η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Κ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Δήμητρα Σαμοΐλη (demi sam))

«Εγώ θα ζω πάντα πάνω στις σκάλες, στα καλντερίμια κ στα σκοτεινά σοκάκια.
Από ψηλά να κοιτάω έναν κόσμο που αργοπεθαίνει.
Κάθε μέρα να είναι μια γιορτή.
Κ κάθε πόνος μια υγρασία του τοίχου.
Εγώ θα ζω σαν στίγμα πάνω σε άσπρο δέρμα.
Αυτό που όλοι θέλουν να ξεφορτωθούν.
Κ εκείνα τα ταξίδια που δεν έκανα ποτέ, να με χτυπούν κατάμουτρα, γελώντας τρομολάγνα.
Εσύ να με κοιτάς από μακριά, χορεύοντας στου κόσμου τον ρυθμό.
Νομίζοντας πως όλα λύνονται με τυχάρπαστο θυμό.
Με ένα γάντι μαύρο κ τακούνι κόκκινο, πίσω από κάτι σκουπίδια να μιλάς.
Κ να πιστεύεις πως ότι σκουριασμένο, πέρα το πετάς.
Κ όταν νιώθεις μοναξιά, τότε εκείνο πάλι τραγουδάς.
Ένα παλιό ρεφρέν που έμαθες μικρή.
Κ η επανάληψη του σε έφερε εδώ.
Μία καταστροφή τόσο αγαπητή.
Εγώ μικρός κ άδειος, που να σε βρω.
Λιώνω στις τρύπες, δεν έχω τίποτα να πω.
Αν κάτι ήξερα από εκείνα τα παλιά
Είναι πως του κόσμου τούτου, νικάει η απονιά.
Να ψάχνω στίχους κ φωτογραφιες να κοιτώ.
Να με βουλιάζουν όλο κ πιο βαθιά.
Μέσα σε αρχέγονα κ τρύπια μυστικά.
Για έναν κόσμο που κρυφοκοιταει κ γελά.»

ΔΟΥΝΑΙ ΚΑΙ ΛΑΒΕΙΝ (Δημήτρης Π. Κρανιώτης)

Σκάψαμε με τα χέρια
το χώμα της ανάστασης
(μήτρα ζωής η γη
υιών και θυγατέρων)
ποτίζοντας ρίζες
που αλωνίσαμε
(δούναι και λαβείν
κατά φύσιν
κεκτημένα),
ξεθάβοντας νεκρούς
που αφορίσαμε
(δούναι και λαβείν
παρά φύσιν
τεκταινόμενα).

Απών... (Δημήτριος Καραγκούνης)

Είναι καιρός να σταθείς κάτω απ' τα χείλη του χάους και να ακούσεις
 την βραδιά που μαζεύει τα τελευταία της φώτα σκορπίζοντας
 με ίσκιους την ακροθαλασσιά..

Ταξίδεψες με όλα τα καράβια γυρεύοντας τη σκιά σου ..
 ποιο πλεούμενο απόμεινε ακόμα να πάρεις και ποιά ακτή σε περιμένει
 σαν το παιδί που κρατά στα χέρια του τον άσπρο γλάρο έτοιμο
 να στον δέσει κατάστηθα μια μενεξεδένια Κυριακή σ' ένα πρωινό
 υπέροχα ζεστό..

Οι ναυαγοί έριξαν την μεγάλη άγκυρα στην λευκή άμμο και η σιγή
έδεσε κόμπο την ψυχή τους
 μόνο τότε πήρε το πρόσωπό τους ο ουρανός και σκάλισαν οι άγγελοι
το όνομα τους στο φοινικόδεντρο και απόμειναν τα χέρια σταυρωμένα
χαράζοντας το δρόμο της θύελλας για να προφτάσουν
τα μελλούμενα ..

Η ελπίδα τους ζυμώθηκε με το μέρος..

'' Σ’ αγαπώ τόσο όσο αξίζει το δάκρυ ενός Αηδονιού..
 μπορεί να σου φαίνεται ασήμαντο,
να ξέρεις όμως ότι όταν το πουλί αυτό δακρύσει.. πεθαίνει''.. 

Λευκά σουδάρια (Γιάννης Ποταμιάνος)

Πυρπολημένος ο ξανθός Ιούλιος
                                        μπαρουταποθήκη
Χειροβομβίδες
                     τα πυρομαχικά των πεύκων
Μυστική θυσία ετοίμαζαν οι Ιερείς
                                      με θυμιατό ρετσίνι
Γαύγιζαν τον ήλιο τα τελώνια
      οι άνεμοι ακόνιζαν τα μαχαίρια τους
                                                    στα βράχια
Σπιλιάδες και ριπές ανεμοστρόβιλου
           στις κοιλάδες θέριεψαν οι φλόγες
Οι σπινθήρες αναμείχθηκαν με τ’ άστρα
                                         τέτοιος χαλασμός
Που να ‘βρεις μονοπάτι για τη θάλασσα
                                           μια τέτοια νύχτα
Όλα μια φλόγα
                κι ο καπνός μαύρος καβαλάρης
            να τρίζουν τα κόκαλα των πεύκων
Στην πνιγμονή της στάχτης
    ο παφλασμός του κύματος παρηγοριά

Πυρομανής άνεμος
                  κατά μήκος του μαντρότοιχου
κι εσύ ξοπίσω απ’  το σκυλί
                                 με το χαμένο ένστικτο
Δέος, βρισιές καραγωγέα,
                                       συρματοπλέγματα
            δεν υπάρχει μονοπάτι στα κρεμνά

Δυνατός ο άνεμος, έπιασε τόπο η θυσία
Ορθόπλωρος απέπλευσε
                                   ο στόλος των Αχαιών
μα θα επιστρέψει
                         απ’ τα στενά του Καφηρέα
Κι εσύ Κάλχα ας τραβάς τα γένια σου
                             προβλέποντας εκατόμβη

Χωρίς οίκτο η δύση πυρπολεί
                                      τις κορυφογραμμές
Χωρίς λέξεις η ασύμμετρη φλόγα
                                        τα λέει με το κύμα
Νηπενθής ο άνεμος
                μεταφέρει την ασύνορη κραυγή
Στης αγωνίας την ακτογραμμή
                                 πυρώνονται οι βράχοι
Κι εσύ χαμένος στα συρματοπλέγματα
                                 αδαής της χωροταξίας
αναρωτιέσαι τα πως, τα πότε, τα γιατί
                   της πυρκαγιάς και του ανέμου

Έτσι:
Απολογισμού πρώτο

Και τούτο το καλοκαίρι
άλλη μια σκιά στην ακτινογραφία
                               του πνεύμονα της πόλης
Η αρχαία σκουριά επιμένει
                να σαπίζει της πατρίδας το σκαρί
Το ρετσίνι ψάχνει τη φωτιά του,
                    κρώζοντας φεύγουν τα πουλιά
Τη νύχτα θρηνούν οι σκύλοι
                               το χαμένο ένστικτό τους

Απολογισμού δεύτερο

Πρόσωπα ορφανά,
      καλυμμένα με λευκά σουδάρια,
                                            κι εξετάσεις DNA
Στάχτη και καπνιά
        οι φλόγες έφτασαν στη θάλασσα,
                                    τι άλλο μένει να καεί;

Απολογισμού τρίτο

Μυρωδιά θανάτου, πόνος άφωνος
                     παράλυτες φωνητικές χορδές
λέξεις μισές ακρωτηριασμένες
               με τα σωθικά τους να καπνίζουν
                                 στα συρματοπλέγματα
πώς να μιλήσεις;

Απολογισμού τέταρτο

Παίζει στο κύμα ο ασημένιος γλάρος
με άλλη μονάδα αυτός
                     μετράει το μπόι του θανάτου

Απολογισμού ακροτελεύτιο

Κι αυτοί άδουν τυμβωρυχόντας
                              καταμεσής στις στάχτες,
ερίζοντας για το στέμμα και το σκήπτρο

Όταν ραγίζει ο εγωισμός (Δέσποινα Πλευριά)

Όταν ραγίζει ο εγωισμός

στάζουν σταγόνες αίματος από τις οποίες γεννιέται ζωή

όπως από τις σταγόνες

αίματος του φοβερού Ουρανού

γεννήθηκαν οι Γίγαντες - λιγότερο φοβεροί 

θεοί από τον πατέρα τους

μα πιο ζωντανοί

ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ (Γιώργος Αλεξανδρής)

Της ψυχής μου το άδειο κατώφλι
είναι γεμάτο από το βλέμμα της απουσίας σου.
Οι θύμησες,  ρεμβασμός και θεία λειτουργία,
ρυθμικός  χορός και θυσία  στης μνήμης το βωμό
και η νοσταλγία κρυφή σπονδή στο χρόνο
να έχουν και πάλι τα όνειρα αρχή και χρώμα.

Της ψυχής  σου τ’ ανοιχτό παραθύρι
λιοστάσι είναι και φεγγαράδας γιόμα.
Το βλέμμα σου αγγέλου γλυκοκοίταγμα και χάδι,
ταξίδεμα ηλιού στ’ ουρανού το γαλάζιο
και τ’ αυγινό σου γέλιο αντίδωρο και χάρη
στον ίσκιο του κρυφού καημού και της ελπίδας.

Απλωσιά της αγάπης και χαράς η ζωή,
πολύφερνος δρόμος στην ομορφιά και τη μαγεία.
Οι  λογισμοί του νου και της καρδιάς οι χτύποι,
βαθύ προσκύνημα με σεβασμό και γνώση
στο κάλεσμα, στ’ αντάμωμα, στο γιάτρεμα του πάθους,
πιο πέρα απ’ το γραμμένο μας και τις απαντοχές μας.

Του έρωτα τραγούδι το γλυκομιλητό σου,
μακρύ ταξίδι λυτρωμού και η σιωπή σου.
Ανταύγειες του μέλλοντος καταφυγές κι αναπολήσεις,
λαμπρίσματα οι προσμονές κι οι πόθοι αρμονία,
να έρχεσαι απ’ το αύριο παραδοχή και πίστη
και ταίριασμα να φτάνεις και ολοκλήρωση ζωής.

ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΜΥΣΤΙΚΟ (Β.Α)

 Τ’  Απρίλη σμίγει η ψυχή με τ’ ουρανού τα φρύδια

που απόψε αργά γυρίζουνε σε γάλανο ουρανό

πάνω από πολυχρώματα των οριζόντων φίδια

που γέννησε το γέρικο της φύσης δειλινό.

 

Και μια γρια τρελούτσικη μονολογάει παρέκει

τραγούδι  βρυσοτράγουδο  χυμένο στον καιρό

αγράμπελη για σκέπη της μες στα μαλλιά της στέκει

στον κόρφο της δυο σπούργιτα στήσανε το χορό.

 

Κι από την κάτω ποταμιά απόηχο αφήνει

καμπάνα γέρος που χτυπάει του χρόνου ζαραλής

βέλασμα ένα μοναχό στα λόγγα μέσα σβήνει

κι ένα άλλο από φτωχικό απόμακρης αυλής.

 

Κι ύστερα οι ήχοι χάνονται μες του Κυρίου τα Πάθη

τ’ αηδόνι την Ανάσταση Κυρίου διαλαλεί

κόβονται οι λίγες φωταυγές με του Έσπερου τη σπάθη

βαθύτατο ένα μυστικό κοντά του με καλεί.         

ΑΝΘΡΩΠΟΙ-ΠΟΥΛΙΑ (Φαίη Ρέμπελου)

Τα πουλιά δεν έχουν ρίζες '

Θυμήθηκε με νοσταλγία την εποχή που ήταν δέντρο '

η μάλλον δεν ήταν -δεν ήταν ποτέ '

ένα μικρό νέο και ρωμαλέο πουλί ερωτευμένο με τον έρωτα,

ερωτευμένο με την αγέλη του.

Αχ ναι,την αγέλη του!

Πως μπόρεσε ο άνεμος να τα πάρει όλα πίσω, μια τέτοια συντροφιά '

την ζωή μας ολάκερη -

που να πετάξεις;

Μολυσμένοι οι ουρανοί απ'την κακία και την απληστία των ανθρώπων '

κι αν ποτέ υπήρχε θεός

θα ήθελε για δικαίωση

να βλέπει στα πρόσωπα τους την χαρά

και όχι ψεύτικες γκριμάτσες για σέλφι.

Πού να πετάξεις;

Για πόσο;

Νιώθεις μια μοναξιά που μαβίζει το μπλε τ' ουρανού.

Πέτα.

Πέτα και ότι και για όσο γίνει

ΑΙΘΕΡΕΣ (Καρίνα Βέρδη)

Από περιέργεια

Να δεις που φτάνει το άπειρο

Κι αν ο Θεός τσακίζει τις σελίδες του

Σε ό,τι λάθεψε

Αν είσαι εκτόπλασμα ή απλώς σε λίγωσε η ομορφιά

 βρήκες κάτι πιο επιστημονικό να μπερμπαντέψεις

 το «κλινικά νεκρός»

 

Πεζοδρομώντας τώρα στους αιθέρες

Η σκόνη φοράει ψηλοτάκουνα και καπνίζει ένα αστέρι

ΧΑΛΚΙΝΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ (Παλαιολόγος Χαλίδας)

Κι αν θέλω τώρα στη χώρα των ηρώων

να ακούγεται η φωνή μου

Μαλαμοχάραμα αρχίζει

μαυρίζει ο ουρανός.

Βαθιά σ' ευχαριστώ αρειαγαπημένη

που χάθηκε όλος μου ο εαυτός σε σένα

Τόσες φορές γεννούσες  

το πάθος το παράφορο

Τα τραύματα του κόσμου όλα δικά σου

Τώρα γυρίζουνε πολλοί

που ορφανοί μαζεύουν άνθη

Στολίζουν σάπιο σκηνικό

Και τα θηρία να ξεσκίζουν τη φωνή σου

Τελικά οι θεοί κοιμόνταν πάντοτε

Και τώρα ότι καλύτερό μου

Ξεφτίλα, οθόνες και θάνατος

Ελλάδα Αθήνα Κόλαση

Κουρσεμένη και θεοστόλιστη πόρνη,

γλυκιά μου φιμωμένη

Σε χαιρετώ

Στο μεσοστράτι γαβγίζουν

του χαμού οι κομπανίες

«Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου σπαράζεις την ψυχή

γιατί μ’έμαθες και ξέρω ν' ανασαίνω όπου βρεθώ 

να πεθαίνω όπου πατώ»

Ο χάρτινος (Βασίλης Καπράλος)

Ο χάρτινος-1

Δε φύσαγε ευνοϊκός, ήταν αντίπαλος κι αυτός…

Το βάρος, που τραβά η ουρά, τα μυστικά του τα φτερά.

Και τον βαστά ένα σκοινί, στην κεφαλή και τον κινεί.

Του έχει οριστεί η ποινή· να τον φοβούνται οι ουρανοί·

κι όλα του τα εμπόδια, -κρυφά- πολεμοφόδια…

Είναι φτιαγμένος με χαρτί, μα την ψυχή του την κρατεί.

Και με την όψη του αγνή, τον αγκαλιάζουν οι ουρανοί. 


  Ο χάρτινος-2

Μήτε το βάρος λόγιασε, στα πόδια κρεμασμένο,

μήτε και στο λαιμό η θηλιά, τον έχει φοβισμένο.

Και πήρε και τον άνεμο, που κόντρα ψιθυρίζει

και σύμμαχο τον έκανε, κι εκεί ψηλά ‘νεμίζει. 

ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ (Γεώργιος Βελλιανίτης)

                                                   Ο  κατάλληλος  άνθρωπος

                                                   στην  κατάλληλη  θέση !

                                                   Ό,τι  μπορούνε  κάνουνε

                                                   να  φύγει  από  τη  μέση.

 

                                                   Σήμερα  τρέχα  γύρευε.

                                                   Άντε  νε  βρείς  την άκρη.

                                                   πολλοί  είν'  αυτοί  που  μένουνε

                                                   με  πίκρα  καί  με  δάκρυ.

 

                                                   Οι  κρατούντες  μακάριοι

                                                   αβέρτα  λύνουν  δένουν.

                                                  ΄Οσοι σ'  αυτά  είν'  αρχάριοι

                                                   εκτός  νυμφώνος  μένουν.

    

                                                   Να  πάμε  γρήγορα  μπροστά,

                                                   παιδιά,  να  ετοιμαστούμε.

                                                   Με  χίλια  τρέχετε  εσείς,

                                                   εμείς  να  δοξαστούμε.

 

                                                   Οι  άχρηστοι  βολεύονται.

                                                   Ο  κάθένας  τα  χάνει.

                                                   Στο  τέλος  όλα  φαίνονται

                                                   πως  είναι  μία  πλάνη.

 

                                                   Δεν  τελειώνει  όμως  εδώ,

                                                   αυτή  η  ατυχία.

                                                   Οι  εξυπνάδες  οδηγούν

                                                   'ισια στη  δυστυχία.

Ένας ..Θανάσης (Ελένη Σέττα)

Πού πας Θανάση, με τόση βιάση,
σ’ έρημη χώρα.
Σ’ έχουν γελάσει, σ’ έχουν δικάσει,
πολιτικοί  τούτη την ώρα.
Αχ  ρε Θανάση, σ’ έχουνε πιάσει,
αριστερίζεις.
Δύσκολη η ζήση, αλισβερίσι,
μα εσύ πορίζεις.
Δικτατορία, δημοκρατία,
μια απ’ τα ίδια.
Θέατρο η ζήση, σωστό μεθύσι,
πα στα σανίδια.
Το χειροκρότημα, σαν χαϊδολόγημα,
σε συνεπαίρνει.
Η κωμωδία, σαν τραγωδία,
δάκρυα φέρνει.
Τρέχα Θανάση, μην σε προφτάσει ,
ο άπονος χρόνος.
Πού πας Θανάση, έχεις γεράσει 
και φεύγεις μόνος.

Κρυμμένοι (Δημήτρης Κουρκουμέλης)

Συμβαίνουν όλα, στη στιγμή.

Μια συνεχόμενη προσαρμογή.

 

Σε προοδευτική αναβολή.

Ο πλανήτης, "κλινική".

Με οθόνη κινητή

και ψυχοανακατασκευή.

 

Νόμοι αναβαθμισμένοι.

Η θεραπεία σε προσμένει.

Ακούγεται σε όλη την οικούμενη.

Η αλήθεια μας κρυμμένη

ή για πάντα πια χαμένη

ΕΦΙΠΠΟΣ (Βασίλης Καπράλος)

                                        Πως κάποιο λάθος, έγινε, φωνάξανε.

Τα δυο του πόδια στον αέρα,

πως δεν πρέπουν, στ’ άλογό σου.

Γιατί στη μάχη, δεν απέθανες…

 

Τι να απαντήσεις;

Πως ο πόλεμος, δεν τέλειωσε;

Πως είσαι ακόμα, ζωντανή φοβέρα;

Πως κάτω απ' τις οπλές, ζει τ' όνειρο,

για να' ρθει η Λεύτερη η Μέρα;

 

Πως  νύχτες αρματώνεσαι,

‘κείνο το γιαταγάνι;

Που το ξανοίγει ο εχθρός

και την ψυχή του χάνει...;

 

Και πως μεσ΄ στα χαράματα,

που το έργο σου, τελειώνει,

ο χρόνος τ’ άγαλμα ορθό,

                                      θέλει και το παγώνει;      

( ΄Αγαλμα Κολοκοτρώνη )

Ο ποιητής και ο τζίτζικας (Θεοχάρης Παπαδόπουλος)

Ένας τζίτζικας τραγούδαγε 

όλο το καλοκαίρι 

και το χειμώνα 

από την πείνα ψόφησε. 

Κανείς δε νοιάστηκε γι’ αυτόν. 

                            

Ένας ποιητής 

έγραφε συνέχεια 

μέχρι που πέθανε στην ψάθα. 

                            

Τον ποιητή 

τον θάψανε βαθιά 

τους στίχους του ερμηνεύοντας 

όπως συμφέρει. 

                            

Τυχερός ο τζίτζικας.

ΟΤΑΝ (Σοφία Ταναΐνη)

Όταν τελειώσει ο πόλεμος

Το κόκκινο της παπαρούνας

Δεν θάναι από αίμα

Το Θολό του ουρανού

Δεν θάναι από δάκρυα

 

Η αλμύρα στα χείλη

Δεν θάναι από δίψα

Και στο βάθος της θάλασσας

Θάναι ο δικός μας παράδεισος

ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΗΜΑ (Β.Α.)

Στην κλεψύδρα του σάρκας

αλλάζει πορεία ο χρόνος.

Μακρινές περιπλανήσεις περιμένουν

της ηδονής τον τυχοδιώκτη.

Η ανάσταση της εκσπεράτωσης

προυποθέτει το δικό σου γρήγορο θάνατο.

Ένα αμείλικτο κατηγορώ χρονοδιαστατεί

σφυροκοπώντας τα κενά των συμπάντων.

Τα απορριματοφόρα της μαγνητικής επαιτείας

μεταφέρουν τα τελευταία σκιρτήματα

στις χωματερές των λερομένων σεντονιών.

Η βροχή προσπαθεί να ξεπλύνει

τις σταγόνες της καθαρής νοητής σκέψης.

Ο ήχος της επακόλουθης σιωπής

ετοιμάζει τη μεγάλη μετάνοια.

Στο καζάνι της συνείδησης

κοχλάζουν τα συνήθη κολασμένα συναισθήματα.

Τουλάχιστον το κρυφό δείπνο

είχε μια κάποια συνουσία.

 

Στη σκάλα της επιστροφής

βαριά πόδια βηματίζουν στην ανηφοριά.

Το χέρι γραπώνει ένα πένθιμο πόμολο.

Ένα ζεστό πιάτο αχνίζει

με ουδέτερη σημασία στο τραπέζι.

Συντροφικό ένα χαμόγελο προσμονής

και ένα χάδι από μια αθώα παιδική ψυχή

σαρώνουν τη θραυσμένη ύπαρξη

με τη σκούπα της αγνότητας.

 

Η μυστική 

ανερμήνευτη 

για έλλογο ον αυταρέσκεια

ολοκληρώθηκε.

Η Βαβυλώνα

καθρεφτίζεται πάνω στα μεγάλα πηγάδια

της σπηλαιογονίας των ενστίκτων

που δεν έχουν τέλος

προσθέτοντας κάτι στον απύθμενο χαμό

της αυτόχειρης ανθρώπινης ιδιοφθοράς.

ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ (Γιώργος Αλεξανδρής)

Από τη συμβουλή ως και τη σύσταση,
η απειλητική ματιά κι ο οργισμένος λόγος,
εκεί, στην περιπολία, την επίβλεψη και τη σήμανση,
αυθαίρετα επέβαλαν τη δύναμη της εξουσίας
κι αυτάρεσκα συνταίριαξαν το επίτιμο προσωπείο,
με τη σιγουριά τ’ ανώνυμου και τη φυγοδικία.

Από το ξάφνιασμα ως και τ’ αναρώτημα,
ο αφανέρωτος φόβος και η απροσποίητη σιωπή,
εκεί, στην περιόδευση για τις πεζές ανάγκες,
ανακάλεσαν μνήμες παλιές σε  γυάλινες εποχές,
συγκράτησαν φωνήματα έκπληξης και αντιμιλιές
κι ως ένσταση αφέθηκε η απορία και η υπακοή.

Από την άρνηση ως και τη βιαιοπραγία,
ο αστέγαστος ελευθερισμός και οι επίπλαστες θεωρίες,
εκεί, στο χώρο της αντίδρασης και της μισαλλοδοξίας,
πυκνώνουν νεφελώματα σε σκοτεινές συνάξεις,
συντάσσονται ανατροπές σε πρακτικές κατεστημένες
κι αυτομολούν ανεύθυνοι κι ακόλουθοι της τάξης.

Από την επιφύλαξη ως και τη βεβαιότητα,
ο δόκιμος προβληματισμός και η ελεύθερη σκέψη,
εκεί στο επιστέγασμα της κριτικής και του ρεαλισμού,
αδήριτα αντιστέκονται σε συμπάθειες και πλάνες,
τη συνύπαρξη επικροτούν σε θέσεις και αντιθέσεις
κι ως ένσταση δηλώθηκε η  επανάσταση της λογικής.

Βιομηχανία βιομηχανών (Αλέξης Δάρας)

Φτωχή μου, δεν έχεις καμιά ελπίδα να ξεφύγεις

απ' τη φτώχεια σου.

Ό,τι υπήρχε χάθηκε

ό,τι υπάρχει τρεμοσβήνει.

Δεν ξεχωρίζουν πια οι φόβοι απ' τις ελπίδες σου.

Έγιναν πια τα καρφιά

ένα με τη σάρκα σου

και δεν ξέρεις τι πονάει πιο πολύ,

να τα έχεις μέσα σου

ή να τα βγάλεις.

Διάσπαση των ασπασμών.

Διάσπαση των ατόμων.

Διάλυση των εθνών.

Σύνδρομο διάλυσης της προσωπικότητας.

Υπηρεσίες διαλάλησης της θλίψης.

Βιομηχανία βιομηχανών

άβουλων και βουλιμικών .

Βρες χώρο για τις νευρώσεις,

χρόνο για τις υποχρεώσεις.

Μην ξεχάσεις να ταΐσεις το θηρίο.

Φτωχή μου, δεν έχεις μάθει αλλιώς να ζητάς

παρά μονάχα σκίζοντας τις σάρκες σου.

Θα χάνεις πάντα σ' ένα πόλεμο

που παραμένει ακήρυχτος

κι ό,τι έχεις να κερδίσεις πολεμώντας

σε πολέμους που κηρύξαν άλλοι

είναι μονάχα το να μάθεις

ότι είναι πλαστοί.

Πάντα εσύ γλυκιά μου είσαι ο στόχος.

Εσύ έχεις τη λύση.

Γιατί κάνεις πως δεν ξέρεις;

Γιατί δεν σου απευθύνονται τα δέντρα

τα μπουμπούκια;

Οι κρυφοί βοηθοί σου

γιατί δε σ' εμπιστεύονται;

Γιατί επιμένεις τόσο πιεστικά

να παριστάνεις τόσο πειστικά

το αδικημένο αντικείμενο;

ΕΜΠΟΔΙΑ (Άννα Νικ. Κουρκούλη)

Εμπόδια. Πανάκριβα, ανυπέρβλητα διόδια. Ο άνθρωπος φτωχός να τα περάσει. Μπατίρης από κότσια έχει αδειάσει. Τη βγάζει βολικά με μια ευτέλεια που άλλοτε θα ήτανε για γέλια. Εμπόδια.
Γυναίκες-άντρες στερούνται τα εφόδια. Και δεν αξίζουν δάφνες για να δρέψουν Αφού ένα άλμα δεν μπορούν ν αντέξουν. Ευτέλεια. Αυτή θα 'ναι η δική τους η συντέλεια. (Αγάπη. Τα εμπόδια σε νικούν, κάνε κάτι!)

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης