η ποίηση στην εποχή της

Γελωτοποιός
ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ
Η απουσία σας, μας ευχαριστεί
Κι όμως ακόμα … μουγκρίζει
Κάποτε αντηχούσαν στην Ελλάδα επανάστασης κανόνια
Κάποτε αντηχούσαν
στην Ελλάδα επανάστασης κανόνια
Τώρα η Ελλάδα βαράει κανόνι
Το γεγονός δεν πρέπει να τρομάζει
όσους δεν έχουνε κολλήσει λέπ[ια]ρα
ειδικά όταν σουρουπώνει
κι έρχονται της φουντωτής σκέψης
αντισταθμιστικά μέτρα
ή το άνοιγμα και ο διαλογισμός συνάμα
όταν στρώνει
του αετού το γάλα γεύμα
σε μιας θαρρετής αποκοτιάς το νεύμα
Οσονούπω φτάνει
κι ο Lewis Carroll πάνω σε πατίνια
πάνω στην ώρα που αστράφτουν
απ’ τη χώρα των θαυμάτων
της Αλίκης οι χυτοί λαγόνες
Σαν λαγωνικό τεντώνεται στην Κρήνη
τον υδάτινο πίδακα
που ανέλπιστα κυλά μες τους αιώνες
να κεντράρει στο λαγήνι
Κατά τα άλλα
κυρία επί των Τιμών
Ντολόρες Σαχλαμάρες
και αξιότιμε του νομού Ημιμαθείας βουλευτά
κύριε Μπουρδοκαταλάθογλου
σιχαμερή η ώρα
όταν μας προσαράζει
ικέτες ναυαγούς
ανέστιους χρεώστες
σε τούτη τη θεσπέσια Πάτωνχώρα
Σταύρωση
στερεωμένοι με καρφιά σε ένα σταυρό
με φλέβες που τραβήχτηκαν όπως οι ρίζες
που γδύθηκαν από τη σκληρή σάρκα
ίδιος ανυπόφορος πόνος
ίδια απώλεια
και ο εκατόνταρχος της αγάπης
έλεος κανένα δεν δείχνει
αποξηραμένα λουλούδια
ρούχα λερωμένα
μνημεία των ονείρων
στην παγωμένη λάσπη.
Μακροβούτι μεν εκ ρηχών υδάτων δε…
Φίλους που κλείσαμε
στο μυαλό και στην καρδιά μας
πού έχουν δραπετεύσει;
Μας χαιρετούν και στρίβουν
λες και θα βρέξει
Με τόσες λέξεις
ψάχνεις κάτι
–μην είναι μόνο λέξη–
σε σώμα γλώσσας
που άπληστα μας εγκολπώνει
κάθε φορά ευτυχώς
αλλιώς φωτίζοντας
τις άπειρες φωτοσκιές
της άλωσής της
Από το χύμα λίμα
ως την Ιδέα της διάφανης αυλής
με βρυχηθμούς βαθύς
ανοίγονται βεντάλια
σε θεϊκή απόσταση
κυματισμοί του σύμπαντος
που ο Διόνυσος
του ξέφρενου βιώματος
στην αγκαλιά του
απλώνει
προς τον Φοίβο
της τέλειας ανέγγιχτης γραφής
Πέρασα έξω απ’ τα καλύτερα σχολειά
κι ήθελα να τους βάλω πυρκαγιά
Κανείς δε μπορεί να διδάξει
τίποτα σε κανέναν
συλλάβισε
αποτινάζοντας
κάθε γκλαμουριά
στη φλαμουριά
σκουριά
αυτή κι αν αντέχει
Κάντο μόνος
κι αν η φράπα βγει μάπα
θα είναι όλη δική σου
τουλάστιχον
Ο έρωτας το μόνο νηστίσιμο
που σου προτείνω
καλή μου σαρακοστή
Ε Τ Σ Ι Κ Ι Α Λ Λ Ι Ω Σ
Ένα χαμόγελο πικρό θα ‘χες στα χείλη
Πίσω από τα βλέφαρα
μόλις που θα κρατούσες το δάκρυ,
σκύβοντας ν' απιθώσεις στα χείλη μου απαλά
το στερνό σου φιλί.
Ύστερα με αργό επίσημο βήμα
θα κινούσες να βγείς από την κάμαρη,
αφήνοντας να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα
το μακρύ σου πανωφόρι.
Όμως γελάστηκα και πάλι.
Γιατί αφού κατακόκκινη μ 'έβρισες υστερικά,
έφυγες βιαστική βροντώντας πίσω σου την πόρτα,
χωρίς να σου περάσει ούτε στιγμή από το νου
πως έτσι κι αλλιώς
εγώ τους στίχους θα τους έγραφα.
Πεζό ποίημα
Μάρμαρα κομματιασμένα για αγάλματα που δεν λαξεύτηκαν.
Αυτή είναι η ζωή μας.
Τσαμπί που δεν μας τρύγησε κανείς και μαράθηκαν οι ρώγες πάνω του.
Γραμμόφωνο που παίζει ελέκτρο -ποπ και δεν του ταιριάζει καθόλου.
Θα υφάνω μια φορεσιά, με τοιχώματα από αρτηρίες.
Θα πάρω κόκαλα, αίμα, δέρμα και θα με ξαναφτιάξω.
Εμένα που θαύμαζα και μ' έκρυβα.
Και θα με ξαναβρώ. Στ’ ορκίζομαι....
Tώρα Τώρα Τώρα (υπερλεξιστικό)
Τώρα που μπήκε άνοιξη
σαμάρια βουλεμάτα
κιτίραμπι παράνυφα
όλο 'μορφιά γιομάτα
Αουραγκοντάγκος φρικασέ
σημύδες στην πλατεία
γειά και χαρά σου μενεξέ
κιμπάρι τα λιθίγια
Ούλα φασούλα ούλα τα
φατσούλα και φασούλα τα
ή τάν ή επιτάλατα
ταρατατού κι' ανάλατα
Αναγνώστες
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ποίηση στην εποχή της εκποίησης
