η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Οι λέξεις μου δεν καίγονται (Λεωνίδας Χ. Μπόμπας)

Οι λέξεις μου δεν καίγονται

ό,τι και να λες εσύ φιλαράκο μου

με τίποτα δεν δίνονται στην πυρομανία της άγνοιάς σου

ούτε και προσάναμμα στην επιπολαιότητά σου

γίνονται

ακόμα κι αν τις πετάξεις στο τζάκι τής ματαιοδοξίας σου

σε πείσμα μπορούν και διαβάζονται

άκου που σού λέω εγώ που ξέρω καλά τις λέξεις μου

εδώ στο μπαλκονάκι μιας παρέας σε καρέκλες αναγνώρισης

με τη θάλασσα στη ματιά μας να μοστράρει απέναντι

το επίμονα γαλάζιο φόρεμά της στις λέξεις μου

 

Οι λέξεις μου δεν καίγονται

και βάλτο εσύ καλά στο νου σου φίλε γείτονα

των συμπτώσεων

έχουν ένα τέτοιο αντιπυρικό DNA από την ίδια τη μάνα τους

τούτες οι λέξεις μου άκαυτης ποίησης

όλες τους κυρίες μιας εποχής μέσα στους στίχους μου

έχουν μια τόσο δυνατή καΐλα για τον ατέλειωτο πηγαιμό τους

στο είναι μας

που καταπίνουν λαίμαργα με νόημα τις φλόγες κάθε απαξίας σου

χαράζοντας ανεξερεύνητα δρομολόγια σε αναγνώσεις

ακόμα και μπροστά στα πυρομανή μούτρα σου

 

Οι λέξεις μου δεν καίγονται

σε έχουν ενημερώσει για τα καλά πολύ πριν κι από εμένα

εκείνες

των ποιημάτων οι ευθείες στροφές σε περιπολία τού νου

που ζωντανεύουν τη σκέψη με οξυγόνο από τις λέξεις μου

ανάσα στερνή μιας ελπίδας

η στάχτη να υπάρχει στα καμένα σου αδιέξοδα

καθώς οι ελεύθεροι στίχοι μου φυλάνε μερόνυχτα σκοπιά

στης φιλόξενης σελίδας την πυρόσβεση

εκεί που οι σιωπές τής έμπνευσης μιλάνε τη δική τους τη γλώσσα

μπας και εσύ καταλάβεις επιτέλους τις λέξεις μου

 

Οι λέξεις μου δεν καίγονται

δεν στα είπανε καλά εκεί που συχνάζει το εγώ σου κύριε

ξαναψάξε το μέσα σου

στου πνευματικού εμπρησμού σου τις αποχαυνωμένες ιδέες

οι λέξεις μου ανιχνεύουν ζωή

χαμογελαστές στο μετρικό τους μοτίβο οι ομοιοκαταληξίες μου

στήνουν αντιπυρική ζώνη απαγγελίας

εξουδετερώνοντας της αδιαφορίας σου τα προσωπικά αποκαΐδια

με τον λόγο τής Ιώβειας υπομονής τους

τα τσουρουφλισμένα λεξιλόγια ανθρώπων σαν και του λόγου σου

ούτε καν να πλησιάσουν δεν μπορούν τις λέξεις μου

Αυτοδιάλυση (Δημήτρης Παπαλιάς)

Κάθεσαι αναπαυτικά να παρακολουθήσεις τις ειδήσεις

δίχως να παραλείπεις την εβδομαδιαία εμφάνιση

του συνειδητά και κατ’ επάγγελμα διαστρεβλωτή

με την τσιριχτή φωνή και τα γουρλωμένα μάτια

να ασελγεί επί παντός του επιστητού

τιμωρώντας τον εαυτό σου

και νοητά αυτομαστιγωνόμενος

συνεχίζοντας να απολαμβάνεις τον καφέ σου

φορώντας επίσημο ένδυμα αναρωτώμενος

πόσο μακριά είναι το μέλλον ακόμη

βαδίζοντας πάνω στην ουτοπία

αγναντεύοντας το πότε και το γιατί

δρασκελώντας την κάθε στιγμή

πάντα αντίθετα με την φορά του ανέμου

χορτάτος από ανυπόστατα και κυρίως ανύπαρκτα

χθεσινά νέα και εκτός λειτουργίας

αφορισμούς παθών και εντάσεων.

Το σώμα αυτοδιαλύεται περιστρεφόμενο

και μετατρέπεται σε άγραφες σελίδες

βιβλίου που πάσχιζες να γράψεις

ακολουθώντας τον ρυθμό

από τον ήχο των σταγόνων

μιας βρύσης που στάζει.

 

Απομακρύνθηκε ο Μορφέας

μα τα μάτια μένουν σφαλιστά

παραμένεις εγκλωβισμένος σε δύο διαστάσεις

δίχως το ελάχιστο ίχνος υπέρβασης της καθεστηκυίας τάξης

ή έστω μιας προσπάθειας σχεδιασμού επί χάρτου

αίρων τις αμαρτίες του παρελθόντος.

Ο ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ (Γεώργιος Βελλιανίτης)

                  Είναι  Τίμιος.  Σοβαρός.
                  Με  λαμπρό  μέλλον.  Καθαρός.
                  Ψάχνει  την  Επιτυχία.
                  Μα  τον  βρίσκει  η  Ατυχία.
                ΄Ερχονται  οι  φωτισμένοι.
                  Κάνουν  σα  δαιμονισμένοι.
                ΄Εχουνε  μεγάλη  φόρα.
                  Βλέπει  μία  Μαύρη  Μπόρα.
                  Φθάνει  νέα  Αγγελία.
                  Φοβερή  Παραγγελία.
                  Το  δικό τους  να  προσέξει.
                  Αλλιώς  δε  θα  ξαναφέξει.
                  Του  διαλύουνε  τα  πάντα.
                  Τονε   κάνουνε  στην  πάντα.
                  Τονε  βάζουνε  στην  μπρίζα,
                  κι  άλλοι   αρπάζουνε  τη  μίζα.
                  Τηλέφωνα  με  δίεση.
                  Λειτουργεί  υπό  πίεση.
                  Τη  μια  τον  καπελώνουνε.
                  Την  άλλη  τον  μαλώνουνε.
                  Πολλά  χρόνια  έχει  σπουδάσει.
                  Τώρα  γιατί  να  τα  χάσει.
                  Όταν  χάσει  τη  δουλειά  του
                  θα  τραβάει  τα  μαλλιά  του.
                  Λέει,  τότε  πάν  χαμένα.
                  Ποιος  θα  με  βοηθήσει  εμένα.
                ΄Ετσι  κι  αλλιώς  θάρθει  άλλος.
                  Πιο  Ωραίος  Παπαγάλος.
                  Υπομένει.  Περιμένει
                  να  χαθούν  οι  λυσασμένοι.
                  Κι  όταν  η  Μπόρα  περνάει,
                  το  ποτάμι  δεν  γυρνάει.
                  Ο  καθένας  αλωνίζει.
                  Αυτός  όμως  συνεχίζει,
                  να  βοηθάει  και  να  κτίζει
                  την  Ψυχή  του  να  γεμίζει.
                  Κάτι  για  να  περισώσει,
                  πριν  το  κάθε  τί  τελειώσει.
                  Να,  ο   Θεματοφύλακας,
                  των  Οσίων  ο  Φύλακας ! ……..

ΠΟΛΗ (Γιώργος Αλεξανδρής)

Ράθυμη πόλη,
πόλη αλαζονική,
πόσο μικρή και άχρωμη
στους πλατιούς και πολύβοους δρόμους,
πόσο στενάχωρη και θλιβερή
στο φτιασίδωμα και την ξιπασιά
της στολισμένης βιτρίνας.
Αναστενάρισσα πόλη,
πόλη αυτάρεσκη
χωρίς ταυτότητα και ψυχή,
γέρνεις καλάμι στο πρωί
την ώρα που ένα αβέβαιο χέρι
σε δαχτυλοδείχνει κι αμφισβητεί
την πλαστική σου καθημερινότητα,
την ώρα που φυλακίζεσαι
πίσω απ’ το σίγουρο ήχο της κλειδαριάς,
από εικόνες που τρέχουν,
από φόβους που παραστέκουν
ως υποψία αντίστασης.
Φοβάμαι πως σου μοιάζω!
Και σφίγγεται η ψυχή μου
στην απουσία των ελπίδων
στο κενό των ονείρων
και την άτιτλη προσδοκία.
Ανέραστη πόλη,
πόλη χλωμή,
φοβάμαι κείνες τις ώρες
που όταν προσεύχονται οι κορφές των δένδρων
στη σιωπή του ουρανού
βγαίνουν σε πλειστηριασμό
άδεια και ξέπνοα κορμιά,
κείνες τις ώρες που λόγια κι αισθήσεις
παραδίνονται μ’ εκπτώσεις κι εκποιήσεις.
Αγύρτισσα πόλη,
τσιγγάνα ανέμελη στη βροχή,
στου στενοσόκακου τη γιορτή
αναπνέεις ζωή
και τρέχω κοντά σου μικρό παιδί.
Σφιγμένο το χέρι,
το βλέμμα βαθύ,
απ΄ την ίδια γραφή κι οι δυο,
στη γη τεντωμένοι.
Ανιστόρητη πόλη,
πόλη μαγική!

Θάλασσα Μάνα (Γιάννης Λεμπέσης-Lat)

Αρχέγονα συναισθήματα
ο τόπος σου
ο τόπος μου
εδώ ξεκινήσαμε και συ και 'γω
υγρό περιβάλλον
αλάτι και νερό
χώμα και βράχια
φύκια και άλγη

Έχει γαλήνη εδώ
Έχει ουσία εδώ
Έχει σιωπή, και μια ανάμνηση πικρή

Και εγώ μπορώ
μπορώ και θέλω
θέλω να σε συναντώ κάθε μέρα
έχω όλα τα πλούτη του Κόσμου εδώ
στο πέλμα σου
στο στήθος σου
στο βλέμμα σου

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ (Β.Α.)

Ήταν μια παγωμένη βραδιά.

Στην ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ γεννιόταν ο Θεάνθρωπος

ο Ηρώδης τρόχαγε τα σπαθιά του.

Είδομεν τον αστέρα Αυτού εν τη Ανατολή είπαν οι Μάγοι.

Ακολούθησε η φυγή στην Αίγυπτο

η επιστροφή το μεγάλωμα ο Ιορδάνης η Διδασκαλία.

Οι αρχές και οι εξουσίες του αιώνος τούτου

κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Οι παλιοί θεοί ήταν βολικοί. Αυτός Θα είναι πρόβλημα.

Τα πάντα μετατράπηκαν σε μια μεγάλη μυστική υπηρεσία.

Η εντολή ήταν παρακολουθήστε Τον

παγιδέψτε Τον εν λόγω ενημερώστε μας!

Πρέπει να πεθάνει.

Αυτός έλεγε ειρήνη υμίν.

Κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων ήταν

ότι παραβίασε το νόμο και θεράπευσε ημέρα Σάββατο

άνθρωπο παράλυτο τριάντα οχτώ ολόκληρα χρόνια.

Έγκλημα.

Θεράπευε χωλούς τυφλούς δαιμονισμένους.

Έγκλημα.

Έλεγε στους ψευτο νομικούς την αλήθεια.

Έγκλημα.

Δίδασκε την ανθρώπινη ισότητα και το δίκαιο.

Έγκλημα.

Έδινε ελπίδα σε κάθε ανέλπιδη ψυχή.

Έγκλημα.

Κάποιοι ψαράδες Τον ακολούθησαν με δυσπιστία

Οι όχλοι Τον ακολούθησαν.

Οι Πιλάτοι  κι οι Αρχιερείς οι Γραμματείς κι οι Φαρισαίοι

το είδαν διαφορετικά το πράγμα.

Είπαν ως εδώ.

Ακολουθεί το αποχαιρετιστήριο δείπνο το μυστικό

Τον συνέλαβαν! Τον μαστίγωσαν! Τον ακανθοφόρεσαν.

Η ανθρώπινη εξουσία

μπορεί να συλλάβει και να βασανίσει το σώμα

μα όχι το πνεύμα.

Αλλά και αυτό για να συλληφθεί χρειάζεται

την αρχιερατική ψεύτο θεόντητη λυκόσχημη πονηριά

και τη νομική ερμηνευτική φαυλότητα

υπό την καθοδήγηση των γραμματέων και φαρισαίων.

Η αλήθεια όμως είναι ασύλληπτη δε συλλαμβάνεται.

Ο Πιλάτος φοβάται τον καίσαρα και ρωτάει τον Κύριο!

Και ποια είναι η αλήθεια;

Ο κύριος δεν απαντά.

Η αλήθεια στέκει μπροστά στον Πιλάτο.

Ο Πιλάτος αδυνατεί να τη δει χωρίς άνωθεν διαταγή.

Είναι οι τελευταίες έξι μέρες της επίγειας ζωής του κυρίου

που αρχίζει τη σχέση του με τις εξουσίες του αιώνος τούτου.

Κι είναι μια σχέση που οδηγεί

στο Γολγοθά στο Σταυρό και στο θάνατο.

Όχι επειδή νικούν οι επίγειες εξουσίες

αλλά γιατί έχουν χάσει ήδη κατά κράτος.

Γίνεται η δίκη παρωδία

η απόφαση είναι << Άρον άρον Σταύρωσον Αυτόν >>.

Οι τελευταίες Του λέξεις πάνω στο Σταυρό!

<< Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι >>

<< Τετέλεσται >> αναφωνεί ο Κύριος

Οι Πιλάτοι συμφωνούν με το αποτέλεσμα. Νίπτουν χείρας.

Οι Αρχιερείς ξεπλένουν με αίμα τη βρώμικη συνείδησή τους.

Οι φατριασμένοι ασπάζονται για την επιτυχία αλλήλους.

Όμως ένα τρομακτικό φως

χαλάει τα σχέδια κι ανατρέπει τα πάντα .

Ένας θάνατος φέρνει την Ανάσταση

Ένας τάφος φέρνει την αιώνια ζωή.

Το τρομακτικό φως είναι το φως της Ανάστασης.

Το φως της Ανάστασης γκρεμίζει τους στρατιώτες στο χώμα.

Το φως της Ανάστασης

στέλνει τους Πιλάτους και τους Αρχιερείς στο σκοτάδι.

Το φως της Ανάστασης

τυφλώνει τα ψεύτικα πνευματικά μάτια των φαρισαίων.

Το φως της Ανάστασης είναι οι τελική κρίση των πάντων

και ο κάθε καθένας μπροστά σε αυτό

τραβάει το δρόμο του.

 

<< Και απελεύσονται ούτοι εις ζωήν αιώνιον

     και ούτοι εις κόλασιν αιώνιον >>.

Ω! ΘΕΕ ΜΟΥ . . . (Γιώργος Αλεξανδρής)

Βαθύς ο ίσκιος της ζωής
πίσω από θλιμμένα μάτια
κι αυτό το δράμα της ψυχής,
θρήνος σε άγνωστα μονοπάτια.
Ω! Θεέ μου,
παρηγόρησέ με!

Αίμα εδώ και αίμα εκεί,
δρόμοι γεμάτοι δάκρυ,
ποιοι άραγε σ’ αυτή τη γη
το μίσος  θα φέρουνε στην άκρη;
Ω! Θεέ μου,
αξίωσέ με!

Τα χέρια επάνω στη φωτιά
και οι φωνές πολεμική κραυγή,
ποια θα είναι αυτή η γενιά
που θα φέρει μιαν άλλη εποχή;
Ω! Θεέ μου,
αναθάρρησέ με!

Μετανάστες και όμηροι
σε ανθρώπινα παζάρια,
τι δυστυχία οι κακόμοιροι,
αιχμάλωτοι σε κελάρια.
Ω! Θεέ μου,
αντρείεψέ με!

Πού να πάνε να προσκυνήσουν,
σε ποιον τόπο να σταθούν,
τη ζωή τους ν’ αγαπήσουν
χωρίς το αύριο να φοβηθούν;
Ω! Θεέ μου,
ευλόγησέ με!

Μικρά παιδιά στην απονιά,
απόκληρα κι ορφανά στο δρόμο,
σε ποια θα γείρουν αγκαλιά
χωρίς σπαραγμό και τρόμο;
Ω! Θεέ μου,
προστάτεψέ με!

Δύσκολοι κι απέλπιδες καιροί
δίχως δίκιο και σεβασμό,
με ποια ευχή τόσοι καημοί
θα βρούνε λυτρωμό γλυκό;
Ω! Θεέ μου,
φυγάδεψέ με!

Η αντιδικία θρονιασμένη
με τα πάθη ως αρετή
και η κοινωνία διχασμένη
δίχως έρμα και ντροπή.
Ω! Θεέ μου,
γρηγόρεψέ με!

Την ειρήνη πού να καρτερέψουν,
ποιους ηγέτες να εμπιστευθούν
πώς εκδικητές να ημερέψουν,
σε ποιους σωτήρες να στραφούν;
Ω! Θεέ μου,
προφύλαξέ με!

Ικέτες ιεροί στη δύναμή Σου
να  ‘βρει η φιλία χώρο και σκεπή
να ‘ναι αρμονία η θέλησή Σου
των ανθρώπων, και σοφίας ηθική.
Ω! Θεέ μου,
ευτύχισέ με!

Απροσδιόριστο (Δημήτρης Παπαλιάς)

Στεκόταν απέναντι

ανέγγιχτος από τον ήλιο
στο χέρι του κρατούσε πέτρες.
Τις μετρούσε ξανά και ξανά
μη τυχόν και λείπει κάποια.
Πήρε την απόφαση.
Έφυγε αφήνοντας πίσω του
τα σχέδια για την αυριανή μέρα.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης