η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαμαντοπούλου Ελίζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαμαντοπούλου Ελίζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΙΛΙΕΣ ΜΥΡΙΕΣ ΟΥΤΟΠΙΕΣ (Ελίζα Διαμαντοπούλου)

Στο διάβα των ανθρώπινων αιώνων

χίλιες μύριες ουτοπίες

εκύλησαν

στις φλέβες

εξεγερμένων κορμιών

στο νου

επαναστατημένων

ανθρώπων

στα μεγαλόπνοα σχέδια

αλλαγής

του κόσμου

χίλιες μύριες ουτοπίες

μίλησαν σε

γλώσσες όμοιες

διαφορετικές

ακατάληπτες

μειονοτικές

επικοινώνησαν

συν-κοινώνησαν

διαφώνησαν

και συγκρούστηκαν

στο πώς θα ζωγραφίσουν

τον κόσμο

διαφορετικό.

 

Στο πέρασμά τους

συμπαρέσυραν

τυραννίες

δημοκρατίες

αδικίες

δικαιοσύνες και

θρυμματισμένα κορμιά

από ρουκέτες πολέμων

και βόμβες,

άμαχους πληθυσμούς

και στρατευμένες ψυχές

που λύγισαν

υπό το βάρος

της απομυθοποίησης.

 

Στον διάβα των μελλοντικών

ανθρώπινων αιώνων

χίλιες μύριες ουτοπίες

πάλι

θα γεννηθούν,

θ ’απογαλακτιστούν

απ΄τα μυαλά

που τις γέννησαν

και τις έθρεψαν

και θα πορευτούν

τον δικό τους πανανθρώπινο

δρόμο

διεκδικώντας

ξανά,

και ξανά,

ν ’αλλάξουν

την ροή του κόσμου,

την σκέψη των ανθρώπων

τον διάβα των αιώνων

ν’αναστήσουν

τις νεκρές ελπίδες

τα νεκρά κορμιά

το νεκρό νου

τη νεκρή ελευθερία.

Εύχομαι,

οι ουτοπίες ετούτες

που είναι στα σπάργανα,

που έχουν το τρυφερό δέρμα

νεογνού

τη δύναμη των νιάτων,

την πυγμή

και την φαντασία

ανθρώπου ελεύθερου,

εύχομαι,

οι ουτοπίες ετούτες,

οι άπλαστες ακόμη,

οι τόσο εύθραυστες

κι επιρρεπείς

σε αναλήθειες

δόγματα

και τυραννίες,

να κρατήσουν το νου διαυγή,

την ψυχή καθάρια

σαν κρυστάλλινο νερό

και την καρδιά

αλώβητη

από τις

χίλιες μύριες πληγές

που γεννούν

οι ανθρώπινοι

εγωισμοί.

Ηλιέσσα

Φουρτουνιασμένη η θάλασσα
ψυχρή, ανεξιχνίαστη η Σελήνη

Φυσάει το αγέρι,
λυγερό το σφύριγμά του
και εσύ αδημονείς,
μ’αναζητάς…

Πού να’μαι άραγε;

Η βουή του ανέμου αντηχεί,
αντίλαλος στα μοναχικά μου βήματα.

Δεν ήξερα.
Η φαντασία μου
πρόσωπο χλωμό,
κείτεται σε ξενικό ντιβάνι,
άχρωμο
δίχως ταυτότητα.
Αταίριαστα είναι τα ρούχα,
δανεικά.
Και το κορμί αυτό
που είναι βουβό,
καμία γλώσσα δεν μιλά.

Ασθενική βοή
που χάνεται
στο αμυδρό φως της επίτοκης μέρας.
Λυσσομανάει ο άνεμος.
Η βάρκα κλυδωνίζεται.

Ανώδυνα είναι τα κύματα
σαν πούπουλα
σαλεύουν καθώς αργοχάνονται
στο πέλαγος
ταλαντεύομαι με χαρά
ανυποψίαστη.

«You are innocent »,
η φωνή του αγγέλου
αντηχεί στ’αυτιά μου
ο αντίλαλός της από τη μακρινή Νορμανδία
συνουσιάζεται με τα
κυανά νερά της Μεσογείου.
Άραγε, ποια θάλασσα είναι πιο άγρια ;
Ποια είναι η πιο αμείλικτη ;
Το κράξιμο των γλάρων
προμήνυμα
του ναυαγίου…
Θεριεύει η θάλασσα
και δείχνει τις κυανές θανατερές δαγκάνες της
τώρα
η μοίρα της βάρκας
που επιπλέει
είναι σταγόνα στον αδυσώπητο ωκεανό.

Δεν ήξερα.
Η φλόγα ετούτη ακόμη σιγοκαίει…
Ονειρεύεται
κελαρυστά παγωμένα νερά
μιας βάθρας
στην καρδιά του βουνού.
Η Ηλιέσσα της γνέφει
μειδιώντας.

Και εκείνη αγναντεύει νοερά
την αγέρωχη κορμοστασιά της
νοιώθοντας την απουσία
να διεισδύει
σε κάθε ίνα του κορμιού της
καθώς μετουσιώνεται σε πόνο.
Η Ανεμόεσσα της γνέφει, ξανά
τυλίγει τη λυγερή θαλασσινή πνοή της
και την φιλά στο στόμα
η βορινή αλμύρα του Αιγαίου
γαργαλητό στα χείλη.

Στα ταραγμένα όνειρά της,
η συνουσία των νερών
την σαγηνεύει.
Είναι όραμα ;
Η γυνή βουτάει στον πυθμένα
της θάλασσας,
και επιπλέει.
Ο βυθός την ξεβράζει στ’ανοιχτά του Αιγαίου.
Το κορμί της ένα κουβαράκι,
που τραντάζεται
με ορμή
καθώς αφήνεται στη ροή των κυμάτων.

Η εικόνα της γοργόνας
κρέμεται ξεθωριασμένη
στους βρώμικους τοίχους του καφενέ.
Θέλει να βρέξει τα χείλη της
στο σφουγγάρι του ψαρά
να νοιώσει τη θάλασσα μέσα της.

Κάποτε,
σε μακρινούς τόπους
μας παραπλάνησε
το κόκκινο της φλόγας,
που θέριευε αγέρωχα.

Η ψυχή,
αποδημητικό πουλί,
φτερούγισε
με ορμή
επάνω από φουρτουνιασμένα κύματα.

Προσευχή

Προσευχηθείτε για την Ελλάδα,
την μάνα ετούτη
την αδηφάγα
που καταβρόχθισε
την ίδια της την σάρκα.

Τώρα
κείτεται
κορεσμένη
ανήμπορη
τρεκλίζει
μεθυσμένη
από οργή

απέλπιδη

παραπαίει
στα τυφλά
δίχως αίμα
στις φλέβες της.

μικροί θάνατοι αναστάσεις

Θα έρθει επιτέλους και ετούτη η ώρα

η δική μας,

θα είμαστε ξύπνιοι,

με τα μάτια της καρδιάς

ορθάνοιχτα,

ευάλωτοι και τρωτσε αργή﷽﷽﷽ρωνόοί

θα κοιτάμε κατάματα

το πεπρωμένο μας


αληθινά

ζωντανοί


Η ζωή μας,

όσιο

σκήνωμα

σε αργή

αποσάθρωση

θα γίνει

ξανά

νεκρανάσταση.

Θα ηχήσουν

και πάλι

οι καμπάνες

που έκτοτε

σιγήσαν…

δεν κατανοήσαμε

ποτέ

το νόημα

ποτέ

δεν είδαμε

τίποτα άλλο

από τους φόβους μας.

Χάλκινο φεγγάρι

Η αυλή - το σκότος

το Χάλκινο φεγγάρι

που α(ντα)-νακ-(α)-λ-(α)-εί

το φώς

οιμέρεςοινύχτεςοιώρεςταλεπτάδευτερόλεπτα

που είσαι

παρών

στις αναμνήσεις



δεν ξαποσταίνουν

ποτές

οι στιγμές

ομοιοκαταληξία

αιωνιότητας

προάγγελος

της πτώσης

του Θανάτου

σαρκικός έρως

ηδονή(ς)

αναπαραγωγή

και μια

τόση δα

μελαγχόλια

που ξέρει

τόσο καλά

να κρύβεται

πίσω από

το δάχτυλό της.

Θέλω να σε αφήσω έγκυο

την πρώτη

την πιο αληθινή

φορά που κάνουμε έρωτα

το ένστικτο

το ηφαίστειο

και η λάβα μαζί που ξεχύνεται

οργισμένη

Είναι οι δύο όψεις

της ίδιας αλήθειας.

Στο αμυδρό φώς

Του Χάλκινου φεγγαριού

Η κόρη του διαμαντιού

Νανουρίζει τώρα

Την προαιώνια θλίψη της.

Πορεύεται

Με το Χάλκινο φεγγάρι.

Νέα Παμπλόνα

Κουράστηκα

τον κόσμο ολάκερο

να προσπαθώ ν’αλλάξω

Με θλίβει η οργή μου

με τρομάζει ο κυνισμός τους,

διάχυτο

πέπλο ομίχλης

που καλύπτει κάθε ίχνος

από τα βήματά μας

Οι μαζικές επαναστάσεις έχουν πεθάνει.

Το φάντασμά τους,

άυλη οπτασία,

μας διαπερνά,

δίχως να μας αγγίζει.

Στο glocal βιοκλίμα

των καιρών

ήρθε η ώρα

να σπείρουμε

μικροεπαναστάσεις που

ευδοκιμούν σε μικροκλίματα

και θρέφουν

τον παγκόσμιο δημοκρατικό ιστό.

Ελπίδες

με ωδίνες τοκετού

γεννιούνται

μικρές σιωπηλές καθημερινές ανατροπές

βαστούν τσουγκράνες φτυάρια λουλούδια φυτά χώμα λιπάσματα

μολύβια

στυλό

πένες

χαρτιά

τεφτέρια

υπολογιστές

εφημερίδες

και μικρόφωνα

απαγγέλουνκαταγγέλουνδαχτυλοδείχνουντραγουδούνχορεύουνομιλούν γράφουνζωγραφίζουνσκιτσάρουνγελοιογραφούνδιαδηλώνουνπροετοιμά

ζουν

την επικείμενη καταδίκη εκείνων

τολμούν

να

ελπίζουν

στην κρεμάλα

όλων όσοι

νίπτουν τας χείρας τους

οι θρασύδειλοι

που απεκδύονται τον ζουρλομανδύα των ευθυνών τους

μία ημέρα

που δεν θ’ αργήσει να’ρθει

θα τον φορέσουν δια της βίας

στα κάτεργα

παρήλθαν οι καιροί

που τα κάγκελα της φυλακής

ήταν για τους λεβέντες και

τα ομορφόπαιδα

Τώρα θ’ανοίξουν για

τους βαθυνεόπλουτους

λωπο-θύτες

που γέννησαν

και έθρεψαν

με τήν χυδαία τεμπέλικη πολιτική τους

στρατιές

νεόπτωχων

απελπισμένων

σε λίγο θα παρελαύνουν

έξω από τις βίλες

τις πισίνες

και τα εξοχικά τους

Ζήσε σαν το σκυλί

και αυτοκτόνησε μ’αξιοπρέπεια !

Και αν σας αφήσαμε

καιρό πολύ

να καβαλάτε τα όνειρά μας,

σε μια νέα Παμπλόνα

θα εξαπολύσουμε

ταύρους αφηνιασμένους

τις ζωές μας.

Παιχνίδια των καιρών (Homo oeconomicus)

Το χρήμα τον παίζει στα γόνατά του

παιδί βουβό

σβούρα

αλλοπρόσαλλη

γυνή

υστερικιά

στριφο

γυ

ρι……ζει ;

γραπώνεται πάνω του

με τα μυτερά της νύχια

κάθε τόσο βγαίνουν κραυγές πνιχτές

από τ᾽άθλια

πασαλειμένα

κόκκινα

χείλη της,

τ’ αλαφιασμένο βλέμμα των άπληστων ματιών της.

Ο homo oeconomicus

ερωτιάρης

νομάς

με την Louis Vuitton στόν ώμο,

φορτωμένος

αινίγματα

(δισεπίλυτα),

δια

λυμένες

ζωές,

σιωπηρά ουρλιαχτά

από

γνωσης,

αναζητεί την terre promise .

Σπαρταρά σαν ψάρι έξω από το νερό

της μάνας

γής

λυσσώδες κουνούπι

βουτάει

σε βρώμικα νερά από

ξε πλυμένο χρήμα

off …… shore

Απληστο παιδί

ζητάει συνεχώς ό,τι δεν έχει

ό,τι έχει

ό,τι αρπάξει

ό,τι θα ήθελε να έχει

δεν δίνει

τίποτα,

τού μάθανε μόνο να ζητάει

και να παίρνει.

Παιχνίδια αντοχής

σε οίκους ανοχής

για όποιον αντέχει

όποιον έχει

ό, τι δεν έχουνε οι άλλοι

οι πολλοί.

Σε αίμα…….επανα

στατικό

κυ

λά

ει,

με χάρη μπαλλαρίνας...

Είναι ο χορός του

ενίοτε

δύσκαμπτος,

σάν τα σκελετωμένα

αρθριτικά πόδια

ενός γέροντα

με ετοιμόρροπο βηματισμό,

που σκοντάφτουν

όπου βρούν.

Αλλες φορές

σε έκσταση

στρο

βι..………..α-στος

λι

δερβίσης

χάνεται πέρα... στο

κενό

θαρρεί ότι

όλος ο κόσμος του ανήκει!

Το ταξίδι όμως δεν τελειώνει εδώ

Απ’ όλες τις δημοκρατίες που εφηύρε

μία

μονάχη

μία

γεννήθηκε

έζησε

κι απέθανε

ίση με όλους

και με όλα

Και να! Τώρα στο νεκροκρέββατό του

έχει πέσει απόλυτη σιωπή

Η μοναξιά

του βαστά τό χέρι

πού βου

λια

ζει από το

βάρος

Του χαιδεύει το κορμί

πού κείτεται

σε πλήρη ακινησία

πάνω στο

ψυχοφθαρμένο κάλυμμα

της ζήσης

που δεν σκοντάφτει πια

στις λακούβες

της καρδιάς

Και ο νούς πια δεν σπαρταρά σαν ψάρι

μόνο

αργοπεθαίνει

σε διάυγεια πλήρη

Ο, τι έζησα, έζησα ! αναφωνεί.

Το κορμί αναρριγεί

Κι αν πνίγεται η φωνή

Κι αν αντηχεί σαν τον λυγμό του πεθαμένου

Κι αν χάνεται τώρα το θάρρος

Σημασία δεν έχει πια, καμιά

Ο τελικός προορισμός

είναι άπορος

ανένταχτος κομματικά

αδιάλλακτος

αμείλικτος και

τέλος…..πάντων

γυμνός.


Το θυμικό της εξέγερσης

Η οργή φοριέται πολύ

στις μέρες μας.

La colère est très

en vo

-a-

gue

de

nos

jours.

Anger is very fashion

able

nowadays.

st

Ang…………………….……er

uish

Είναι σκοτεινό το αίτημα,

δεν ανατέλλει ακόμη

η χαραυγή ετούτη

θ’ αργήσει να ’ρθει…

Ξαποσταίνει στ’ αποκαΐδια ενός καμμένου ελάτου.

Στου κύκλου ετούτου τα γυρίσματα

καιρό πολύ σκοπεύει να

στρο

vie

λιστεί

Πριν μας χαρίσει το ζεστό της χρώμα.

Ο χρόνος περιμένει,

είναι καρτερικός,

αέναος…

η μεγαλοθυμία του,

θυμός μας.

Εκείνη τη νύχτα

σκοτείνιασε η πλάση ετούτη…

πριν φωτιστεί ξανά,

την χαραυγή,

από ανυπάκουα χέρια

που σπείρανε φωτιές

θερίζοντας

εξεγέρσεις

συντρίμμια

σωριάζονται

της Νέας Εποχής

οι ψεύτικοι Ναοί.

Εκλείψανε οι ιερείς,

που σπεύδουν στους βωμούς,

κι είν’ οι θυσίες τους

δικές μας.

η μόνη θεμιτή ιδιο – κτησία

άφθαρτη από το θυμικό του Χρόνου…

Μην μας ζητάτε πια επευφημίες !

Στέρεψε η πίστη μας,

απόκαμε

στην έρημο την αχανή

μιας σταγόνας

ο ασκιανός

αγκομαχεί,

θρηνώντας

για

την

πλάση.

Μες την βουή

των πόλεων

αντηχούν,

ανήμποροι,

οι ψίθυροι

του μέλλοντός μας

επωάζουν τ’ αυγά τους

οι σκοτεινές δυνάμεις

θριαμβεύουν !

Θα ‘ναι μακρύς ο

δρόμος,

σου λέω…


Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης