η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΑΡΧΩΝ ΕΞΚΑΛΙΜΠΕΡ

Μας έχει κουράσει αυτή η αναμονή
όλοι μας περιμένουμε στου ορίζοντα το βάθος
το μανιτάρι της φωτιάς  μέσα στα σύννεφα
φωτιά τα Σόδομα και ο κεραυνός φωτιά κι η Πομπηία
θα καταλύσει η ακοινώνητη ύπαρξη
τις πενιχρές τις μέρες των ανύπαρκτων ανθρώπων
μες το μυστήριο της λάμψης  της σιωπής
Κι η ελευθερία !
Τι θα απογίνει η ελευθερία του φραπέ!
Κι ελευθερία της βιτρίνας !
Κι η ελευθερία  να διαμαρτύρεσαι δαρμένος !
Κι η ελευθερία
να σ'έχουν σα σαρδέλα ντανιασμένο
μες στο δυάρι στο λεωφορείο στο μετρό
κι η ελευθερία
σαν παλιόσκυλο του δρόμου να σε διώχνουν
από δουλεία από σπίτι από ύπαρξη
οι Πρίγκηπες τέταρτης πέμτης γενεάς
δημοκρατών διαδόχων ! Πού το βάζεις!
Με κνώδαλα δύο τριών σεμιναρίων να τους στηρίζουν
Μην απελπίζεσαι όμως

μον' να κοιτάς του ορίζοντα το βάθος.

17 Νοέμβρη σήμερα, μια καλημέρα

17 Νοέμβρη σήμερα
κι η σκέψη μου σ’ όσους κράτησαν
                                            στιλπνό το μέταλλο
και το κρατούν ακόμα ανοξείδωτο
                                       σε πείσμα των καιρών
Σ’ αυτούς που αιθεροβάμονες
          στη στίλβη τ’ ουρανού βλέπουν
                                                το πρόσωπό τους
Σ’ όσους στη μεγάλη έφοδο
                                             κρατούσαν λάβαρο
                                        και το κρατούν ακόμα
Σ’ αυτούς που απέμειναν
στους σπάνιους όπως τα πετράδια
                     στους λίγους και τους φωτεινούς
που δεν αφήνουν τη φωτιά
                                         να σβήσει στην εστία
που φυλάνε μια σπίθα στην καρδιά τους
             προσμένοντας ν’ ανάψουν πυρκαγιά
                                     στους μπουρλοτιέρηδες
Σε όσους δένονται στο κατάρτι
                 ν’ ακούν το τραγούδι των Σειρήνων
Σε όσους φοβήθηκαν το ταξίδι
       αλλά ταξίδεψαν γαντζωμένοι στη σχεδία
Σ’ αυτούς που αψήφησαν το θάνατο
                                            κι έμειναν αθάνατοι
Στους γνωστούς κι άγνωστους ταπεινούς
                                               κι όμως γενναίους
που στις επετείους κρύβουν ένα δάκρυ
                                              μες στα γένια τους
Σ’ αυτούς που αντί για γραβάτα φορούν
                                  ένα κόμπο στο λαιμό τους
Σ’ όσους φορούν τα παράσημα
                              κάτω απ’ το πουκάμισό τους
Στους παλιούς συντρόφους του πολυτεχνείου
                                     που δεν αλλαξοπίστησαν
που δεν εκποίησαν τα τιμαλφή τους
                                     στην αγορά της εξουσίας
Στους παραπονιάρηδες,
                              τους ατίθασους συντρόφους
       που ξέρουν να γκρινιάζουν, να διεκδικούν
και να μάχονται για
                                   ψωμί, παιδεία, ελευθερία
        για δουλειά, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια
Σε όσους ακονίζουν το σπαθί
                                            και ξύνουν το μολύβι
Στους αφανείς που γράφουν ιστορία
                                               τώρα και όπως τότε
Σ’ όλους αυτούς σήμερα 17 Νοέμβρη
                                  τους πρέπει μια καλημέρα
                                       «Καλημέρα σύντροφοι»

Του ελάσσονος το μείζον

Τηρουμένων των αναλογιών
κάθε που από μια ισχνή χαραμάδα στο χώμα
σκάει δειλά ένα κύτταρο
και μια υγρασία μητρική που το θρέφει
όλες οι φλεγμονές του σύμπαντος επουλώνονται
όλοι σου οι θάνατοι και τα ναυάγια
και πάλι τοκίζεσαι απ΄τις επώδυνες γέννες σου
με τις εκφράσεις σου λιπασμένες
και τεταμένες τις προεκτάσεις σου
γιατί δυό αχτίδες στο παραπέτασμα
και λίγες νότες σε μια χορδή
πεισματικά συνηγορούν
πως όλα προορίζονται για να υπάρχεις
και όλα υπάρχουν για να προορίζεσαι
κι όσο στα πάντα περιέχεσαι
όλα τα άλλα περίσσευμα είναι

ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ

                     Συμμαζεύω λέξεις, σκέψεις, βιώματα
Επικεφαλίδες, μετρώ και ξαναμετρώ
                     Το διανυθέν μήκος με
                     Αστιγματική ματιά.
                     Κεφάλαια σκόρπια, συνδέσεις πρόχειρες
                     Δρωμένων επιπόλαιες συρραφές
                     Εικόνων
                     Το χθες σήμερα επιτακτικό
                     Ζητάει εξηγήσεις και πιάνει τους λογαριασμούς
                     Που μένουν σε εκκρεμότητα από χρόνια
                     Μα τα πρόσωπα έχουνε λιώσει
                     Τα ιμάτια διεμερίσθησαν προ πολλού και ο κλήρος
                     Με βγάζει άκληρο και παραπαίοντα
                     Μεταξύ των μακρών και βραχέων φωνηέντων μου
                     Στην ακαταστασία των λαθών μου να βρίσκω
                     Σταθερό άλλοθι αθροίζοντας 
                     Τις χρεώσεις.

                     Κατά τα άλλα, τα ράφια μου σφύζουν
                     Από φιλόδοξες λεξιθηρικές στοιβάξεις
                     Και πάσης φύσεως προσεγγίσεις
                     Επί παντός του επιστητού
                     Με βιολετί πινελιές πού και πού στη χρώση
                     Της φαντασίας.

                     Τίποτα...
                     Στην ουσία, μια παρατεταμένη προσκόλληση
                     και μια διαρκής εμμονή
                            -με προφανώς αποχρώντα λόγο-

                     Στη βασανιστική αναίδεια 
                     Της έκθλιψης.


Από τη συλλογή «ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ», του Δημήτρη Μπρούχου (εκδ. «απόστροφος», 2007).

Το κρίμα στο λαιμό μας

Όποια κρίματα αργοπεθαίνουν υπόσχονται γενιές τυφλές,
εκτυφλωτικά τυφλές από την αδιαφορία του μέλλοντος-
μέλλον που δεν ταξιδεύεται μα ξεφυσάει πίσω του ερινύες,
οιμωγές και καταραμένα μαξιλάρια που πνίγουν τις ανάσες του σύμπαντος.

Σε αυτό το σύμπαν περπατώντας στη ραχοκοκαλιά του ατενίζω οράματα
από τα βλέμματα που δανείζομαι κατά καιρούς δίχως τόκους και χρεώσεις,
καθώς το χρέος τ’ αφήνω σε αυτούς που εισήγαγαν τα προπατορικά αμαρτήματα
αμαρτάνοντας στις απεικονίσεις της φαντασίας τους για επιπλέον δόσεις.

Με διαδόσεις εικονικών πραγματικοτήτων εκπαιδεύεται ο νους-
Άνευ νοήματος σηματοδοτήσεις κατευθύνουν ελέγχοντας την κίνηση,
όποια κινητικότητα θωπεύεται καθώς πνίγεται σ’ ανέξοδο ρου
και μάλιστα βουλιάζει αναμαλλιασμένη στις αμαρτίες και την οίηση.

Σε αυτά τα πλαίσια ζωής και νόησης οι γλυκές αντάρες γίνονται πίκρες
με στιγμές ειλικρίνειας που και οι κατεργάρηδες λιμπίζονται
και οι βαγαπόντηδες του θυμικού αναμοχλεύουν ακυρώνοντας τις ρήτρες
που οι ελίτ της εξουσίας σβήνουν και γράφουν όπως/όπου κι αν κοιμώνται…

ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Γέμισα φρίκη απ’τα νέα
σταυρωμένοι με πισώπλατα καρφιά
τσιμέντο και σίδερα στα αρχαία
μετάλλαξη ζωής και ζητιανιά
πύρινα τα κρεβάτια
με διάσπαρτα κορμιά
σημαίες στα κατάρτια
άγνωστης προέλευσης πανιά
η γη παντοτινή πατρίδα
μάτωσε σε αδικημένη μάχη
στο χώμα λασπωμένη και μονάχη
πονούσε απ’τα χτυπήματα στη ράχη
ξύδι η θάλασσα πλημμύρισε
τα ψάρια ψόφια στην ακτή
κι όλο το νησί εμύρισε

τη σήψη που’χε βγάλει το καρφί

Τα μαύρα πουλιά

Τα μαύρα πουλιά ακονίζουν
                     τα ράμφη τους στις βουνοκορφές
            σκάβουν με τα νύχια τους τις πεδιάδες

Τα μαύρα πουλιά κοιτάζουν από ψηλά
                                         τις ανυπότακτες πόλεις
πετάνε κρώζοντας στον γαλάζιο ουρανό
                 και εφορμούν σε στόχους ακριβείας
Τα μαύρα πουλιά φορούν
                                          μάσκες χαμογελαστές
                 να κρύβουν το άδειο πρόσωπό τους
τάζουν δημοκρατία στο λαό,
            στο φτωχό ψωμί, στον άνεργο δουλειά

Όμως τα μαύρα πουλιά
                 κρύβουν στα φτερά τους κεραυνούς
                                                  βροντές κι ερείπια
                 κι αίμα πολύ να ρέει στους δρόμους

Τα μαύρα πουλιά πετούν
                               πολύ κοντά στον ουρανό μας
                         τρέφονται με πετρέλαιο και αίμα
τάζουν δημοκρατία και ψωμί
                                  μα φέρνουν φωτιά και πόνο

Έρχονται έρχονται
           τα μαύρα πουλιά των αργυραμοιβών
χώνουν το ράμφος τους
                               βαθιά στο στέρνο της ερήμου
Τα μολύβια τους ξύνουν
                                 οι πληρωμένοι καλαμαράδες
προσαρμόζουν το κούφιο εκμαγείο
                                                       της δημοκρατίας
κι η πέμπτη φάλαγγα των δοσίλογων
       ετοιμάζει εθνικές γιορτές και κόκκινα χαλιά

Τα μαύρα πουλιά έρχονται μες τη νύχτα
                           ξεσκίζουν το σεντόνι της σιωπής
κι η ποίηση ασώματη κεφαλή στριφογυρίζει
                             σαν πυξίδα με το βοριά χαμένο
ερείπια, πτώματα, αίμα
          κέρδος, κέρδος, καίρδος, καίρδως κέρδως
θρυμματισμένα όνειρα, οι στίχοι αιμορραγούν

Αιμοσταγής βρικόλακας είναι η ιστορία
                           κι ετοιμάζει πάλι ματωμένο γάμο

Τα μαύρα πουλιά έρχονται
Μα όταν σφάζουν τα μαχαίρια
                                           η καρδιά κτίζει εκδίκηση
αρχιμάστορες οι νεκροί κι οι μάρτυρες
                                        και πλίνθοι μας οι μνήμες

Τα μαύρα πουλιά έρχονται
μα όσο σφάζουν τα μαχαίρια
                                               το αίμα θεριεύει όρκο
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
                               μα οι Δελφοί στέλνουν χρησμό
«Μάχαιραν έδωκαν μάχαιραν ας λάβουν,
                    ώσπου να γεμίσουν οι κοιλάδες αίμα
                         να κολυμπάει το βόδι ως τη μέση»

Τα μαύρα πουλιά έρχονται
                      μα οι φρυκτωρίες στέλνουν μήνυμα:
        «Ζήτω η αντίσταση, η εξουσία στους λαούς»
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
         μα η ιστορία τους ετοιμάζει ματωμένο γάμο
Πως αλλιώς θα ξεγεννήσει το καινούργιο
              αν στα βουνά δε μοσχοβολάει αντάρτικο;

Την δική μας μοίρα εμείς θα την ορίσουμε 
Η δική μας μοίρα είναι ο ήλιος
                              που σηκώνουμε στην πλάτη μας,
είναι η γεύση της αλμύρας
                                        στην άκρη των χειλιών μας,
κι ένα ηφαίστειο στο στήθος μας
                                                  που βρυχάται έκρηξη
                               να βάλει φωτιά στο πευκοδάσος

Όχι δεν θα περάσουν τα μαύρα πουλιά
        δεν θα φωλιάσουν στα περήφανα βουνά μας
Εδώ μοσχοβολούν λάβα τα ηφαίστεια
                    και το όνειρο που καίει τα σωθικά μας
                          θα γίνει κραυγή να σχίσει τον αέρα
με το ψαλίδι του χελιδονιού
                                               με τη φτερούγα γλάρου
Είμαστε εμείς μια μυρμηγκιά λαού
                                                που χτίζουμε τον κόσμο
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά με ηφαίστεια και λάβα

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν
κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ' ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ' αυτό το σώμα που υπόσχεται…

Γιώργος Γκανέλης, '' Ο σκοπευτής της μνήμης '', εκδ. Στοχαστής, 2013

#1

Εχω μια απίθανη
ανησυχία
Ανικανοποίητο νομίζω λέγεται 
Δεν είμαι αχαριστη 
τον λατρεύω για κάθε αναπνοή που
παίρνω κοντά του 
για κάθε φορά που τα βλέμματα μας
συναντιούνται 
και εγω ανασηκωνομαι για να
ακουμπήσω τα χείλη του.
Τον αγαπώ όσο νιώθω ζωή μέσα μου,
τον θέλω πεισματικά 
τον διεκδικώ ακραία 
τον χρειάζομαι 
με μια ανάγκη παράλογη.
Το βλέμμα του τα ματια του οι
πλάτες τα χείλη και τα χέρια του
ειναι η κατεύθυνση να φτάνω
κοντά του
Η αίσθηση της ανάσας του και η
βαθιά φωνή του που αναγνωρίζω
τυφλά έρχονται να ξυπνήσουν τα
πιο αρχέγονα ένστικτα μου 
Τον ευχαριστώ τόσο βαθιά γιατι
μέχρι πριν τον λατρεψω νόμιζα
οτι ήξερα να αγαπάω
Τωρα ξερω οτι τον περιμένω χωρίς
να με νοιάζει ο χρόνος τον
ονειρευομαι γιατι αυτός μου
γέννησε αυτή την ανάγκη και το
βλέπω οτι κάθε φορά που
αντικρυζω την πλάτη του απλα
περιμένω μέχρι να γυρίσει πάλι
τα ματια του σε μένα 
αυτα τα ματια μαύρη θάλασσα.

Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή (Μέρος Β')

I
Μικρά στενάχωρα κλουβιά
φοράμε σαν ξυπνάμε
κι αμήχανα κοιτάμε γύρω μας.

Ένα μικρό συρτάκι
από γυαλί φιμέ
πνίγει καλημέρες και μισόλογα.

Ύφος βλοσηρό και κουρασμένο,
μιας κι απέτυχε ξανά
κάθε προσπάθεια επαφής.
Αυτό μένει,
κι αντικρίζει ο διπλανός μας.

Κι όσο περνούν οι μέρες,
τη συνηθίζουμε τη μοναξιά,
και γίνεται ο φίλος
που δεν διαλέξαμε ποτέ.

Εμείς κι αυτός μονάχα,
στον κόσμο τούτο.
Κι οι άνθρωποι,
απλώς περνάνε δίπλα μας,
πνιγμένοι όπως εμείς
στης αποξένωσης τη θλίψη,
στου φόβου το δηλητήριο.

II
Φεύγει τρεχάτα ο καιρός
κι ακολουθούν από κοντά
σύνεση, λογική και ψυχραιμία.
Κι αφήνουν σύνεργα,
 θραύστη και  κόπτη,
στη θήκη τους δεμένα.

Και πώς να τρέξεις ύστερα,
ανάλαφρα κι ήρεμα,
και να μηνύσεις στους υπόλοιπους:
«Κοίταξε με,
τα κατάφερα,
και λεύτερος βαδίζω!
Μπορείς κι εσύ!
Θα βοηθήσω όπως μπορώ.»

Γιατί το δυσκολότερο
σαν είσαι φυλακή,
δεν είναι να βρεις
της διαφυγής τα εργαλεία,
μα πάνω σου να τα χεις
κι η χρήση τους να ξεχαστεί.

Τότε κι αυτά,
βαρίδια γίνονται
και σε τραβάνε πιο βαθειά
στον βούρκο,


Τρίτη

Μια μοίρα, δύο, τρεις…
Γυρίζω αργά και είσαι εκεί.
Ρίχνω δεύτερο βλέμμα,
κενό, ντουβάρια παγωμένα.
Μου λείπει η συντροφιά σου
κι η πάντα ανοιχτή αγκαλιά σου.
Μου λείπουν οι αναμνήσεις
που δεν πρόλαβες ν’ αφήσεις.
Δε θυμώνω μαζί σου,
δεν ήταν ηθελημένη η φυγή σου.
Και δε θέλω άλλο να λυπάμαι
και τη συνέχεια μου να φοβάμαι…
Σου γυρνάω πάλι πλάτη,
και με σκέψη όχι άλλη,
μα είσαι πίσω και πάω μπροστά,
ήσουν η αρχή για να πάω μακριά…

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Την Άνοιξη ανθοφορούν όλες οι αγάπες
Τέτοια είναι η φύση των πραγμάτων
Μα ποιος και ποια την τύχη θα χει
Φθινόπωρο ν’ αγαπηθεί
Μέσα στο δάκρυ της βροχής
Και της γυμνής ελπίδας
Που δεν την κρύβουν
Οι απάτες των καιρών
Κάτω από φύλλα πράσινα
Και
Από θροές της συγκυρίας της ανάγκης
Τέτοια αγάπη
Αληθινή
Ζηλεύει η ψυχή μου
Πίσω από ένα νοτισμένο τζάμι
Κάπου
σε έναν έρημο από τυχοδιώκτες δρόμο
Τυλιγμένη σ’ ένα
Προσμονής γαληνεμένης σούρουπο
Με λίγη ομίχλη πάνω στα δημόσια φώτα
Κι αυτή
Σαν οπτασία
Από μέσα να προβάλλει

Στου Φθινοπώρου το ψυχόκαρδο ταξίδι.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ    

Να μη μου πεις,
«ο ποιητής που κρύβεις μέσα σου πεθαίνει»
γιατί μπορεί να φοβηθείς,
αν δεις,
πως ό,τι εμάς τους δύο δένει
είναι μονάχα ο ποιητής.

Σπονδή στο θέρος

Ήταν ένα σύννεφο αχνό στην γυάλα της δύσης
Ένα χέρι που αγγελοκρούει το πέτρινο σήμαντρο
Κάτω στον κάμπο και χάνεται
Τα κορίτσια που ερωτεύονται κατάφορτες αγριαπιδιές
Στης μέρας το ζεστό κόρφο και μελένια γίνονται φωτάκια
Σε παραθαλάσσια κέντρα
Οι μικρές Παναγίες των ακτών με τα διάφανα δάχτυλα
Δεν ήταν μύθος που υποβόσκει
Ήταν το Θέρος το φεγγερό ...

Ήταν δροσιά αρμύρα φρεσκάδα
Πέπλα γαλαζοπράσινα που ο ζέφυρος ερωτεύεται
Κορμιά που πάλλονται λέξη που αποκρίνεται
Ήταν η μέθη η παραζάλη και το άγος
Το κρυφό μονοπάτι που σε αρνήθηκα
Και μετά σε απόκτησα για να σε ανακαλώ
Δεν ήταν τα βρύα που στην πέτρα σκοντάφτουν
Ήταν η θάλασσα η γλυκοφιλούσα...

Ήταν το γιασεμί το φτερούγισμα των γλάρων η μυρωδιά
Του κίτρου
Το ανάχωμα που εντός του βρήκε η κόρη το χρυσό περιδέραιο
Του Ιουλίου
Η σπονδή που στον δικό του Θεό κατέθεσε
Το μικρό ναυτόπουλο
Στου άλμπατρος τη φτερούγα ένα ανέμισμα φωτιάς
Το οχυρό της σμέρνας που σπαράσσεται απ' το κύμα
Δεν ήταν οι άνυδρες συκιές και το κρυφομίλημα στον καθρέφτη
Ήταν το Θέρος το ποθητό...

Ήταν τα βράχια που λαξεύονται απ' τον άνεμο
Η χρυσή πλεξίδα που έχασε η αδερφή μες στα δίχτυα του χρόνου
Το θαμπό μανουάλι το θησαύρισμα της γης και το τρίποδο του ήλιου
Τα κρινάκια που σπλαχνίστηκαν τη μοναξιά μας
Και αργά βημάτισαν
Δεν ήταν η αργυρή αστραπή στην οπλή του Κένταυρου
Ήταν η άμμος η πολυσυλλεκτική...

Ήταν το κλεφτοφάναρο κι οι πυγολαμπίδες
Στο μέτωπο του Αυγούστου
Η πέτρα η στιλπνή που θυμίαζε το φεγγαρόφωτο
Ήταν οι όρκοι που πατήθηκαν και ποτέ δεν ξεστόμισες
Το πτερύγιο του δελφινιού που γαλάνιζε πλάι στην μπλε σημαδούρα
Το κοχύλι που σε οδήγησε στα άχρονα πάθη
Κι η γιρλάντα του βασιλικού
Δεν ήταν η επιγραφή που το νύχι αφήνει στον πάγο
Ήταν το Θέρος το αργοσάλευτο...

Ήταν το πανέρι κι η γαλαζόπετρα που απ' την θάλασσα ανεβάσαμε
Μιαν νύχτα αστρόφεγγη για προσκεφάλι
Τα παιδιά που μάτισαν και συναρμολόγησαν τραγουδώντας
Τα δυο ημισφαίρια
Η σχισμή που αλαργεύει κι ο πικρός μισεμός
Η μικρή σαλαμάνδρα που αγρυπνά στην καρίνα
Δίπλα στο " έχει ο Θεός"
Δεν ήταν η αμαζόνα με τα χρυσά τα σπιρούνια
Ήταν τα καράβια τα πολυτάξιδα...

Ήταν οι θεριστάδες και το ιδρωμένο μαντήλι
Τα σκίνα που φορτώθηκε ο μικρός αγωγιάτης για στέγη του
Ήταν ο φώσφορος η αυγή κι ο μυχός του αστερία
Πλάι στον αμπελώνα το σούρπωμα
Ήταν ο πετρόμυλος το ψωμί το φιλί κι ο καημός μας
Το λαχούρι που σαν άμφιο σκέπαζε το δάκρυ της στάμνας
Δεν ήταν οι άκανθοι κι οι στερνές προσευχές
Ήταν το Θέρος το αυτοκρατορικό!

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης