η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Η εξέγερση των μελισσών

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
πάντα σε νέο ταμπούρι
                           με παλιό καρυοφύλλι
Ξωμάχοι
μ’ ένα χρέος στο δισάκι μας
           δεμένο σε τετράγωνη πετσέτα
μαζί με τυρί, ψωμί κι άγιες ελιές

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
κοιμόμαστε  αγκαλιά
                              με το γιαταγάνι μας
πλάι σ’ ένα αγριολούλουδο
          που μοσχοβολάει το καινούριο
πλάι σ’ ένα θυμάρι ανθισμένο
       που εξεγείρει μέλισσες και ιδέες

Η φύση μαγεμένη Απριλιάτικη
            κραυγάζει έρωτα κι ανάσταση

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
                 καμιά υποταγή στο θάνατο
ας γίνουμε επίμονα κυκλάμινα
                   στου βράχου τη σχισμάδα
Όπου μας φροντίζει η στέρηση
                     κι ανθίζει η ομορφιά μας

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
Τ’ άστρα είναι οι φανοστάτες μας
                  στους δρόμους τ’ ουρανού
καράβια καλοτάξιδα
                         σε λευτεριά και γνώση
                                               

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
Εμείς ψάχνουμε πάντα στις πηγές
                             φεγγάρια ματωμένα
Αφού στην ανομβρία των καιρών
το αίμα των αμνών ποτίζει
                    το δέντρο της αντίστασης

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
σπιλιάδα η λύτρωση
     να μοσχοβολάει τ’ αγριολούλουδο
κι ο βόμβος
της εξέγερσης των μελισσών
  να μας τάζει μέλι γλυκό ανάστασης

Όχι δεν καταθέτουμε τα όπλα
εμάς σπιλιάδες μας πρέπουν
                                   κι αγριολούλουδα

Λήθη


Ρυθμοχώρα στους ιστούς σου πιάνεις 
και τα πιο ανήσυχα ζουζούνια 
τα κάνεις να ξεχνούν για πού ξεκίνησαν 
και ποια μελωδία τα έφερε μέχρι εδώ. 

Αριθμοχώρα οι πλανήτες σου ρουφούν 
και τα πιο εξελιγμένα διαστημόπλοια 
τα κάνουν να ξεχνούν τα εκτός πεδίου 
και πως εδώ ήρθαν μόνο για ένα πέρασμα. 

Αλγοριθμοχώρα ξέχασες ποια είσαι 
ποιες νύμφες θώπευαν εκείνους που σε βρήκαν 
ποιες νύχτες λιάζονταν στις καλαμόλιμνές σου 
και τις πιο φωτεινές εκστάσεις σβήνεις, 

παίρνεις ζωή μόνο από μας που σε αψηφούμε 
και με τ’ αμπάρια μας γεμάτα με λωτούς 
και στα κατάρτια μας δεμένες τις Σειρήνες 
κουρσεύουμε τις λαμπερές σου πόλεις.

ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ

Πασχάλισε κι ο τόπος
τούτη τη μέρα που 'στησε ο ήλιος πανηγύρι
αναστημένη μέρα
όπου χορεύει λούλουδο με ελαφρό αέρα
και το πουλί φωλεύεται
στο νιόγενο τ'αυγό του
άλλο πουλί
ήλιο ρουφάει στα πράσινα φτερά του
καθώς πλέει ανάλαφρο μες την ανθοχαρά του
σε εωδιαστής μιας Άνοιξης κατάλευκη γαλήνη
και στην ψυχή του κλείνει
την ομορφιά
τη λησμονιά
το φως και την ακτίδα
για νια ζωή
για νια ψυχή
για νια χαρά κι ελπίδα
για κόσμο έναν πιο φωτεινό σε αγάπη πιο μεγάλο
για ένα κελάηδημα απαλό για μαγικό ένα λάλο.


ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ

Εδώ που τα λέμε 
δεν είναι δική μας υπόθεση
το νύχτιο βλέμμα του δεσμοφύλακα.

Εμάς μας νοιάζει
η φιλοσκέπαστη ματιά των συντρόφων
που δείχνει ξέθωρο τον πόθο
άνανθα τα παρτέρια
και σκέλεθρη την σκέψη.

Η αλλοτρίωση.

Το ξερονήσι στην κόρη των ματιών τους.

Η εξορία.

Κορφολογώ ολημερίς  αφρούς κυμάτων

Η ίριδα αντανακλά ολόλευκα βότσαλα

Και προσδοκώ
Ανάσταση νεκρών κι απόλυση Εξορίστων.



ΑΠΟΦΑΣΗ

Όταν τόσο κατάφωρα το δίκαιο πατιέται,
όταν τόσο κατάφωρα χτυπιέται η ζωή,
αιχμάλωτος πώς στέκεσαι στο φόβο, στην οργή;

Ενοχικός κι αδύναμος συνήθισες να τρέμεις,
να φοβάσαι, να γονατίζεις και να υποχωρείς.
Έτσι ο φόβος σ’εκφυλίζει και  σκλάβο σε βαφτίζει.

Χρόνια αγόραζες το παραμύθι τους.
Χρόνια σου βάλανε θηλιά ,που τώρα σφίγγει.
Ξέρανε καλά να μαδάνε την ελπίδα σιγά-σιγά και σταθερά.
Χωρίς ελπίδα η ζωή διόλου δεν προχωρά…

Τώρα σου πρέπει απόφαση, που τη ζωή αψηφά,
που ξεπερνά συμβάσεις κι οπτικές του χθες
και κάνει απόφαση ζωής τη λευτεριά.
Αρκεί μόνο τη φωτεινή γραμμή του ήλιου
πού ’χεις μέσα σου να ’βρεις,
αυτή που σε ενώνει με τους άλλους.
Τότε θα ανταμώσεις στο φως την ελπίδα.

Κι όταν μέσα σου επισυμβεί το θαύμα,
τότε όλα τ’ αδύνατα, θα γίνουν δυνατά.

ΕΚΠΟΙΗΣΗ

Ο παράδεισος κατέληξε
στο καφενεδάκι της γειτονιάς
και το τελευταίο χαμόγελο το στήσαμε κάδρο στον τοίχο.
Τα παλιά μας όνειρα τα γυρίσαμε στο φλυτζάνι
και με την πρώτη μας χίμαιρα 
βάψαμε τα χείλη μας να φαντάζουν.
Αφεθήκαμε στο καραβάκι της γραμμής
σε ατέλειωτα πηγαινέλα.
Βασανίζουμε το μοναδικό μας Πόθο
σε αδέξιες συνουσίες μέχρι να μας μισέψει

Κι αφουγκραζόμαστε την έρημη νύχτα που θα εναλλάσσεται...

Εμείς,
από κακή συγκυρία
ένα αζήτητο δέμα

σ ένα χώρο, που δηλώνει

Εκποίηση...


 Από τη συλλογή του Δημήτρη Μπρούχου «ΝΕΚΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ή  Η ΕΒΔΟΜΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ»
(εκδ. «Θεσσαλονίκη», 1985)

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΒΡΟΧΗ

Δε ζητάω πολλά
μόνο μια βροχή ανοιξιάτικη
που θα σου φέρει ξανά στο νου
ζωηρά χρώματα και δυνατούς ήχους.

Εκείνο το βράδυ με δυσκόλευε πολύ η μουσική
ενώ εσύ στεκόσουν στην άκρη του δωματίου
και κοίταζες με αφέλεια τις κινήσεις των παιδιών.
Ήσουν κι εσύ παιδί
μα πάντα προτιμούσες τη σιωπή.
Μιλούσες με τις άκρες των δαχτύλων
καθώς αιωρούσες τα χέρια σου αναίτια.
«Η βροχή έχει ήχο
η βροχή έχει χρώματα» έλεγες.
Μα η ζωή σου είναι βροχή στεγνή
μια καθιερωμένη τελετή
χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξίες
χωρίς την παρουσία μας στους κύκλους των ματιών σου.
Μήπως εσύ μας αγνοείς
ή εμείς σε περιφρονούμε;
Έχουμε πια αποβάλει
εκείνη τη μικρή δειλία που αισθανόμασταν
όταν μαδούσαμε τις μαργαρίτες
όταν κοιτάζαμε το δειλινό να σκεπάζει την πόλη˙
την πόλη που την ήξερες πιο καλά από μας
ενώ για εκείνη ήσουν ανεπιθύμητη.
Τώρα πια δεν υπολογίζουμε τη φρίκη
στο αντίκρισμα της πρώιμης απογοήτευσης.
Οι κίνδυνοι είναι ανίσχυροι
για να εισβάλουν σε φλέβες αλλιώτικες
που η ροή του αίματος έχει λοξή διεύθυνση˙
εκεί μέσα είμαστε μα δεν πνιγόμαστε
γιατί το αίμα μας εκβάλλει στη δική σου οπτασία.

Αν κάποτε αγαπήσεις τη βροχή
πρόσεξε μην την εξαντλήσεις…


Από τη συλλογή '' Ο σκοπευτής της μνήμης '' του Γιώργου Γκανέλη (εκδ. Στοχαστής, 2013).

Φέραν την νύχτα

Η νύχτα τελικά τα κατάφερε και νίκησε
Κι ας μην είμαι στις χώρες της
Η μέρα έφυγε αφού την προσκύνησε
Και δεν είμαι ούτε στις ώρες της

Πολλοί την ζήταγαν μα μάλλον βιαστικά
Έπρεπε να ‘ταν τώρα εδώ να δούνε
Ότι τα δέντρα ρίξαν κάτω τα κλαδιά
Για να ‘χουν κάπου τα πουλάκια να κρυφτούνε

Πολλοί την ζήταγαν μα έφυγαν γι’ αλλού
Και τώρα εγώ και τα σκυλιά περιπολούμε
Έχουμε χάσει την ελπίδα προ πολλού
Μα ίσως την βρούμε, να την βρούμε προσπαθούμε

Φέραν  τη νύχτα και μας λέγαν θα ‘χει αστέρια
Μα και φεγγάρι σαν τον ήλιο που και που
Μα πια να πιάσουμε απλώνουμε τα χέρια
Το φώς απ’ τις γεννήτριες του βουνού

Ούτε φεγγάρι, ούτε αστέρια, ούτε ακόμα
Ο ουρανός δεν έχει μείνει εδώ
Γιατί αν ήτανε θα ‘χε κι η νύχτα χρώμα
Μα μοιάζει τοίχου ξεβαμμένου από καιρό

Ίσως αν ήτανε το αύριο να βλέπαμε
Κι ας ήτανε πολύ πιο σκοτεινό
Να ελπίζαμε ή κι άλλο να προσέχαμε
Να μην μας βρεί η μέρα αν έρθει στον γκρεμό

Τα όνειρα μάς κρατάνε ξύπνιους

ΟΙ ΤΡΟΜΟΙ

ΟΙ ΤΡΟΜΟΙ
Και έτσι με σφάγιασε το Φως και με κυριεύσαν πόνοι
βιώνοντας στο έπακρο τη' θρέψη των πληγών μου
τα έρμα νιάτα στις πλαγιές γλίστρησαν των γκρεμών μου,
τσάκίστηκαν στη πτώση τω, χιλιάδες ήτο μέτρα
γιατί δεν ήμουν σιωπηλός πως θα' πρεπε σαν πέτρα.
***
Και έτσι με σφάγιασε το Φως και με κυριεύσαν πόνοι
το μύνημα Φιλέσπλαχνε τώρα και εντός μου ηχεί
Συ' Πανδαμάτωρ, στου Ναού σου, ψάλων διαταγή
'' Kίνητρα, μείνετε γυμνά' π' της βλαστημιάς τη σκόνη
στα μαρμαρένια ανάκτορα δεν ενεδρεύουν θρόνοι ''
***
Και έτσι με σφάγιασε το Φως και με κυριεύσαν πόνοι
την εντολή ξεστόμησα' ''Να αποσυρθούν οι φάροι''
γυρεβγω ετοιμοθάνατους ν' αρματωθώ τη' Χάρη
μπρος στην θωριά τους, γέροντες ανήμποροι, οι χρόνοι.
Οι τόνοι δεν πλαγιάζοντε αν δε' γενής τους πιόνι..
***
Κι' ετσι με σφάγιασε το Φως και με κυριεύσαν πόνοι,
δικαίως μόνον οι νεκροί, θρηνούνε τους νεκρούς τους.
''Η αργοπορία τάχυστη, λυπόμαστε..''Ο νούς τους!
Μωροί πιά! Ευκολόπιστοι..Δουλείαν σας, αφρόνοι..
***

''Μες τα σκοτάδια ξεκινούν και ξεψυχούν οι τρόμοι''

ΟΔΟΣ ΒΑΘΥΝΥΚΤΙΑΣ

Στη χώρα των χαμένων των ανθρώπων
ήλιοι πάνε έρχονται άλλοι φεύγουν
φεγγάρια από αγάπη φέγγουν
σκιές περαστικές των τόπων

για των θεών την ανομία
που σκέπασε κάποτε η λήθη
κι έμεινε πια σαν παραμύθι
κρυφόφαντη αντινομία

απονεινάρια των καιρών
αναζητούν ό,τι έχουν χάσει
σε χρόνου φέξη χρόνου χάση
σε κύκλους ψεύτικων χορών

κι ανύπαρκτοι περνάν διαβαίνουν
με αβυσσώδη ένα ρυθμό
σε δρόμο έναν που δεν έχει
ούτε όνομα ούτε αριθμό.

Επί ματαίω

Μένω στα ξόρκια
Που η μήτρα της ύπαρξης 
Μου πέταξε στα μούτρα, χωρίς
Ευλάβεια για την διαφορετικότητά μου,
Καθώς εγώ συνήθισα μικρότερος
Να μετατρέπομαι εντός μου
Και τρομαγμένος

Πλένομαι τα δάκρυα 
Που οι κατάρες έσταξαν στα μάτια
Και πνίγομαι από τις
Αρρώστιες που κυνήγησα
Με μένος να αγαπήσω τις πλάτες τους·
Κοίταξα στους βολβούς 
Των ματιών τους τις προτάσεις 
Που δεν κατανόησα πριν να τις μεταφράσω
Και τώρα,
Πίνω λαίμαργα τις δίψες μου
Μπας και ξαποστάσω κάτω 
Από την μπλεβί πανσέληνο της λήθης…

Στερνό χαμόγελο 
Αποχωρίζονται τα σκασμένα χείλη μου
Μην μπορώντας σοβαρά να 
Μιλήσουν για τις κατάντιες της γενιάς μου·
Παράλογο, θαρρώ, κρύβεται το μίσος
Πίσω από τις ξεδοντιάρικες γνάθους,
Που τρελαινόμουν να φιλάω 
Και πλέον,
Σκύβω στα πόδια μου
Ανάμεσα, να δω το πρόσωπό μου…


Εις μάτην…
Από τη μια,

καλοντυμένες λέξεις,
μεσίτριες της λήθης

που αγωνίζονται να κολλήσουν
ένα ραγισμένο όνειρο

στην κορνίζα της
συγχώρεσης.


Από την άλλη,

κακόγεννες λέξεις,
συνεγγυήτριες του τέλους

που κολυμπούν στα νοτισμένα
με δάκρυα νερά των αναμνήσεων


ανοιχτά των ακτών της
καρδιάς,

αέναο ταξίδι από την Άβυδο στη
Σηστό και πάλι πίσω

λέξεις που πνίγονται…
σώζονται… αλλά δεν λησμονούν


Ανάμεσά τους, μια
κιτρινισμένη φωτογραφία,

φθαρμένη

λες και έξυνε πάνω της, τα
νύχια της

η πεισματάρα
προσμονή των τελευταίων
κρονόληρων
χρόνων.


Αλίμονο!

δεν μπορώ να σε διακρίνω πια
εκεί μέσα…

Η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων κουμπωμένη μέχρι το λαιμό

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία 

διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά

προφητεύω τη χρυσή βροχή
με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια
η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων
κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-
αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου

μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός υποτακτική αιδώς

χθόνιων ήχων

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία
εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής

ανάγλυφη χλωμή
πρωτόπλαστη πελιδνή
ένας καβγάς πολύτιμος που απόμεινε SMS
Σοφία Νεφέλη, πολυώνυμη λερναία εμμονή
με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-
είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει
η συναίνεση που εξασφάλισε
το ποίημα μου το γανωμένο;

εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία
διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά
να βρουν το μίτο εκεί
στο χορό των λουλουδιών της Άνοιξης
(ό,τι πεις…)

Αυτό το "γεια", το τελευταίο...

Το βλέμμα παγωμένο,
ένα γέλιο κολλημένο...
Από συνήθεια κοιτούσες,
Ελευθερία αναζητούσες...
Μια στιγμή ήταν αρκετή,
για να βρεις την αφορμή.
Έτσι, με πέτρα την καρδιά
και βαριά την αγκαλιά
μου είπες μες στο κρύο
ένα "γεια", αντί για "αντίο".

Ψυχή ασπαίρουσα

Ελαμπε ο βράχος κοφτερός
Ίδιος η ευθύνη
Ίδιος η ιστορία
Μέσα σε πέλαγος ριγμένος αιώνες
Να ποπτεύει τα νησιά του
Να στέκεται ίδιος με μαχαιριά
Που μάχεται γι’ αυτές τις πολεμίστρες της αλμυρής πηγής
Για το γαλάζιο της προδομένης περήφανης ψυχής
Φιλόξενο πέλαγο που κανείς δεν θρέφει
Παρά μόνο ο ήλιος που τον κοιτώ από ψηλά
Σε αντανάκλαση που ίδια ασπίδα μέγιστη
Για κάθε ύβρη
Φυλάει την ψυχή ασπαίρουσα
Κομίζει μια μετάγγιση
Σε κάθε πληγή
Ξανά και ξανά
Και πάντα θα πράττει μέχρι το τέλος του χρόνου
Μέχρι τούτη η γης να είναι ανάμνηση
Πλεγμένη σ’ αστέρια μακρυνά
Και η ψυχή του τόπου αυτού
Να παίρνει μορφή ξανά
Εκεί
Θρύλος για τους γενναίους
Δέος για τους μοιραίους
Ίδιος σκοπός ζωής
Μία νέα κοιτίς

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Μ' ένα ξεχασμένο ροκ εν ρόλ
θα σε καλως ορίσω
απόψε
που χασε το δρόμο ο καιρός
και βρέθηκες να με κοιτάς
στο απέναντι πεζοδρόμιο
πόση σιωπή
μπορεί να χει μέσα του ένα παλιό τραγούδι
και πόσα λόγια λέει μονολογίζοντας
όταν τους ξεχασμένους δρόμους περπατάει
και προσπαθεί ν'αναγνωρίσει
μέρες που χάθηκαν
μέσα σ'ένα φευγαλέο φως
σε μια γιορτή που θα την αιχμαλώτιζε το αύριο
για να πληγώσει κάθε πτυχή
των λευκών ανάλαφρων συναισθημάτων
που είχαν την τόλμη να πουν
υπάρχουμε
ακολουθήστε μας
δεν έχει τέλος η μέρα της μεταμόρφωσης
η αγάπη δεν έχει τέλος στην αιωνιότητα.

ΕΜΦΟΒΟΙ

Μέσα στον κάδο

Των Ιστορικών λαθών

Το χέρι αναδεύει-χωρίς να πιάνει.

Δεν μάθαμε τίποτα.

Ακόμα και τους νεκρούς μας

τοποθετούμε σε στάση


Συνεσταλμένη.

Αφέντες

Αφέντες σεις που πλέκετε, με δάφνες μαραμένες
του τομαριού σας το λαμπρό, μα λιγδιασμένο πέπλο
αφέντες σεις, που κλαίγεστε για του λεπρού το δίκιο
δεν ξέρατε μου τάχατες, σεις Ήρωες Μουνούχοι,
οι πράξεις σας πως τις ψυχές σας έχουν αμαυρωμένες;

***
Αφέντες σεις που φέρνετε σε γιαλαντζί αντάρτες
κοιτάξτε πέρα μακριά, όσο σας φτάνει η σκέψη
θα στέκεστε εφταμόναχοι, στη λαϊκή σας δίκη
μαύροι, σαχλοί και αχαμνοί, πνευματικώς ευνούχοι
στην Προίκα της Παντάνασσας γυρίσατε τις πλάτες.

***
Αφέντες σεις, που σέρνεστε ευθύς προς τον Χαμό σας,
αθώων αίμα αποζητά, τον διαμελισμό σας
Αφέντες που βαπτίσατε Μεμψιμοιρία τη φρίκη,
 κόσμος αλάργα από χαρές, βαθιά αφοσιωμένος
σας πλέκει τον ιστορικό Εξαίσιο αφανισμό σας!

Περιμένοντας τη δόση

Σαν τα μαστούρια καρτερούν
τη δόση οι κυβερνώντες
μα οι δανειστές μας απειλούν
τρίζοντας τους οδόντες.

Ζητούν προαπαιτούμενα
αν θέμε να μας σώσουν
που αν δεν τους τα δώσουμε
τη δόση δε θα δώσουν.

Για το καλό μας θέλουνε
τα φάρμακα το γάλα
και το ψωμί να το πουλάν
στα market τα megaλα

μαζί με προφυλακτικά
αγγούρια και πατάτες
και βαζελίνη εκλεκτή
για όλους τους πελάτες˙

θα είναι πολύ χρήσιμη
καθώς μας ξεβρακώνουν
και τη μεγάλη δόση τους
βαθιά μας την ε-χώνουν.

Στην υγειά μας ρε παιδιά…

Χαι κου

Ροδοπέταλα
στο λευκό στο γαλάζιο
όνειρο ανθού.


Στο μακρύ δρόμο
η σάρκα του ήλιου
γίνεται σκιά.


Χλωμό φεγγάρι
χαϊδεύει την κερασιά
τα μεσάνυχτα.


Ίριδα νύχτας
της μαύρης πεταλούδας
άφανα φτερά.

Διονυσιακή έκσταση

...Ανατολή...
...η Αλεξάνδρεια και η Σμύρνη...το μυστηριακό τους σαγήνευμα...
                                  ο Αιγύπτιος αυχμηρός αγέρας...
τα μισοφέγγαρα στο τέμενος με τα φαρδιά τόξα
                                      και τις ημικυκλικές κόγχες των μιναρέδων
                                                             εκείνο το μισοσούρουπο,
                                               κι ο μουεζίνης στον σεριφέ...
          …και να φτεροκοπούν στο καθρέφτισμα οι ίριδες…
Το θείο πλάσμα...κόρη σηψάντη και μεγαλέμπορα...
σοκολατί, ντελικάτη, τρυφερό στήθος, ροδαλό στόμα,
         νωχελή, αμυγδαλωτά μάτια,
                             που ξεχείλιζαν ψυχή, Ζωή και χρώμα
χέρια μάγισσας, σε πλάνευαν στον χορό τους
                      πόδια σμιλεμένα από τεχνίτη αδάμαντα
                                                λείο, ευωδιαστό, άτριχο δέρμα
το ηδυπαθές βάδισμα της...λευκό, αραχνοΰφαντο φόρεμα κι από μέσα
                                                       μια λεπτή σιλουέτα γυμνή...
η ζουμερή, χυμώδης, γεύση των μπουτιών της... ...η γεύση της...
ήταν υπέροχη ξαπλωμένη με ορθάνοιχτα τα πόδια...
                               ...ήταν υπέροχη όπως κι αν ήταν...
...κουνιόταν...                                  ...βογκούσε...
                   ...η λεκάνη της...                    ...η σάρκα της...
     ...τα μαλλιά της στο πρόσωπο...
                 εκείνο το βλέμμα της ξέφρενης διονυσιακής έκστασης...
η θελκτική, κοριτσίστικη φωνή της με την ανεπιτήδευτη,
                                                            αφελή χροιά...
           “...fuck me...fuck me...fuck me...”
               και ξεχύνονταν οι ευωδιές των ξέπνοων υγρών του έρωτα μας
…τα νερά της λάμπας καθώς έφεγγε στο μάρμαρο…


(Από το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»)

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης