η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Η μέρα της Ποίησης

Της  γυναίκας
Της εις σάρκαν μίαν
Της άνω  ποταμόν
Της άσε να πάνε
Της όπως  να ’ναι
Της όπου φυσάει
Της περιγραφικής
Της εσαεί
Της άιντε
Της τέτοιας
Της ταξιδεμένης
Της έτσι
Της θανάτου
Της  λυρικής
Της ρομαντικής
Της παρελθούσης
Της απρόσωπης
Της αφηγηματικής
Της λέξης που χάθηκε
Της ανεξάρτητης
Της αποσπασματικής
Της  σιωπηλής
Της μάχιμης
Της ποιητικής
Της ελευθεριακής
Της αβύσσου
Της όμορφης
Της ριζοσπαστικής
Της τρελής
Της λέξης που χάθηκε
Της υπέρ πάντων
Της μέτριας φάσης
Της εκείνης
Της αδέσποτης
Της παγίδας
Της  επανάστασης
Της συμφοράς
Της άλλης
Της κόλασης
Της σιωπής
Της τρομάρας
Της παγίδας
Της αβύσσου
Της αναπνοής

Μολύβι και χαρτί

Και ξαναπιάνω το μολύβι , το χαρτί μπας και μπορέσω να βάλω μια τάξη στην αταξία της σκέψης και στη θλίψη.

Μια θλίψη απόμακρη, υπόκωφη, βουβή που πλανάτε μυστικά στα μάτια μου, στο σώμα μου, στις ώρες της απομόνωσης.

Κρύβεται στα βιβλία και στα τετράδια, στα συρτάρια και στα ντουλάπια μου, στα ρούχα και στα σεντόνια μου.

Μια θλίψη που μεταφράζεται σένα μεγάλο ερωτηματικό και πλανάτε διαρκώς πάνω από το κεφάλι μου σα δαμόκλειος σπάθη που απειλεί να πέσει και να μου κόψει το λαιμό από τη ρίζα.

Μια απορία για όσα έγιναν, για όσα γίνονται, γι’ αυτά που θα έρθουν. Δεν είναι υπερβολή. Εγώ είμαι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Μια γυναίκα απατημένη, βιασμένη, απελπισμένη, μισότρελη.

Μια γυναίκα που οι ελπίδες της εξανεμίζονται μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα και το μόνο που της μένει είναι μια θλίψη και ένα μεγάλο γιατί;

Ένα γιατί για τους κόπους τις θυσίες, τις προσπάθειες μιας ζωής, που μια ωραία πρωία ήρθε ένας άγνωστος με ξενικό κουστούμι και τις έριξε στο καλάθι των αχρήστων λέγοντας της « είσαι σκουπίδι».

Και γύρω η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν αλλάζει ρυθμό και τέμπο. Όλα φαίνονται τα ίδια και τίποτα δεν είναι ίδιο.

Έγινε λάθος θα σου πουν. Χίλια συγγνώμη. Τι να το κάνω τώρα εγώ τούτο το λάθος; Μια ζωή δε γυρίζει πίσω με μια κουβέντα, αλλά με πράξεις.

Με κοιτάς για να δεις αν ζω. Αν θα καταφέρω να επιβιώσω μετά από όλα αυτά. Δύσκολα, πολύ δύσκολα.

Η ζωή είναι κάπου αλλού από εκεί που εσύ θέλεις να την τοποθετήσεις.

Συγκεκριμένα η ζωή σου διαφεύγει χρόνια τώρα. Σε συρτάρια κλειδωμένα, σε διακοπές που ανέβαλες, σε γυναίκες που άφησες, σε σπίτια που γκρέμισες.

Η ζωή είναι η περιουσία των απλών και ταπεινών ανθρώπων. Γιατι η ζωή ζει στην απλότητα και στην ομορφιά της καθημερινότητας.

Αν την ξοδεύεις σε πολύπλοκους διαδρόμους, φορτικές συζητήσεις και πλαστικά καφέ δεν θα την έχεις ποτέ.

Κλειδωμένη μαζί με τα εισιτήρια για τη Χαβάη, που ποτέ δεν πήγες «τότε» λόγω δουλειάς, θα βρίσκεται στον πάτο του γραφείου σου.

Πότε θα βρεις τη «χρυσή τομή»; Πότε θα ξεπεράσεις την πνιγερή γραβάτα σου και τους κλειστούς τοίχους του γραφείου σου και θ ανακαλύψεις ότι ο δρόμος για το σπίτι, είναι πιο ευχάριστος μέσα από το πάρκο της γειτονιάς και ότι η γριούλα με τα σποράκια στην άκρη του δέντρου, δεν είναι ζητιάνα αλλά η θεία της ξαδέλφης σου που πάντα σ’ αγαπούσε και σε ταΐζε ζαχαρωτά όταν ήσουν μικρός.

Ότι οι άνθρωποι γύρω σου είναι καλοί, μα φορτισμένοι από ευθύνες όσο και εσύ και αν τους πας μια βόλτα στη λίμνη θα σου δείξουν ότι ξέρουν από ψάρεμα και πώς να λένε τον καιρό από τα σύννεφα, ή ότι ξέρουν να σφυρίζουν κλέφτικα.

Η ζωή είναι εδώ, είναι τώρα, είναι παντού. Δεν είναι ανάγκη ο καρκίνος να σου θυμίσει όλα αυτά που δεν πρόφτασες, για να αλλάξεις πορεία και σκέψη.

Μπορείς να το κάνεις πιο πριν. Η ματαιοδοξία σου μπορεί να μετριαστεί. Θυμήσου το σκαρφάλωμα των δέντρων παιδί και το ψαράκι, τα πεντόβολα και το κρυφτό και αυτό θα σου πει άλλα τόσα όμορφα πράγματα για τη ζωή.



Η ζωή είναι εδώ και είναι δική σου δεν είναι στον πάτο του γραφείου ούτε στα σπρεντς. Βγες από το διαστημικό σου γραφείο και έλα μαζί μας να ζήσουμε. Έλα ξανά στην ευτυχία.

Πατρίδα των καιρών , 10,12

10.

Νόμισες δεν είναι πόλεμος
γιατί δεν είδες αίματα και τραυματίες
όμως είδες εκείνους τους νεκρούς
σκυμμένους σε κάδους σκουπιδιών
καταμεσήμερο στο κέντρο της πρωτεύουσας
ικέτες στα απορρίμματα μεγακαταστημάτων
τους πεινασμένους, τους εξάγγελους
νεκρούς να επαιτούν
τους είδες

12.
Πόλεμος σου λέω
βυθίζει τις ψυχές
μολύνει το μυαλό
σκοτώνει μέλλον και ελπίδα
τα παιδιά δεν είναι ζωντανά
μη σε γελάει που περπατούν
Πόλεμοςη εστία μου πουλήθηκε
τα χέρια σου πουλήθηκαν
τα όνειρα πουλήθηκαν
φωνή, στόμα πουλήθηκαν
το είναι μας πουλήθηκε δεν θα το βρεις
κι αντάμα παρελθόν, παρόν
μέλλον κι οράματα
όλα πουλήθηκαν
γιατί είναι πόλεμος
μην τα αναζητήσεις
μόνο τη δίψα της κατάκτησης θα βρεις
αυτή δεν θα χαθεί ούτε με τη ζωή τους

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο – ποίημα “Πατρίδα των καιρών”του Γιώργου Δουατζή, 2010, Εκδόσεις Καπόν

ΑΝΘΡΩΠΟΙ    

Οι αγνοί άνθρωποι στο χωριό μου
περπατούν συνήθως σκυφτοί,
χαμογελούν εύκολα
και κλαίνε στα κρυφά
για το φίδι που σκότωσαν το μεσημέρι
κάτω από τη σκάλα.
Δεν ακούς σχεδόν ποτέ μουσική
απ’ το σπίτι τους
-πάντα υπάρχει κάτι να πενθούν-
και κοκκινίζουν μόλις τους γνωρίσεις σε
έναν ξένο επισκέπτη στο καφενείο.
Εμείς, οι υπόλοιποι
φροντίζουμε να κάνουμε τόση φασαρία
ώστε να μην ακούγονται τα δάκρυά τους
σαν πέφτουνε στο μαξιλάρι.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν

κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ' ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ' αυτό το σώμα που υπόσχεται…

Γιώργος Γκανέλης, '' Ο σκοπευτής της μνήμης '' εκδ. Στοχαστής, 2013

Μάρμαρο

Δεν πειράζει
Μας πήραν πάλι τον χυλό
Αφαίρεσαν την πείνα
Μας έδωσαν κενή επιταγή
Δεν βαριέσαι…
Όλα μια συνήθεια είναι
Σταφίδες, χαρούπια, σάλτο..

Δεν πειράζει
Θα συνηθίσουμε κι ακόμη περισσότερα
Το είδα στην T.V
Ασκήσεις χαλάρωσης και ευεξίας, γιόγκα
Μες στης τρελής ανυπαρξίας το πεδίο θα πλαγιάσουμε
Θα δούμε όνειρα χωρίς σταματημό γεμάτα τέρψη,
Κι εντάσεις θα χορτάσουμε
Τρώγοντας πίτσα , με προφυλακτικό

Δεν πειράζει
Όλα είναι το ίδιο. Θα συνηθίσουμε
Εμπόδια, όλοι μαζί θα χτίσουμε
Δε βαριέσαι…
Ο ήλιος καίει το δέρμα. Τι τον θες;
Καλύτερα σκοτάδι ως το τέρμα.

Δεν πειράζει. Όλα το ίδιο είναι.
Όλα συνωμοτούν, όλα για σένα
Φτιαγμένα από πλαστικό και χένα
Χωρίς χρώματα, χωρίς μπελάδες
Χωρίς αρώματα
Τόσο ίδια, τόσο εύκολα

Κοιμήσου
Η γη γυρίζει, πάλλεται , αρρωσταίνει
Μαζί της αρρωσταίνει κι ο Θεός
Κι ελπίζει
Μείνε εκεί, μην αλλάζεις
Σου έφερα κι άλλη επιταγή
Άδεια!
Σαν το μυαλό σου, τόσους μήνες, τόσα χρόνια
Σαν το μάρμαρο..
Σαν το κανάλι που θα παίζει στα σαλόνια
Σαν το μάρμαρο..
Λίγα λεπτά ξεφεύγεις και μετά πάλι…


Μάρμαρο! 

Συγκομιδή

Ένα κόκκινο κορμί,
τυπωμένο από σένα,
στέκει για να δει
την εικόνα απ’ το ψέμα.

Ένα πρόσωπο γραμμένο,
αφημένο από σένα,
κλαίει ντροπιασμένο
κοιτάζοντας το πταίσμα.

Μια μορφή κινδύνου,
μια σκιά από εσένα,
στέκει στο όνειρό μου
προστάζοντας πνιγμένα.

Μια φωνή σιγανή,
Απ’ τον τρόμο κι από σένα,
Προσπαθεί να βγει.
Να ζητήσει τα κλεμμένα.

Αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

Να σηκωθεί η φούστα σου στης μοίρας μου το δρόμο

να γδύνεσαι χαμόγελα και λάγνα σ’ αγαπώ
για να ψιλώνω ως τα κατάρτια του ουρανού
όπου παραμονεύει το αειπάρθενο φιλί σου-
αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

τι τέξεται η επιούσια έκφραση;
ποιο γόητρο ξοδεύουνε οι λέξεις της;
σε ποιο λημέρι αποκοιμήθηκε σειρήνα έμπνευσης;
μήπως αναρωτιέσαι ανέξοδα
κλώθοντας δίκλωνες κραυγές απ’ την αφάνεια σου;

διάττοντες στίχοι κλιμακτήριος ρυθμός
κοπάδι μαδημένες μαργαρίτες
γλυκοματιάζοντας συνουσία διττή
ασπαίρει και βογκά στύση αποδημητική-
ερπυστιοφόρο όνειρο τυλίχθηκε
σαν κόκκινη κλωστή σαν την ανέμη


οι προτάσεις των ποιητών σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων μνήσθητι

Στο ίδιο έργο θεατές

Μας πάνε πάλι σ’ εκλογές στο ίδιο έργο θεατές
που ανεβάζει τον ‘‘Καλό ναυαγοσώστη’’
ίδιο και σήμερα όπως χθες  με άλλους πρωταγωνιστές
κι εμάς ορθίους με εισιτήριο στον εξώστη,

μας έχουν δήθεν για κριτές άχαρους χειροκροτητές
ευκολοπίστευτους, και πάντα προδομένους.
Το φόβο και τον έλαιο γενούνε μέσα στις καρδιές
για να κερδίσουνε από τους γελασμένους.

Άλλοι μιλούν για παροχές και άλλοι για περικοπές
για να γλιτώσουν μια πατρίδα ξεγραμμένη
πνιγμένη από τις αγορές κι από παρέες πονηρές
σε συμπληγάδες μια ζωή παγιδευμένη.

Σενάριο μ’ άθλια πλοκή βγαλμένο από τη διαπλοκή
ίδιο για όλους τους καιρούς τους ανεμοδαρμένους
γραμμένο μ’ άλικη γραφή και του φτωχού την προσμονή
που εξαγνίζει τους αισχρούς και τους ξεπουλημένους.

Να βρούμε αλλιώτικους ρυθμούς μακριά από τους στεναγμούς
να γίνουμε και λίγο ακροβάτες
μακριά από πένθη και λυγμούς, της εποχής μας τους χρησμούς
να ξεχωρίσουμε από  τις αυταπάτες.

Ν’ αφήσουμε τον καναπέ και ν’ ανεβούμε στη σκηνή
γερά κρατώντας το σκοινί για τους εξωνημένους
να κινηθούμ’ όλοι μαζί να καθαρίσουμε την κόπρο του Αυγείου
με όλα τα αποβράσματα και εξαχρειωμένους.

Σε άλλο έργο ποιητές εμείς σαν πρωταγωνιστές
σ’  ένα σενάριο της δικής μας φαντασίας
να πάμε τότε  σ’ εκλογές  όχι νεροκουβαλητές,
δημιουργοί της πιο φευγάτης εξουσίας.

              Παραλλαγή-διασκευή στίχων του Αντ. Ανδρικάκη, 9-1-2015

Θ(ρ)αύ(σ)ματα

Φτάνει να μπορείς να βάφεις με χρώμα τον πόνο.
Μπλε τον χρωματίζεις  βαθύ μπλε
λάγνο σαν το θαλασσινό κύμα
σε βουλιάζει
σε καλεί
σε ξελογιάζει
σε πετά στον αφρό
σε βυθίζει μέσα του
σε πλανεύει με τις ρυτίδες του
σε καταπίνει ολόκληρη.
Φτάνει να ξέρεις από τα ψίχουλα να φτιάχνεις το ψωμί της νέας μέρας.
Φτάνει να κάνεις τα δάκρυα δρόμους νερένιους
που ποτίζουν τα όνειρα.
Φτάνει να βλέπεις μέσα στα θραύσματα τα θαύματα
φτάνει να ξέρεις από τα θραύσματα να φτιάνεις θαύματα.

Αγάπη

Αγάπη
και χαμογελάς στο είδωλό σου σε κάθε τζάμι
Αγάπη
και οι νύχτες ξαφνικά δεν έχουν δόντια
ακουμπάς στο μαξιλάρι
και τα μαλλιά σου απλώνονται σαν κύματα -
κλαδιά των δέντρων για να γεμίσουν με λουλούδια
Αγάπη
Τι χρειάζεται γι΄αυτό
Ένα πρόσωπο
μέσα σε χίλια δυο άλλα
Ένα στόμα   μία λέξη  δύο μάτια
Ένα σύμπαν κλειδωμένο μέσα σ΄ένα σώμα
που έρχεται καταπάνω σου
Μια ζωή με τους δικούς της πλανήτες και αστερισμούς
που συναντάει την τροχιά σου
και στο σημείο συνάντησης
όλα τα άλλα σβήνουν
Ξεκινάς για το άγνωστο απ’ την αρχή
σαν να μην έχεις ζήσει κάποτε
το παρελθόν κοντανασαίνει ένα βήμα πίσω
οι χάρτες οι παλιοί έχουν πια σβήσει, θρυμματίζονται
και μένει μόνο ένας δρόμος ανοιχτός
μπροστά σου

Ολέθριοι σωτήρες

Όσοι ‘‘αγαπούν’’ και δέρνουνε
κάπου εβδομήντα χρόνια
και τρώγουνε  και πίνουνε
μ’ αχόρταγα σαγόνια,
πολιτικοί κι αφεντικά
με τους παρατρεχάμενους
κατώτερους κι ανώτερους
και υψηλά ιστάμενους,

αυτοί που μας κατάντησαν
στου σήμερα το χάλι,
μας χρέωσαν ως το λαιμό,
θέλουν και το κεφάλι
με τούτο να πληρώσουμε
αυτά που ‘φάγαν ‘κείνοι
και με μνημόνια απομυζούν
το αίμα μας σαν κτήνη…

όλοι αυτοί…
του τόπου μας
και του λαού,
άθλιοι ολετήρες,
πάλι τη μάσκα τους φορούν
και παίζουν τους σωτήρες
και αλυχτούν και κρώζουνε
σαν άγρια κοράκια,
για να τρομάξουν το λαό,
των αγορών γεράκια
ότι θα μας ξεσκίσουνε,
εάν δεν τους ψηφίσουμε.

Πάλι θα μας γελάσουνε
πάλι θα μας τρομάξουνε;;

Εγερθείτε αδέρφια καιρός …

ΠΛΑΚΑΔΑ Τ’ ΑΓΙΟΥ

Γυρνώ και ξαναγυρνώ στο ίδιο σημείο

Όπως στις παλιές μου αμαρτίες.

Αλλάζω φορεσιά, αλλάζω βλέμμα

Βάζω το χέρι στην τσέπη να μην ξέρει τι πιάνει

Και τι βγάζει κάθε φορά

Μ ένα λευκό κερί ανάβω και ξανανάβω 

Την καρδιά μου να λιώσει ο πάγος

Ν' ακουστεί το Φως

Μνημονεύω αυτούς που δεν ξεχνώ

Αποτίω τιμή στους πεσόντες πόθους

Παρηγορώ τ’ ακόρεστα πάθη μου

Κι αναζητώ το θάρρος της μετανοίας.

Ύστερα βγαίνω απ’ το πλάι

Την άλλη πάλι το ίδιο, την παράλλη

Και πάει λέγοντας

                   

Στην αρχή τό ‘τρεχα το φορτίο μου

Έπειτα το ‘νοιωθα

Μετά με κούραζε μα πάντα εκεί

Περνώντας τη μεγάλη πόρτα

Καθώς για να συναντήσω έναν

-τον καλύτερο φίλο μου-

Κι εκείνος να περιμένει καρτερικά

Τη στιγμή της αλήθειας μου

Κι εγώ ν’ αφήνω μια στάλα ιδρώτα ή δάκρυ

Απ’ την προσπάθεια ή τον καημό.


Στέκω παράμερα μεσ’ στο πλήθος

Κάθε φορά που βγαίνει το σεπτό του σκήνωμα

Κι αναπνέω συναίσθημα

Και δακρύζω ελπίδα

Κι αγροικώ την ταπείνωση του ασύστολου εγώ μου.


Ανώνυμος πιστός στη λιτανεία του

Και παραπέρα στην άλλη,

Στην καθημερινή του οράματος
Της ζωής μου.
Από την Εσπερινή υμνωδία «ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΩΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ», Κέρκυρα, 2013

Εφιάλτης

Ξύπνησα χαράματα
που διάολο ταξίδευα
όλη τη νύχτα
σε ματωμένους δρόμους
κι η ανάσα μου
ήταν κοφτή
μούσκεμα στον ιδρώτα
μέσα στο Δεκέμβρη
στεγνό το στόμα μου
κοίταξα δίπλα μου
το γνώριμο δωμάτιο
θαρρείς βομβαρδισμένο
σαν κάποιο χέρι ισχυρό
να τ’ ανακάτεψε
χώθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματα
έκλεισα τα μάτια
μ’ έπιασε ρίγος
και προσπάθησα να κοιμηθώ

να δραπετεύσω.

Τιμωρία

Πλάστη ξερές οι λέξεις μου με καίει η Eποπτεία
του δεκαπεντασύλλαβου στα ενδόμυχα ολοένα.
Αιτία.. η Κατάρα στο περιβόλι σου αυτό...
φλερτάρει το φιλότιμο με την αυτοκτονία.
***
Πλάστη την πένα μου απανθράκωσα με του θυμού
το φλόγιστρο λέξεις ξερές δες μάχονται να γίνουν ...
τώρα κρίνα, ντρέπομαι- εξαγριώνομαι
χιλιάδες οικογένειες τις γονατίζει η πείνα.
***
Πλάστη κι αν αγωνίζεσαι με Κίνητρα Αμάραντα
που δεν μπορεί ανθρώπου νούς να υπολογίσει πόσα
μια αδυναμία με καλεί στη λυρικήν τη πέτρα μου
να στέκομαι' με συντροφιά των Ίαμβων τα μέτρα.
***
Πλάστη το ξέρω και συγχώραμε που ξέσπασα
μα' τυραννάει την ψυχή μου' ετούτη η απορία
άξιος δεν είμαι να μπορώ ν'αντιληφθώ τι έφταιξε..
κι αιώνες τώρα η Πλάστιγγα γέρνει στην ''Τιμωρία'' .
Για τους αθώους νεκρούς

Ποτές σου δε μας μέθυσες ''Ζωή'' με τις λαγνείες
ανάστημα σου ορθώσαμε ''Δεν πάμε στους τρωτούς''
εστρέψαμε την πλάτη μας, ήταν πολλές οι αιτίες
ο βασικότερος ''Ζωή'' στις τόσες σου Αλχημείες..
Στο μονοπάτι πάμπολλους μετράμε αθώους νεκρούς..
***
Του δεκαπεντασύλλαβου παιδιά μη λησμονάτε...
μέσα στους στίχους κρύβεται μια προκοπή θλιμμένη
αν θέλετε να λέγεστε Έλληνες να τρυγάτε
του στοχασμού τα χώματα, Ω παρεξηγημένοι..
***
Στα μέσα όταν ουρλιάζουνε οι μετρικοί ανέμοι
προσφέρετε το απόσταγμα του στίχου ''Αιρετοί''
κι' ας τρεμοπαίζει μας, συχνά το Ιαμβικό λυχνάρι,
μέσα απ' αυτό ξεχύνονται πάλι πανάρχαια θάρρη...
''Για κείνους την κουρδίζουμε τη λύρα μας, αετοί!''

ΑΡΧΩΝ ΕΞΚΑΛΙΜΠΕΡ

Μας έχει κουράσει αυτή η αναμονή
όλοι μας περιμένουμε στου ορίζοντα το βάθος
το μανιτάρι της φωτιάς  μέσα στα σύννεφα
φωτιά τα Σόδομα και ο κεραυνός φωτιά κι η Πομπηία
θα καταλύσει η ακοινώνητη ύπαρξη
τις πενιχρές τις μέρες των ανύπαρκτων ανθρώπων
μες το μυστήριο της λάμψης  της σιωπής
Κι η ελευθερία !
Τι θα απογίνει η ελευθερία του φραπέ!
Κι ελευθερία της βιτρίνας !
Κι η ελευθερία  να διαμαρτύρεσαι δαρμένος !
Κι η ελευθερία
να σ'έχουν σα σαρδέλα ντανιασμένο
μες στο δυάρι στο λεωφορείο στο μετρό
κι η ελευθερία
σαν παλιόσκυλο του δρόμου να σε διώχνουν
από δουλεία από σπίτι από ύπαρξη
οι Πρίγκηπες τέταρτης πέμτης γενεάς
δημοκρατών διαδόχων ! Πού το βάζεις!
Με κνώδαλα δύο τριών σεμιναρίων να τους στηρίζουν
Μην απελπίζεσαι όμως

μον' να κοιτάς του ορίζοντα το βάθος.

17 Νοέμβρη σήμερα, μια καλημέρα

17 Νοέμβρη σήμερα
κι η σκέψη μου σ’ όσους κράτησαν
                                            στιλπνό το μέταλλο
και το κρατούν ακόμα ανοξείδωτο
                                       σε πείσμα των καιρών
Σ’ αυτούς που αιθεροβάμονες
          στη στίλβη τ’ ουρανού βλέπουν
                                                το πρόσωπό τους
Σ’ όσους στη μεγάλη έφοδο
                                             κρατούσαν λάβαρο
                                        και το κρατούν ακόμα
Σ’ αυτούς που απέμειναν
στους σπάνιους όπως τα πετράδια
                     στους λίγους και τους φωτεινούς
που δεν αφήνουν τη φωτιά
                                         να σβήσει στην εστία
που φυλάνε μια σπίθα στην καρδιά τους
             προσμένοντας ν’ ανάψουν πυρκαγιά
                                     στους μπουρλοτιέρηδες
Σε όσους δένονται στο κατάρτι
                 ν’ ακούν το τραγούδι των Σειρήνων
Σε όσους φοβήθηκαν το ταξίδι
       αλλά ταξίδεψαν γαντζωμένοι στη σχεδία
Σ’ αυτούς που αψήφησαν το θάνατο
                                            κι έμειναν αθάνατοι
Στους γνωστούς κι άγνωστους ταπεινούς
                                               κι όμως γενναίους
που στις επετείους κρύβουν ένα δάκρυ
                                              μες στα γένια τους
Σ’ αυτούς που αντί για γραβάτα φορούν
                                  ένα κόμπο στο λαιμό τους
Σ’ όσους φορούν τα παράσημα
                              κάτω απ’ το πουκάμισό τους
Στους παλιούς συντρόφους του πολυτεχνείου
                                     που δεν αλλαξοπίστησαν
που δεν εκποίησαν τα τιμαλφή τους
                                     στην αγορά της εξουσίας
Στους παραπονιάρηδες,
                              τους ατίθασους συντρόφους
       που ξέρουν να γκρινιάζουν, να διεκδικούν
και να μάχονται για
                                   ψωμί, παιδεία, ελευθερία
        για δουλειά, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια
Σε όσους ακονίζουν το σπαθί
                                            και ξύνουν το μολύβι
Στους αφανείς που γράφουν ιστορία
                                               τώρα και όπως τότε
Σ’ όλους αυτούς σήμερα 17 Νοέμβρη
                                  τους πρέπει μια καλημέρα
                                       «Καλημέρα σύντροφοι»

Του ελάσσονος το μείζον

Τηρουμένων των αναλογιών
κάθε που από μια ισχνή χαραμάδα στο χώμα
σκάει δειλά ένα κύτταρο
και μια υγρασία μητρική που το θρέφει
όλες οι φλεγμονές του σύμπαντος επουλώνονται
όλοι σου οι θάνατοι και τα ναυάγια
και πάλι τοκίζεσαι απ΄τις επώδυνες γέννες σου
με τις εκφράσεις σου λιπασμένες
και τεταμένες τις προεκτάσεις σου
γιατί δυό αχτίδες στο παραπέτασμα
και λίγες νότες σε μια χορδή
πεισματικά συνηγορούν
πως όλα προορίζονται για να υπάρχεις
και όλα υπάρχουν για να προορίζεσαι
κι όσο στα πάντα περιέχεσαι
όλα τα άλλα περίσσευμα είναι

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης