Κάτω στο λιμάνι οι γιάπηδες πουλάν τη θάλασσα
Αυτή που
Έπνιγε τη θλίψη
της άνυδρης στεριάς τους
Κάτω στο λιμάνι οι γιάπηδες πουλάν τη θάλασσα
Αυτή που
Έπνιγε τη θλίψη
της άνυδρης στεριάς τους
Οι λέξεις μου δεν καίγονται
ό,τι και να λες εσύ φιλαράκο μου
με τίποτα δεν δίνονται στην
πυρομανία της άγνοιάς σου
ούτε και προσάναμμα στην
επιπολαιότητά σου
γίνονται
ακόμα κι αν τις πετάξεις στο
τζάκι τής ματαιοδοξίας σου
σε πείσμα μπορούν και διαβάζονται
άκου που σού λέω εγώ που ξέρω
καλά τις λέξεις μου
εδώ στο μπαλκονάκι μιας παρέας σε
καρέκλες αναγνώρισης
με τη θάλασσα στη ματιά μας να
μοστράρει απέναντι
το επίμονα γαλάζιο φόρεμά της
στις λέξεις μου
Οι λέξεις μου δεν καίγονται
και βάλτο εσύ καλά στο νου σου
φίλε γείτονα
των συμπτώσεων
έχουν ένα τέτοιο αντιπυρικό DNA
από την ίδια τη μάνα τους
τούτες οι λέξεις μου άκαυτης
ποίησης
όλες τους κυρίες μιας εποχής μέσα
στους στίχους μου
έχουν μια τόσο δυνατή καΐλα για
τον ατέλειωτο πηγαιμό τους
στο είναι μας
που καταπίνουν λαίμαργα με νόημα
τις φλόγες κάθε απαξίας σου
χαράζοντας ανεξερεύνητα
δρομολόγια σε αναγνώσεις
ακόμα και μπροστά στα πυρομανή
μούτρα σου
Οι λέξεις μου δεν καίγονται
σε έχουν ενημερώσει για τα καλά
πολύ πριν κι από εμένα
εκείνες
των ποιημάτων οι ευθείες στροφές
σε περιπολία τού νου
που ζωντανεύουν τη σκέψη με
οξυγόνο από τις λέξεις μου
ανάσα στερνή μιας ελπίδας
η στάχτη να υπάρχει στα καμένα
σου αδιέξοδα
καθώς οι ελεύθεροι στίχοι μου
φυλάνε μερόνυχτα σκοπιά
στης φιλόξενης σελίδας την
πυρόσβεση
εκεί που οι σιωπές τής έμπνευσης
μιλάνε τη δική τους τη γλώσσα
μπας και εσύ καταλάβεις επιτέλους
τις λέξεις μου
Οι λέξεις μου δεν καίγονται
δεν στα είπανε καλά εκεί που
συχνάζει το εγώ σου κύριε
ξαναψάξε το μέσα σου
στου πνευματικού εμπρησμού σου
τις αποχαυνωμένες ιδέες
οι λέξεις μου ανιχνεύουν ζωή
χαμογελαστές στο μετρικό τους
μοτίβο οι ομοιοκαταληξίες μου
στήνουν αντιπυρική ζώνη
απαγγελίας
εξουδετερώνοντας της αδιαφορίας
σου τα προσωπικά αποκαΐδια
με τον λόγο τής Ιώβειας υπομονής
τους
τα τσουρουφλισμένα λεξιλόγια
ανθρώπων σαν και του λόγου σου
ούτε καν να πλησιάσουν δεν
μπορούν τις λέξεις μου
Κάθεσαι αναπαυτικά να παρακολουθήσεις τις ειδήσεις
δίχως να παραλείπεις την εβδομαδιαία εμφάνιση
του συνειδητά και κατ’ επάγγελμα διαστρεβλωτή
με την τσιριχτή φωνή και τα γουρλωμένα μάτια
να ασελγεί επί παντός του επιστητού
τιμωρώντας τον εαυτό σου
και νοητά αυτομαστιγωνόμενος
συνεχίζοντας να απολαμβάνεις τον καφέ σου
φορώντας επίσημο ένδυμα αναρωτώμενος
πόσο μακριά είναι το μέλλον ακόμη
βαδίζοντας πάνω στην ουτοπία
αγναντεύοντας το πότε και το γιατί
δρασκελώντας την κάθε στιγμή
πάντα αντίθετα με την φορά του ανέμου
χορτάτος από ανυπόστατα και κυρίως ανύπαρκτα
χθεσινά νέα και εκτός λειτουργίας
αφορισμούς παθών και εντάσεων.
Το σώμα αυτοδιαλύεται περιστρεφόμενο
και μετατρέπεται σε άγραφες σελίδες
βιβλίου που πάσχιζες να γράψεις
ακολουθώντας τον ρυθμό
από τον ήχο των σταγόνων
μιας βρύσης που στάζει.
Απομακρύνθηκε ο Μορφέας
μα τα μάτια μένουν σφαλιστά
παραμένεις εγκλωβισμένος σε δύο διαστάσεις
δίχως το ελάχιστο ίχνος υπέρβασης της καθεστηκυίας τάξης
ή έστω μιας προσπάθειας σχεδιασμού επί χάρτου
αίρων τις αμαρτίες του παρελθόντος.
Ράθυμη πόλη,
πόλη αλαζονική,
πόσο μικρή και άχρωμη
στους πλατιούς και πολύβοους δρόμους,
πόσο στενάχωρη και θλιβερή
στο φτιασίδωμα και την ξιπασιά
της στολισμένης βιτρίνας.
Αναστενάρισσα πόλη,
πόλη αυτάρεσκη
χωρίς ταυτότητα και ψυχή,
γέρνεις καλάμι στο πρωί
την ώρα που ένα αβέβαιο χέρι
σε δαχτυλοδείχνει κι αμφισβητεί
την πλαστική σου καθημερινότητα,
την ώρα που φυλακίζεσαι
πίσω απ’ το σίγουρο ήχο της κλειδαριάς,
από εικόνες που τρέχουν,
από φόβους που παραστέκουν
ως υποψία αντίστασης.
Φοβάμαι πως σου μοιάζω!
Και σφίγγεται η ψυχή μου
στην απουσία των ελπίδων
στο κενό των ονείρων
και την άτιτλη προσδοκία.
Ανέραστη πόλη,
πόλη χλωμή,
φοβάμαι κείνες τις ώρες
που όταν προσεύχονται οι κορφές των δένδρων
στη σιωπή του ουρανού
βγαίνουν σε πλειστηριασμό
άδεια και ξέπνοα κορμιά,
κείνες τις ώρες που λόγια κι αισθήσεις
παραδίνονται μ’ εκπτώσεις κι εκποιήσεις.
Αγύρτισσα πόλη,
τσιγγάνα ανέμελη στη βροχή,
στου στενοσόκακου τη γιορτή
αναπνέεις ζωή
και τρέχω κοντά σου μικρό παιδί.
Σφιγμένο το χέρι,
το βλέμμα βαθύ,
απ΄ την ίδια γραφή κι οι δυο,
στη γη τεντωμένοι.
Ανιστόρητη πόλη,
πόλη μαγική!
Αρχέγονα συναισθήματα
ο τόπος σου
ο τόπος μου
εδώ ξεκινήσαμε και συ και 'γω
υγρό περιβάλλον
αλάτι και νερό
χώμα και βράχια
φύκια και άλγη
Έχει γαλήνη εδώ
Έχει ουσία εδώ
Έχει σιωπή, και μια ανάμνηση πικρή
Και εγώ μπορώ
μπορώ και θέλω
θέλω να σε συναντώ κάθε μέρα
έχω όλα τα πλούτη του Κόσμου εδώ
στο πέλμα σου
στο στήθος σου
στο βλέμμα σου
Ήταν μια παγωμένη βραδιά.
Στην ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ γεννιόταν ο Θεάνθρωπος
ο Ηρώδης τρόχαγε τα σπαθιά του.
Είδομεν τον αστέρα Αυτού εν τη Ανατολή είπαν οι Μάγοι.
Ακολούθησε η φυγή στην Αίγυπτο
η επιστροφή το μεγάλωμα ο Ιορδάνης η Διδασκαλία.
Οι αρχές και οι εξουσίες του αιώνος τούτου
κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Οι παλιοί θεοί ήταν βολικοί. Αυτός Θα είναι πρόβλημα.
Τα πάντα μετατράπηκαν σε μια μεγάλη μυστική υπηρεσία.
Η εντολή ήταν παρακολουθήστε Τον
παγιδέψτε Τον εν λόγω ενημερώστε μας!
Πρέπει να πεθάνει.
Αυτός έλεγε ειρήνη υμίν.
Κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων ήταν
ότι παραβίασε το νόμο και θεράπευσε ημέρα Σάββατο
άνθρωπο παράλυτο τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια.
Έγκλημα.
Θεράπευε χωλούς τυφλούς δαιμονισμένους.
Έγκλημα.
Έλεγε στους ψευτο νομικούς την αλήθεια.
Έγκλημα.
Δίδασκε την ανθρώπινη ισότητα και το δίκαιο.
Έγκλημα.
Έδινε ελπίδα σε κάθε ανέλπιδη ψυχή.
Έγκλημα.
Κάποιοι ψαράδες Τον ακολούθησαν με δυσπιστία
Οι όχλοι Τον ακολούθησαν.
Οι Πιλάτοι κι οι Αρχιερείς οι Γραμματείς κι οι Φαρισαίοι
το είδαν διαφορετικά το πράγμα.
Είπαν ως εδώ.
Ακολουθεί το αποχαιρετιστήριο δείπνο το μυστικό
Τον συνέλαβαν! Τον μαστίγωσαν! Τον ακανθοφόρεσαν.
Η ανθρώπινη εξουσία
μπορεί να συλλάβει και να βασανίσει το σώμα
μα όχι το πνεύμα.
Αλλά και αυτό για να συλληφθεί χρειάζεται
την αρχιερατική ψεύτο θεόντητη λυκόσχημη πονηριά
και τη νομική ερμηνευτική φαυλότητα
υπό την καθοδήγηση των γραμματέων και φαρισαίων.
Η αλήθεια όμως είναι ασύλληπτη δε συλλαμβάνεται.
Ο Πιλάτος φοβάται τον καίσαρα και ρωτάει τον Κύριο!
Και ποια είναι η αλήθεια;
Ο κύριος δεν απαντά.
Η αλήθεια στέκει μπροστά στον Πιλάτο.
Ο Πιλάτος αδυνατεί να τη δει χωρίς άνωθεν διαταγή.
Είναι οι τελευταίες έξι μέρες της επίγειας ζωής του κυρίου
που αρχίζει τη σχέση του με τις εξουσίες του αιώνος τούτου.
Κι είναι μια σχέση που οδηγεί
στο Γολγοθά στο Σταυρό και στο θάνατο.
Όχι επειδή νικούν οι επίγειες εξουσίες
αλλά γιατί έχουν χάσει ήδη κατά κράτος.
Γίνεται η δίκη παρωδία
η απόφαση είναι << Άρον άρον Σταύρωσον Αυτόν >>.
Οι τελευταίες Του λέξεις πάνω στο Σταυρό!
<< Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι >>
<< Τετέλεσται >> αναφωνεί ο Κύριος
Οι Πιλάτοι συμφωνούν με το αποτέλεσμα. Νίπτουν χείρας.
Οι Αρχιερείς ξεπλένουν με αίμα τη βρώμικη συνείδησή τους.
Οι φατριασμένοι ασπάζονται για την επιτυχία αλλήλους.
Όμως ένα τρομακτικό φως
χαλάει τα σχέδια κι ανατρέπει τα πάντα .
Ένας θάνατος φέρνει την Ανάσταση
Ένας τάφος φέρνει την αιώνια ζωή.
Το τρομακτικό φως είναι το φως της Ανάστασης.
Το φως της Ανάστασης γκρεμίζει τους στρατιώτες στο χώμα.
Το φως της Ανάστασης
στέλνει τους Πιλάτους και τους Αρχιερείς στο σκοτάδι.
Το φως της Ανάστασης
τυφλώνει τα ψεύτικα πνευματικά μάτια των φαρισαίων.
Το φως της Ανάστασης είναι οι τελική κρίση των πάντων
και ο κάθε καθένας μπροστά σε αυτό
τραβάει το δρόμο του.
<< Και απελεύσονται ούτοι εις ζωήν αιώνιον
και ούτοι εις κόλασιν αιώνιον >>.
Βαθύς ο ίσκιος της ζωής
πίσω από θλιμμένα μάτια
κι αυτό το δράμα της ψυχής,
θρήνος σε άγνωστα μονοπάτια.
Ω! Θεέ μου,
παρηγόρησέ με!
Αίμα εδώ και αίμα εκεί,
δρόμοι γεμάτοι δάκρυ,
ποιοι άραγε σ’ αυτή τη γη
το μίσος θα φέρουνε στην άκρη;
Ω! Θεέ μου,
αξίωσέ με!
Τα χέρια επάνω στη φωτιά
και οι φωνές πολεμική κραυγή,
ποια θα είναι αυτή η γενιά
που θα φέρει μιαν άλλη εποχή;
Ω! Θεέ μου,
αναθάρρησέ με!
Μετανάστες και όμηροι
σε ανθρώπινα παζάρια,
τι δυστυχία οι κακόμοιροι,
αιχμάλωτοι σε κελάρια.
Ω! Θεέ μου,
αντρείεψέ με!
Πού να πάνε να προσκυνήσουν,
σε ποιον τόπο να σταθούν,
τη ζωή τους ν’ αγαπήσουν
χωρίς το αύριο να φοβηθούν;
Ω! Θεέ μου,
ευλόγησέ με!
Μικρά παιδιά στην απονιά,
απόκληρα κι ορφανά στο δρόμο,
σε ποια θα γείρουν αγκαλιά
χωρίς σπαραγμό και τρόμο;
Ω! Θεέ μου,
προστάτεψέ με!
Δύσκολοι κι απέλπιδες καιροί
δίχως δίκιο και σεβασμό,
με ποια ευχή τόσοι καημοί
θα βρούνε λυτρωμό γλυκό;
Ω! Θεέ μου,
φυγάδεψέ με!
Η αντιδικία θρονιασμένη
με τα πάθη ως αρετή
και η κοινωνία διχασμένη
δίχως έρμα και ντροπή.
Ω! Θεέ μου,
γρηγόρεψέ με!
Την ειρήνη πού να καρτερέψουν,
ποιους ηγέτες να εμπιστευθούν
πώς εκδικητές να ημερέψουν,
σε ποιους σωτήρες να στραφούν;
Ω! Θεέ μου,
προφύλαξέ με!
Ικέτες ιεροί στη δύναμή Σου
να ‘βρει η φιλία χώρο και σκεπή
να ‘ναι αρμονία η θέλησή Σου
των ανθρώπων, και σοφίας ηθική.
Ω! Θεέ μου,
ευτύχισέ με!
Στεκόταν απέναντι