιουλίου θα ανακοινωθούν τα ονόματα των συμμετεχόντων που έχουν επιλεγεί.
Δήλωσε συμμετοχή και στείλε τα ποιήματά σου μέχρι τις 31 Ιουλίου στο:
poetryfestdonousa@gmail.com
https://poetryfestdonousa.wordpress.com/

https://www.facebook.com/pages/%CE%97-%CE%93%CE%B9%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82/1011506112215899?sk=timeline

απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης

Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και με δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά ιδρώτα το ξόδεψαν στης αμπάριζας την αιχμαλωσία!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Προσέχοντας μη τυχόν και ξυπνήσεις
Τη θύμηση του Οδυσσέα
Στα καρδιόφυλλα της Κίρκης
Αφιονισμένη από τα αρώματα της μέντας
Λοιδορείς της αλαδανιάς τον ίσκιο
Που έσκισε στα δυο της μέλισσας το φτερό
Αργοσάλευτη σαν μέδουσα του Νότου
Αποσπάς το βλέμμα σου από την χάντρα του χαλαζία
Ακουμπώντας το στοργικά στην γαλάζια ποδιά της Νισύρου
Με ένα νεύμα σου μόνο
Ακινητοποιούνται οι πύρινες λάβες των ηφαιστείων
Μπροστά στη πόρτα του Έρωτα
Γιατί
Ξανθά χερουβείμ σου φύλαξαν σε βίγλας πέρασμα το κλειδί της Αθανασίας!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Νυχοπατώντας μη τυχόν και πονέσει
Το όνειρο της μικροπαντρεμένης και εφιάλτης γίνει
Σε ουρανού σκαλοπάτι
Αέρινη σαν του Μαΐστρου τη φτερούγα φεύγεις
Της κρύας βρύσης μη στερέψεις το στέρνο
Και μείνει άδροσος ο κάμπος με τα αγέννητα πουλάρια
Σμίγεις ποθούμενη
Με των βουνών την αρσενική φορεσιά
Και απαρχής του κόσμου
Κυοφορείς δις την Αμαρτία των μοιχαλίδων
Με ένα λόγο σου μόνο
Διαλύονται τα στρατεύματα στα πεδία των μαχών
Κι ο στρατηλάτης αποσκιρτά
Γιατί
Το ένδοξο φως θριαμβεύει ξανά στα πένθιμα μαντήλια των μανάδων!

Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και μες δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά ιδρώτα το ξόδεψαν στης αμπάριζας την αιχμαλωσία!

Το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ

                    ‘’Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
                             που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι
                             να πούνε.’’                               Κ. Καβάφης
 

Αυτά μας είπε ο Κωσταντής… κι είναι πολύ ωραία.     
Μα εμάς,  μας νοιάζουν οι πολλοί και όχι μερικοί ˙ 
ολόκληρη η αλήθεια  και όχι ένα μέρος της ˙
γι αυτό και λέμε ότι ...

Για τους πολλούς σα σύνολο, και για καθένα χωριστά
έρχεται κάποτε μια μέρα για να πούμε…
ΟΧΙ  στο μαύρο γερο-θάνατο         
                   και ναι στη νια ζωή. 
ΌΧΙ  στο μέσα φόβο μας
                   που μας κρατάει σκλάβους.
να  πούμε ΝΑΙ στην κίνηση να πούμε NAI στη δράση
                   που μας γεννά η ελπίδα και,
ΟΧΙ  στην αδράνεια
                   που γίνεται αντίδραση.
ΟΧΙ  στον εαυτούλη μας
                   στην ψιλοβόλεψή μας
                   και το μικροσυμφέρον μας 
να πούμε  ΝΑΙ στο διπλανό
                   και  στον συνάνθρωπό μας
ΝΑΙ στη συλλογικότητα
ΝΑΙ στην αλληλεγγύη.
  
ΝΑΙ  μέγα στην  ΙΣΟΤΗΤΑ,
ΝΑΙ στην ΑΔΕΡΦΟΣΎΝΗ,
ΝΑΙ στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
                    που δίχα τους δε γίνεται
                    αληθινή ΖΩΗ.

‘‘Γένοιο οίος εί’’  και  ‘‘Γίνε ο εαυτός σου’’
                    μας είπαν δυο μεγάλοι.
ΝΑΙ,  να βρούμε και να γίνουμε πάλι ο εαυτός μας
                    αφού από τη φύση μας, όπως μας είπε άλλος
                    ‘‘πολιτικά’’, είμαστε όλοι ‘‘ζώα’’.

Και ας ακολουθήσουμε και πάλι τον Καβάφη…
 "Κι αν δε μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,
                        τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
                                       όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις "

ΠΑΛΙΑ ΔΟΞΑΣΙΑ

Κάπου μακριά
απ' τα παράθυρα του κόσμου
τα βράδια φαίνονται να λάμπουν
μικρές φωτίτσες μες στον ουρανό.
Κι οι άνθρωποι πλάθουν επιθυμίες πήλινες
ψημένες μέσα στις αδιέξοδες εκπυρώσεις
σ' αυτό το ήσυχο το φως να παν να κατοικήσουν.
Η φαντασία τους
έναν παράδεισο στα μέτρα έχει φτιάξει
των απέλπιδων ονείρων τους.
Αιχμάλωτοι
στην αστρική ηλιόκυκλη την κίνηση
-που χρόνο άλλοι τη λένε-
δεμένοι στου εαυτού τους τις συνήθειες
παραδομένοι στην φιλόκαλη του κύκλου τη φθορά
αυτοδημιούργητοι ιδιοπλόκοι πλεονέκτες
συνοδοιπόροι συμφερόντων σχηματισμών
και αλύγιστοι εγωιστές
που τεχνουργούν κολοσσιαία ασταρτεία
και καινοτάφια λεονταρισμών
που 'ναι με χώμα και αίμα και ψυχές πλασμένα
με ιστορικόκτονες μισανθρωπίας εισηγήσεις
μια πύλη προσπαθούν να βρούν
για να περάσουνε κρυφά μέσα στη νύχτα
στις λαμπερές φωτίτσες για να φτάσουν
κι εκεί να πάνε να κρυφτούν 
φευγάτοι απ' το χωμάτινο εαυτό τους
πιστεύοντας της λήθης πως είναι αυτός ο δρόμος
ότι η ευτυχία στη νύχτα κρύβεται
κι ότι ο τελικός προορισμός του ανθρώπου
είναι το όνειρο
κρυμμένο πάνω σ' ένα άστρο
που οι άνθρωποι ποτέ δε θα το βρούν.

Ένα ιστορικό κείμενο

Στο κίνημα του Συντάγματος το 2011, κάποιο τριήμερο στα μέσα του Ιούνη, 
κυκλοφόρησε στην πλατεία, ένα χαρτί με σύνθεση στίχων από ποιήματα 22 ποιητών. 
Γράφτηκε από την ομάδα ποίηση στην εποχή της εκποίησης 
και μοιράστηκε στην πλατεία σε κάποιες λίγες χιλιάδες αντίτυπα. 
Οι δύο σελίδες του κειμένου εκείνου:



Ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Για μια στιγμή ζητήσαμε τις ρίζες της επιστροφής
κι αμήχανοι συλλαβίσαμε τα λόγια μιας άλλης Ελλάδας
γυρεύοντας πολιτείες αδιαμόρφωτες
χτισμένες με τις τύψεις των ηρώων
κι ύστερα θα γυροφέρνουμε τις γειτονιές που δεν γκρεμίστηκαν
κι αύριο, μικροί κι απροστάτευτοι θα σαλπίζουμε στους αιθέρες
μήπως κι ακουστούμε μέσα στους θάμνους και τις σπηλιές,
μια ηχώ που σε γυρίζει πίσω στο εξήντα
όταν οι μηχανές γεννιόνταν μαζί μ' εμένα.

Κομμένα τα πεζοδρόμια, ελεύθεροι οι φονιάδες
οικόπεδα και σφαγεία ανέβηκαν στις πλάτες μας
και μας πατούνε, και το καφενείο έγινε κέντρο πολυτελείας,
όλα τα κορμιά ντύθηκαν τα θέλγητρα που σκοτώνουν
ένα λουτρό κίτρινου αίματος σπαρμένο με γαρίφαλα
μια δίψα για ν' ανεβούμε στα τελευταία διαζώματα του πολιτισμού
κι ύστερα, παροπλισμένοι απ' τα δρομολόγια της ανίας
θα περιπέσουμε στα λευκά σεντόνια μιας παρθένας
νηστικοί και σκεφτικοί σαν το καράβι που προσάραξε
σαν τους ορειβάτες που χάθηκαν στον Όλυμπο
ψάχνοντας τα ίχνη των δώδεκα θεών και της ψυχής σου.

Τενεκέδες και σύρματα, νυστέρια και περιπολικά
και τα παιδιά σου στα κατώφλια των κλινικών
να παίρνουν φάρμακα για να επουλώσουν τις πληγές
που άνοιξαν οι οβίδες της μοναξιάς'
μη με ρωτάς για το σκοπευτή της μνήμης
του ξέφυγε η σκανδάλη κι οι σφαίρες μια λησμονιά
που έζωσε την πόλη, μια μολυβιά διαγραμμένων ημερών.

Φωτογραφίες και διαφημίσεις κύκλωσαν τα μάτια μας
τώρα τυφλοί ζητιάνοι μες στις μεγάλες λεωφόρους
διασχίζουμε τις έρημες αφίσες που μας χαμογελάνε
όταν δεν ακούς πια τίποτα εκτός απ' τη φωνή σου
τα πρωινά, που μ' ένα τσιγάρο
γίνεσαι πυροτεχνουργός και ολοκαύτωμα.

Γιώργος Γκανέλης, " O σκοπευτής της μνήμης ''εκδ. Στοχαστής, 2013

Οι άγιες νύχτες μου

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι μια ανοιχτή αγκαλιά γεμάτη σούρουπα, όμορφα βράχια, μίσχους αγριολούλουδων, ήχους κυμάτων, μητρικές φωνές που σιγοτραγουδάνε παραμύθια

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι το βλέμμα - χάδι της αγαπημένης όταν κουρνιάζει στο στέρνο μου, οι ανάσες των φίλων που με ζεσταίνουν τον χειμώνα, η ελπίδα να δω και το αυριανό χάραμα

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι τα προγονικά ιερά που πάνω τους θυσιάζω λέξεις, οι μνήμες των κυττάρων που άγγιξαν το κορμί μου, τα πάθη που μου σπατάλησαν χρόνο 

και μου χάρισαν ζωή, το βλέμμα μου όταν βυθίζεται βαθιά στο μέλλον 

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι η μνήμη χιλιάδων αδελφών, που υπηρέτησαν περήφανα και μυστηριακά τη μεγάλη Μάνα. Αυτήν που ζητάει ζωή και δίνει αξίες, για να πορεύονται 

οι γενναίοι και να ανασαίνουν οι μικροί.

ΑΦΕΛΕΙΑ

Νάναι στα σκεπά ο αφαλός σου.

Να μη κρυώσει
και τυλιχτεί ξανά στο λαιμό μου.

Λεπίδια τα σπυριά της άμμου.

Να μην ξαπλώσεις άλλο πλάι μου

Κι εκείνα τ άρμενα
Αλάργα
Με τυραννούν
που δεν έφυγα νωρίς.

Μετρώ σβησμένες γραφές
Με άφησες κουφάρι
Τα δόντια μου μονάχα
λαμποκοπούν.

Δεν θα χωνέψω ποτέ
την ανέμη που κατάπια
με τόσους σπαραγμούς σου
Τυλιγμένος.

Τραβώ την κουβέρτα και διψώ.

Για δρόμους που ξασπρίζουν
Για έναστρο νόημα
λευκό.

Για μιά αρμαθιά απο ευλογίες.

Σηκώνομαι και φεύγω.
Μ' ένα σύννεφο στα δόντια.

Χωρίς να νοιάζομαι
αν θα με ξεδιψάσει
ή θα πνιγώ.

ΧΑΛΚΙΝΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κι αν θέλω τώρα στη χώρα των ηρώων
να ακούγεται η φωνή μου
Μαλαμοχάραμα αρχίζει
μαυρίζει ο ουρανός.
Βαθιά σ' ευχαριστώ αρειαγαπημένη
που χάθηκε όλος μου ο εαυτός σε σένα
Τόσες φορές γεννούσες  
το πάθος το παράφορο
Τα τραύματα του κόσμου όλα δικά σου
Τώρα γυρίζουνε πολλοί
που ορφανοί μαζεύουν άνθη
Στολίζουν σάπιο σκηνικό
Και τα θηρία να ξεσκίζουν τη φωνή σου
Τελικά οι θεοί κοιμόνταν πάντοτε
Και τώρα ότι καλύτερό μου
Ξεφτίλα, τηλεόραση και θάνατος
Ελλάδα Αθήνα Κόλαση
Κουρσεμένη και θεοστόλιστη πόρνη,
γλυκιά μου φιμωμένη
Σε χαιρετώ
Στο μεσοστράτι γαβγίζουν
του χαμού οι κομπανίες
«Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου σπαράζεις την ψυχή
γιατί μ’έμαθες και ξέρω ν' ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ»

Είδα νεκρές

Είδα νεκρές, που είχανε τα μάτια σφαλισμένα'
Σταυρό στα χέρια βαστουναν, ''τα σπαγγοσταυρωμένα''.
είδα νεκρές, που αρρώστειες τις είχαν φιλημένες
κι' έμοιαζαν μες τα φέρετρα τώρα, γαληνεμένες
είδα νεκρές που άφηκαν στο δρόμο το παιδί τους
κι' όμοιαν ενέδρα έφερνε, η υστερνή αρπαγή τους
είδα νεκρές, με κόμμωση, γύρου διασκορπισμένη
λες, και τις εκαλόπιζε, θανατηφόρο χτένι.
είδα νεκρές, μες τα λευκά να τις εθάφτουν, ''Τίμιες''
κι'αντι για ρύζι, να πετούν γονείς σωρό βλαστήμιες
είδα νεκρές, μπρος στ' ΄΄Άδικα'', ποτές μετανοιωμένες,
κι' οντε τις κατεβάζανε, δείχναν ''φοβερισμένες''.
***
μα μια νεκρή, σημάδευσε για πάντα τη ματιά μου'
η αδικοσκοτωμένη μου Χριστέ, αθωότητα μου..


Αναμονή

Αενάως διαλυόμενος
κοιμάσαι και χάνεσαι σε θάλασσες χωρίς χρώμα
τα μέλη σου διασκορπισμένα σ΄ένα τοπίο ήσυχης καταστροφής
σε καταπίνει κάθε όνειρο
αληθινότερο απ’ τη ζωή
Κι όταν ανοίγουν τα μάτια, μπερδεύεσαι-
τι ειν’ αυτό που ζεις στ΄αλήθεια;


Κάθε πρωινό μια ανασύνταξη:
Φοράς χαμόγελα
και φτιάχνεις τη φωνή σου σαν γραβάτα
Έξω ο κόσμος σαν να δονείται συνεχώς -
δεν θες να ξέρεις το γιατί
Περνάς μέσα απ’ όλους αυτούς με υπομονή
και βγαίνουν από το στόμα σου οι σωστές οι λέξεις
σφίγγεις χέρια, μοιράζεις χαμόγελα
μα πού θα πάει όλο αυτό


Το βράδυ μόνος, σε δείπνο με το τίποτα
βγαίνουν βόλτα οι σκέψεις, στριφογυρίζουν στο ταβάνι
χορεύουν το δικό τους βαλς μέσα σε μοβ φουστάνια
Ξένες πια κι αυτόνομες
Ολίγον θορυβώδεις, κι  ολίγον - τι απατηλές
Μετράς τα «θέλω», τις στιγμές σου
Και βρίσκεις το ταμείο άδειο


Η απόλυτη αντανάκλαση της σύγχυσης
Και η αναμονή
                    του αγνώστου.

Οι πάνδημες κατανύξεις

Απών, απούσα,
Απούσες, απόντες

Απουσίες σώματος
Ψυχής απουσίες

Οι πάνδημες κατανύξεις
Απουσιολογούν εκφώνως

Όπως και αν το έχω ζήσει
Ιδια είναι τώρα η περίσταση

Σμιλεύουν τη μελαγχολία των εορτών
Πάνω στο ήδη πληγιασμένο σώμα μου

Εστίες κακοφορμισμένες στον αέρα της αγοράς
Δεν πιάνουν τα γιατροσόφια  να τις μαλακώσουν

Κι ενώ κλείνω τα μάτια  μήπως και συντομεύσουν οι μέρες
Θα προσέλθω συνευχέτης να απολογηθώ «και του χρόνου»!

Στην αμυγδαλιά του πατρικού κήπου

Πώς  άνθισαν  απόψε  τα  κλαδιά  σου
που  σ΄έντυσαν  νυφούλα  σε  μια  μέρα,
και  λάλησε  του  πόθου  σου  η  φλογέρα,
λουλούδιασαν  δροσάτα  τα  φιλιά  σου!

Ως  σ΄είδα,  μου  εφάνη  η  καρδιά  σου
γοργά  πώς  χτύπαε - ωσάν  τη  μέρα
μικρούλα  που  σε  φύτεψα  πιο  πέρα,
στου  κήπου  μας  την  άκρη - η  ματιά  σου,

να  βρεί  το  φίλο  που  έχασε  εζήτα.
Λές  νάταν  πλάνη,  η  νάταν  πίκρα
το  πατρικό  μου  σπίτι  που  είχα  αφήσε;

Θυμάμαι  τή  στιγμή!  Μονάχος  βγήκα
απ΄  την  πόρτα  του  σπιτιού - μονάχος  μπήκα.
Γεμίζει  η  στάμνα  της  ζωής  και  τρέχει  η  βρύση...

Από την  συλλογή του Αριστομένη Λαγουβάρδου, <<Στα απόκρυφα τοπία  της  μοναξιάς>>

ΠΑΣΧΑ 2015

Βλέμμα
διπλής όψεως

Που βλέπει τον χρόνο
να μην πεθαίνει.

Μία Χαρά 
σαν αυτή που γειτονεύει
με τις Κυριακές.

Διεσταλμένα τα μάτια μου.

Στον τρόμο και το Θαύμα. 

ΙΧΘΥΣ

Όταν με βάγια σε ζητωκραυγάζει ο όχλος
τη Σταύρωση να περιμένεις
οι Αρχιερείς και οι Πιλάτοι βαθυστόχαστα
την άδεια σκέψη τους
του πλήθους θα την κάνουν δικαίωμα
κι η τέχνη η τοξόβελη αρρωγός
στεφάνια ακάνθινα θα πλέκει
στο Λόγο της Υπερτάτου Αρμονίας.
Τους λίγους φίλους τότε κάλεσε
στο Δείπνο τον τελευταίο το Μυστικό
και πες τους για τα Γυφτοκάρφια
που οι ανθρώποι ετοιμάζουν
όταν κοντά τους πλησιάζει το Υπέρτατο Καλό.
Μπρος στην κακία τους
παράδεισος η Γεσθημανή φαντάζει
κι η καλωσύνη τους
με Ύσσωπο και με Χολή είναι ποτισμένη.
Μάθε τους φίλους τους καλούς
τους Γολγοθάδες
κουβαλώντας το Σταυρό τους ν' ανεβαίνουν
και πες τους
ότι χωρίς Σταυρό μην προσδοκάν Ανάσταση
μα δύσκολα όμως θα πιστέψουν
αν δε σε δουν μπροστά τους !

Εκείνη της Ανάστασης τη Μέρα τη Μία των Σαββάτων.

Στην όχθη της λιμνοθάλασσας.

I

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πετώ ένα βοτσαλάκι,
να ταράξω
της σκέψης τα νερά,
ν’ αναδεύσω
σκόρπια γεγονότα,
συνέχεια ψάχνοντας
στην ασυνέχεια
που μας χαρακτηρίζει.

Σκέψεις
πυκνές και βαρυσήμαντες,
από το λήθαργο να βγουν
και την ανεμελιά,
να δώσουν το παρόν
όπως αρμόζει
σε δύσκολους καιρούς
γεμάτους από φάκες
και σκοτεινά αδιέξοδα.

ΙΙ

Γνωρίζω τον κίνδυνο,
σαν σπας
το νόμο της αδράνειας,
σαν ξετυλίγεις το κουβάρι
και ξεκινάς τη συγγραφή
κακοτράχαλων διαδρομών.

Φαντάσματα του παρελθόντος,
του μέλλοντος αρπαχτικά
θα συναντήσεις,
μα μη λακίσεις,
πέτα μια πέτρα αιχμηρή.
Ρίξε με δύναμη
και παρατήρησε.
Πως σβήνουν
σ’ ομόκεντρους, μικρούς
κυματισμούς,
αφήνοντας
γαλάζιο και γαλήνη,
νέους ορίζοντες κι ουρανούς
να ταξιδέψεις.

Το είδωλο μονάχα
μη λαβώσεις,
σαν βρει το θάρρος να φανεί.
Κομμάτι δικό σου είναι,
σάρκα απ’ την σάρκα σου
κι ας είναι μια σκιά,
παιχνίδι του φωτός
με τα νερά.

Στα μάτια του
και στην καρδιά
κάτι από σένα κρύβει.
Στιγμές,
πρόσωπα,
αισθήματα,
χρώματα
και μουσικές
μιας κρουαζιέρας
που από χρόνια έχει συμβεί
μα ξεχαστεί
συνάμα.

Λάθη και πειρασμοί
αγκαλιασμένοι,
την κατανόηση ζητούν
και την αποδοχή,
καλώντας σε,
το πρώτο βήμα
για τη λύτρωση να κάνεις.
Μια θέση ζητούν κι αυτά
πλάι σε άσπρα σύννεφα,
σε όνειρα και γλάρους
που κράτησες για συντροφιά
στους κύκλος της ζωής.

III

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πέτα ένα βοτσαλάκι,
να ταράξεις
της σκέψης τα νερά.

Μη φοβηθείς στο τι θα βρεις,
μη ξεχαστείς,
εσύ βαδίζεις στη στεριά.

Καλή αναζήτηση.

Η μέρα της Ποίησης

Της  γυναίκας
Της εις σάρκαν μίαν
Της άνω  ποταμόν
Της άσε να πάνε
Της όπως  να ’ναι
Της όπου φυσάει
Της περιγραφικής
Της εσαεί
Της άιντε
Της τέτοιας
Της ταξιδεμένης
Της έτσι
Της θανάτου
Της  λυρικής
Της ρομαντικής
Της παρελθούσης
Της απρόσωπης
Της αφηγηματικής
Της λέξης που χάθηκε
Της ανεξάρτητης
Της αποσπασματικής
Της  σιωπηλής
Της μάχιμης
Της ποιητικής
Της ελευθεριακής
Της αβύσσου
Της όμορφης
Της ριζοσπαστικής
Της τρελής
Της λέξης που χάθηκε
Της υπέρ πάντων
Της μέτριας φάσης
Της εκείνης
Της αδέσποτης
Της παγίδας
Της  επανάστασης
Της συμφοράς
Της άλλης
Της κόλασης
Της σιωπής
Της τρομάρας
Της παγίδας
Της αβύσσου
Της αναπνοής

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης