η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγωνάκης Η. Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγωνάκης Η. Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η σημασία του δέρματος των ονείρων είναι η ίδια

Αναμασημένα τα λογικά τόσο του Έρωτα όσο και του Αντέρωτα/
Έγιναν κοτσίδες τα νεύρα και οι θυμοί της Αρετής και της Κακίας./
Βαριά η ελαφρότητα του Είναι 
Όσο και το μεγαλειώδες βάρος του βαμβακιού/
Κρεμασμένα ανασαίνουν τα τοτέμ των προδιαθέσεων για την καταστροφή 
της συμπάσης πραγματικότητας, 
οπόταν ακροβατούν στις ράχες σου τα γαργαλητά ακροδαχτύλων
Και
…ναι…
το σύμπαν (ολόκληρο),κάποτε, θα χωράει  σε δαχτυλήθρες άλλων εποχών!

Από τα μεγάλα ρουθούνια της κάθε ημέρας φαντάζει να εκπνέουν χιονοστιβάδες χαμόγελα με ξεκάθαρα τα δόντια,
ύστερα από ύπνους, στριφογυρίζοντας στα γαλάζια σεντόνια,
χωρίς την αλμύρα της θάλασσας μα
με τα σάλια των δερμάτινων πλασμάτων που σχηματίζονται και μπουρδουκλώνονται ανορθόδοξα και τόσο ελαστικά την ίδια στιγμή…
παρόλο το παράδοξο στο άκουσμα…!


Τα χιλιόμετρα στην θάλασσα ταξιδεύουν πιο αργά από αυτά στον αέρα…
Και το σασπένς σκαρφαλώνει στην μύτη και την γαργαλάει,
με λόγους που ντύνουν προσμονή…περιέργως έντονη, όπως πρωτόγνωρη, που
σαν να επιστρέφει με μνήμη χρυσόψαρου/
και βιώνει πράγματα ήδη βιωμένα,
Με όμορφο θάρρος…/
Πλέον υπάρχουν απέριττες ντροπές, χλωμιασμένες από μόνες τους,
καθώς οι αφροί των κυμάτων σχηματίζουν φράσεις
σε θάλασσα κάπως αναστατωμένη·/
Τότε τα νεύματα από τα κασκόλ σημαίνουν ταχύτητα ανέμου.

{Ο ήλιος ξεραίνει την αλμύρα στα μάγουλα του πλοίου αφήνοντας τα να σκάνε σε καταραμένη επαφή όσο ο καιρός περνάει και το πλοίο ταξιδεύει στα περιπετειώδη χάδια της θάλασσας…

Οι μέρες σταματούν να ταξιδεύουν τα βράδια,
Τότε, αυτές τις αγγίζουν οι άνθρωποι των παθών εξαναγκάζοντάς τις 
να απεκδυθούν τα λαμπερά κοσμήματα του χρόνου 
ιδρώνοντας στα βήματα και στις προπόσεις των μεθυσμένων ανθρώπων,
ενεοί, όπως θα κείτονται,
χαμερπείς, καθώς θα βρίσκονται,
ασθματικοί, όπως θα ακούγονται …όλα αυτά για μια σταλιά χαλασμένο ρούμι,
ξεβρασμένο στον πρώτο ύφαλο του κόλπου της αναμονής…

οι νεκρές χελώνες προφασίζονται την ύστατη ηλιοθεραπεία και 
οι κυρίες με τους άσπρους ίσκιους των μπιζού πάνω στα δάχτυλα και τους καρπούς
καψαλίζουν αλατισμένα δέρματα στις ακτές των ηφαιστείων και ξάφνου…
εκρήγνυται ο ομφαλός της σχέσης,
σπάει η κλωστή που ενώνει τις αποστάσεις από τα σύννεφα στα βλέφαρα,

ανοίγουν τα δάχτυλα για να αγκαλιάσουν τους ώμους…}

Το κρίμα στο λαιμό μας

Όποια κρίματα αργοπεθαίνουν υπόσχονται γενιές τυφλές,
εκτυφλωτικά τυφλές από την αδιαφορία του μέλλοντος-
μέλλον που δεν ταξιδεύεται μα ξεφυσάει πίσω του ερινύες,
οιμωγές και καταραμένα μαξιλάρια που πνίγουν τις ανάσες του σύμπαντος.

Σε αυτό το σύμπαν περπατώντας στη ραχοκοκαλιά του ατενίζω οράματα
από τα βλέμματα που δανείζομαι κατά καιρούς δίχως τόκους και χρεώσεις,
καθώς το χρέος τ’ αφήνω σε αυτούς που εισήγαγαν τα προπατορικά αμαρτήματα
αμαρτάνοντας στις απεικονίσεις της φαντασίας τους για επιπλέον δόσεις.

Με διαδόσεις εικονικών πραγματικοτήτων εκπαιδεύεται ο νους-
Άνευ νοήματος σηματοδοτήσεις κατευθύνουν ελέγχοντας την κίνηση,
όποια κινητικότητα θωπεύεται καθώς πνίγεται σ’ ανέξοδο ρου
και μάλιστα βουλιάζει αναμαλλιασμένη στις αμαρτίες και την οίηση.

Σε αυτά τα πλαίσια ζωής και νόησης οι γλυκές αντάρες γίνονται πίκρες
με στιγμές ειλικρίνειας που και οι κατεργάρηδες λιμπίζονται
και οι βαγαπόντηδες του θυμικού αναμοχλεύουν ακυρώνοντας τις ρήτρες
που οι ελίτ της εξουσίας σβήνουν και γράφουν όπως/όπου κι αν κοιμώνται…

Επί ματαίω

Μένω στα ξόρκια
Που η μήτρα της ύπαρξης 
Μου πέταξε στα μούτρα, χωρίς
Ευλάβεια για την διαφορετικότητά μου,
Καθώς εγώ συνήθισα μικρότερος
Να μετατρέπομαι εντός μου
Και τρομαγμένος

Πλένομαι τα δάκρυα 
Που οι κατάρες έσταξαν στα μάτια
Και πνίγομαι από τις
Αρρώστιες που κυνήγησα
Με μένος να αγαπήσω τις πλάτες τους·
Κοίταξα στους βολβούς 
Των ματιών τους τις προτάσεις 
Που δεν κατανόησα πριν να τις μεταφράσω
Και τώρα,
Πίνω λαίμαργα τις δίψες μου
Μπας και ξαποστάσω κάτω 
Από την μπλεβί πανσέληνο της λήθης…

Στερνό χαμόγελο 
Αποχωρίζονται τα σκασμένα χείλη μου
Μην μπορώντας σοβαρά να 
Μιλήσουν για τις κατάντιες της γενιάς μου·
Παράλογο, θαρρώ, κρύβεται το μίσος
Πίσω από τις ξεδοντιάρικες γνάθους,
Που τρελαινόμουν να φιλάω 
Και πλέον,
Σκύβω στα πόδια μου
Ανάμεσα, να δω το πρόσωπό μου…


Εις μάτην…

Εικόνες όταν δεν μπορείς να πετάξεις

  Ένα ζευγάρι φτερά αναζητούν το σώμα τους...
Αυτό το ζευγάρι φτερά βρίσκεται κάπου στο πεζοδρόμιο.
Περνάνε οι διαβάτες.
Το ζευγάρι φτερά παραμένει στο πεζοδρόμιο.
Ρίχνονται στάλες από ψηλά.
Τα φτερά ακόμα περιμένουν το σώμα τους.
Η νύχτα έρχεται, μαζί με την υγρασία της...
Το ζευγάρι φτερά κρυώνει
Και κυρτώνει γίνοντας ένα φτερό με τέσσερις πλευρές...
Το φεγγάρι ξαποσταίνει στον σκοτεινό θόλο
Και αναζητά το ζευγάρι φτερών στο πεζόδρομο.
Πατημασιές παίρνουν μαζί τους κομμάτια από λάσπη,
Όχι όμως και το ζευγάρι φτερών.
Αυτά ακόμα εκεί περιμένουν μέσα στην υγρή νύχτα ...
Ένα ζευγάρι μάτια ανοίγει κάμποσο, ενώ χουζουρεύει,
Δεν γνωρίζει για κάποιο άλλο ζευγάρι...φτερών.
Ένα ζεύγος χειλιών ανοίγει και υποδέχεται την γόπα ενός τσιγάρου.
Στερεύει σάλιου, από επιθυμία σε βαθμό έξης.
Και το ζευγάρι φτερών ακόμα περιμένει στην πλατεία...
Μάταια...
Άλλα ζευγάρια φτερών πετούσαν και πετούν από πάνω του.
Αυτό, όμως, ακόμα εκεί...
Μέχρι να ξεθυμάνουν οι ανάγκες του να ξεφύγει...
Ένας σκύλος κουλουριάζει δίπλα του
Και το ζεσταίνει με τα χνώτα του...
Οι βηματισμοί τριγύρω του το τραντάζουν.
Φύλλα πέφτουν από τα δέντρα 
Και καλησπερίζουν το ζευγάρι φτερών στο έδαφος.
Η ανάγκη του να βρει το σώμα του
Είναι πιο βαριά από το βάρος των φτερών του...
Μάταια...

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης