η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Μπες στο κλουβί

Έξω ανάμεσα σε κάγκελα

το δρόμο σου θα χάνεις

θα σέρνεσαι στις αγορές

τιμές, στολές, πληγές θ’ αλλάζεις

θα ψάχνεις πάντα μιαν επιστροφή,

όλο σφαλιάρες, ενοχές, ματαιώσεις

ασ’ τις δηλώσεις

και μπες στο κλουβί.


Χίλιοι κίνδυνοι κάθε στιγμή

δίχτυα πονηρά και μονοπάτια πλάνα

σου χιμούν οι αγωνίες κι η οργή

καθώς σε ουρανοξύστες αεροπλάνα

είναι μια κόλαση

το λέει κι η τηλεόραση

πάρτο απόφαση

και μπες στο κλουβί.


Κλείσου σε σύνορα, σε σχήματα, ιδέες

σε γραφεία, σε θαλάμους και στοές

να μην ακούγονται εκείνες οι φωνές

απ’ το γνωστό παλιό, το πιο βαθύ κελί,

πρόσωπα κλούβια κι αυταπάτες σβήσε

ξέχασες, μέσα ή έξω από τα κάγκελα είσαι

στην πόλη του τρόμου, ντύσου τη σιωπή

τα χείλη σου δώσμου και μπες στο κλουβί.


Παραιτήσου, μη ρωτάς το γιατί

πώς θες ελεύθερη ζωή

με μια σκλάβα ψυχή;

Θα ‘ναι όπως μέσα στη μήτρα γλυκά

σαν το δασάκι που παίξαμε παιδιά

και ναι, θα ‘μαστε πάλι μαζί

πάρε το χάπι

θα σε κάνει σατράπη

και μπες στο κλουβί.

Άηχο Ντέφι

Γιορτής πιτσιρικάδων

έκθαμβα βλέμματα

δεν επαρκούν

ν' αρχίσει ο χορός

Το ντέφι άηχο

σα μουσκεμένο

ο Φοίβος χωρίς καλύβα

ο αρκουδιάρης χωρίς τελετή

Κρεμαστό το ραβδί

εκπεσόντων αυτοκρατόρων

σκήπτρο

στις λάσπες πεταμένο

μπρός στο μουσούδι

του κτήνους

Αρκούδα θλιβερή

με της μαϊμούς την πλάτη

έστω και έτσι Δώσε

την τελευταία παράσταση

για του κτήνους τη μοίρα

των δασών γενίτσαρος

της πόλης θιασώτης

προσμένει το πρόσταγμα

σαν κάποιους άλλους

πριν από χρόνια

να Εγερθεί βελάζοντας

φωνή να βγάλει

σκοπεύοντας τ' άστρα.

Βάση

Η τόση λαχτάρα μου

και το βάσανο

να σε περιμένω

συγκρίνονται μόνο

με την άγρια χαρά που με πιάνει

σα σκέφτομαι

να μην είμαι εδώ

όταν θα έρθεις.

Εκ του πονηρού

Δεν θέλω πια, ν’ ακούσω άλλο τραγούδι,

που να μιλάει γι’ αγάπες σου παλιές,

που σε αφήσανε φτωχό και ορφανούλι

και τη καρδούλα σου γεμάτη από πληγές.


Δεν θέλω πια, ν’ ακούσω άλλο τραγούδι,

που να μιλάει για επαναστάτες ποιητές,

μα που τους πιάσανε στο τέλος οι κακούργοι

και τους δικάσανε οι μαύροι δικαστές.


Γιατί είναι ύποπτα όλα τούτα τα στιχάκια

και σου γεμίζουνε τη γκλάβα με λογάκια,

που εκπορεύονται από σκοτεινές πηγές,

γι’ αυτό και γω σου λέω μη τα λες.


Μη μου πουλάς μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα,

ούτε και Χέντριξ στη διαπασών,

πάψε να οδύρεσαι για όσους τους τρελάναν,

με paranoid και pink floyd το the wall.


Δε θέλω πια ν’ ακούσω άλλο τραγούδι,

που να μιλάει για καημούς και συμφορές,

ότι μας φτύσαν και μας κλέψανε τ’ αρκούδι

κι’ ότι σκοτώσαν τον παππού με μαχαιριές।


Οι παλιοί κονταρομάχοι

Έτριξαν οι σάπιες γρίλιες

άνοιξαν τα παράθυρα

Καρφώθηκε το φως

μαχαίρι

στης σκοτεινιάς το σκέλεθρο

Και συνήχθησαν πρόσωπα

πολλά

τυλιγμένα στης μνήμης

τα οθόνια,

με τα μονοπάτια της αγωνίας

στα μαγουλά τους χαρακιές

Άνοιξαν δορυάλωτοι

οι θησαυρισμένοι πόθοι

στο σεπτό σκήνωμα της αγνότητας

μολύνοντας τους άσπιλους

και τους αφελείς

Κι’ ήρθαν πανέμορφοι

ανεμίζοντας τα λάβαρά τους

ενδεδυμένοι την αστραπή

και την ελπίδα

Να προχωρήσουμε όλοι μαζί

οι ηττημένοι προς τη νίκη

θρυμματισμένοι, ιδεολάγνοι

με τα μαχαίρια της προδοσίας

στην πλάτη καρφωμένα

Κι’ ήρθαν μαζεύοντας

τα χρυσά άχυρα του Γαλαξία μας

Στήνοντας χρυσές θημωνιές

με το θησαυρισμένο ήθος

για τις δύσκολες μέρες

του κατακλυσμού

Και νάτοι τώρα

καθώς σπαθίζουν τους ορίζοντες

οι πρώτοι κεραυνοί

Μάχονται τους ανεμόμυλους

οι ιππότες

στις βουνοκορφές των οριζόντων

Νάτοι, ακαταμάχητοι

οι παλιοί κονταρομάχοι, κάθε βράδυ

περιφέρονται στο Σύνταγμα

με τα πράσινα λέιζερ στα χέρια

το σκοτάδι να σκιαμαχούν

Πικρή γενιά (25)

Έγινε το πάτωμα ωκεανός

Κάποιοι βούτηξαν, κολύμπησαν... μα θυμήθηκαν το βάθος

και πνίγηκαν

Άλλοι έθεσαν διορίες, πέσαν τα στοιχήματα,

μπήκαν τα λάφυρα στα χέρια,

μα οι αγωνιστές δεν ξαναβγήκαν

Οι πιο πολλοί στριμώχτηκαν στις άκρες του δωματίου να σωθούν

και το πρόσωπο από πάνω καθρέφτισαν

Όσο για μένα

ξέχασα τι είχε συμβεί, ξάπλωσα στο πάτωμα,

όνειρα βουλιαγμένων

με έθρεψαν

και στις άλλες όχθες με ξέπλευσαν


Το κουκούτσι

Πέφτει απ’ το δέντρο ο καρπός,

σαπίζει

Μα εγώ στο κουκούτσι έκρυψα

όσα θησαύρισα

στους δύσκολους καιρούς

τα περιφρονημένα,

τα αιρετικά

Τα ανυπότακτα σε θεούς και εξουσίες

Και να ξέρεις πως το κουκούτσι

Που οι άλλοι πέταξαν

μετά το φαγοπότι

Εγώ το κρατώ ακόμα

Τρυφερά το νανουρίζω σαν μωρό

Ξέροντας

Πως ζηλότυπα φυλάει το μυστικό

της αναγέννησης

ΑΔΟΛΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟ

Των διοδίων βάλανε τα τσιμεντένια χτένια

για να μαζεύουν τα ευρώ (τσιμπούρια ασημένια).


Γι’ αυτό αν θέλεις φίλε μου δρόμο προς την Ιθάκη

προτίμησε καλύτερα να πας από τη Θράκη.


Θα ήταν λάθος σου να πας από την Κορινθία

γιατί εκεί σε καρτερεί η ληστοσυμμορία


των εργολάβων, υπουργών, γαμπρών τε και κουμπάρων

απομεινάρια έξοχα Σελτζούκων και Αβάρων.


Υπάλληλοι Εταιρειών γίναν οι τροχονόμοι

και γράφουν για παράβαση των γαϊδουριών τη βρώμη


που έσπειρες και μάζεψες και στη Βουλή πηγαίνεις

να τη χαρούν οι πιο καλοί όνοι της οικουμένης.


Μ’ αντίς να ψάχνεις έρημε να πας ξανά Ιθάκη

γιατί δεν κάνεις δεύτερο καζίνο στο Λουτράκι;


Μπράβοι να σε φυλάγουνε, μπράβοι να σ’ οδηγούνε

και στα διόδια σαν περνάς όλοι να προσκυνούνε;


Γίνε σου λέω υπουργός, γίνε αητός στη μίζα

και πάρε ρεύμα όσο θες απ’ της Βουλής την πρίζα.


Κάμε ωσάν του Ρέππα μας γαϊδουρινή κεφάλα

και γίνε σαν του Γιώργου μας του Δ.Ν.Τ. κουφάλα


που βρίσκουν βρώμη και σανό όπου και αν θα παν,

που φυλακή για χάρη τους βάζουν και το Στρος Καν.


Τον δεκατετρασύλλαβο, τραγουδιστή, ν’ αφήσεις

κι ένα καλάσνικωφ καλό αμέσως να γεμίσεις


με δεκαπεντασύλλαβο, αν θες να πας Ιθάκη.

Τους δρόμους τους ελληνικούς τους κλείνουνε οι δράκοι.


Εκτός και μετενσαρκωθείς σε γύπα ή κοράκι,

ή πεζοπόρος βγεις ξανά στους δρόμους με δισάκι…


Ω τι κακό να σταματούν τους Έλληνες πολίτες

και κλήσεις να τους δίνουνε θρασύδειλοι λεχρίτες.


Ω τι κακό να μην μπορείς άφραγκος να γυρίζεις

όπως ο Ήλιος, το πουλί, το φίδι· να μυρίζεις


της λευτεριάς τον άνεμο αρώματα γεμάτο.

Πώς φέρανε τη χώρα μας ως των σκατών τον πάτο;


Κάμετε τόπο αγάμητα των μουλαριών αιδοία

βιάζομαι σα να ήμουνα σε υπουργών κηδεία.


Κάμετε τόπο δεν μπορώ την τόση την αηδία,

της άγριας μέντας βιάζομαι να βρω την ευωδία.


Βιάζομαι να βρεθώ ξανά στων αστεριών το δρόμο

όπου ποτέ δεν συναντάς Σελτζούκων τροχονόμο.


Χωρίς εσένα

Χωρίς εσού τι θα ήμουν?

Κύμβαλο αλαλάζον

βαρκούλα στον Ειρηνικό

τομάρι

έκθετο στην απονιά ή την

αρμύρα

κοπανισμένος κόπανος!

Χωρίς εσέ θα ήμουν λίγο πιο αθάνατος

στο σώμα ή και στην ψυχή

Θα είχα ίσως πιο λεπτή σκιά,

λειχήνες δε θα φύτρωναν

στα αποτυπώματά μου

Χωρίς εσένα ίσως

το τραίνο σφύριζε πιο μελωδικά

η σιωπή θα έκρυβε ιστορίες μακρινές

Μακρόσυρτη αφήγηση, απειλή

δε θα υπήρχε

γιατί δε θα υπήρχε επιθυμία

Χωρίς εσένα η βουή των άστρων

χωρίς εσένα η λάσπη

αλλά και με σένα,

χωρίς εσένα οι γραμμές στον ουρανό

τ' αεροπλάνα που ψεκάζουν

θύελλα

καταιγίδα

φως.

η βροχή με ήλιο με σένα

μηνύματα εξωγήινων κωδικοποιημένα

στα μπούτια σου

στα ράμματα χαμένων πόντων στα

καλσόν σου

χαμένων πόντων στο

κοσμικό καλσόν...

χωρίς εσένα μόνο με σένα

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης