η ποίηση στην εποχή της
Θα γελάμε
Θα γελάμε τότε
με ό,τι πιστεύουμε τώρα.
Τα τέρατα που μας πολιορκούν
θα στέκουν κούφια, ανύπαρκτα.
Θα γελάμε με κατανόηση και συμπάθεια
κι η ανωτερότητά μας θα χορεύει
με μια υποψία σκαρφαλωμένη στον ώμο της.
Θα γελάμε με συναίσθηση και χαρά
μα μέχρι τότε θα κλάψουμε.
Θα κλάψουμε να ξεπλύνουμε
και να ξεπλυθούμε
κι άλλοι από τις νυχιές των διπλανών τους
σε τούτο το πηγάδι μέσα στοιβαγμένοι
άλλοι από το ποδοπάτημα των από πάνω τους
άλλοι από μάχες με τέρατα υπαρκτά,
με το αίμα μας θα θρέψουμε
τα ροδοκόκκινα χείλη που θα γελάνε,
θα γελάνε παίρνοντας το αίμα μας πίσω.
Τα γέλια θ’ αντηχούν στους αιώνες
και στους γαλαξίες.
Μα ως τότε ένα νομίζω είναι
που θα μας κρατήσει,
η ευγένεια,
τώρα που όλα διαλύονται
ας ανακαλύψουμε την ευγένειά μας
γιατί χωρίς αυτή δεν είναι
καθόλου σίγουρο το αν κάποτε
θα μπορούμε να γελάμε.
Κι ας πάψουμε να είμαστε αναίτια ευγενικοί.
Αν θέλουμε να είμαστε αληθινά ευγενείς.
Τύχη, πού μ’ έριξες
σαν φύλλο γκρίζος να σαπίζω
το πλαστικό φορώντας,τον καπνό
καταπίνοντας;
Εδώ θα σωριαστούν τα πάντα με πάταγο
και θ’ανεβεί
σκόνη πυκνή και τρόμος.
Τα χρόνια γύρω μου πεσμένα μπρούμητα.
Περνώ.
Βελάζουν οι εφημερίδες.
Λαός ευνούχος που τραυλίζει.
Ο μέγας
νταβατζής ευλογεί.
Κοπάδια υπουργών υπαλλήλων
αλαφιασμένα
στη Βουλή στην TV στα μπαλκόνια.
Οι κουδούνες αχούν στο λαιμό τους.
Θα μπώ να σπάσω κόκκαλα να σπάσω
το κρύσταλλο της αδιαφορίας.Στα γυαλιά
θα βάλω να χορέψει ξυπόλητος
ο μέγας χορογράφος της απάτης
της στρούγκας κλειδοκράτορας
ο άρχων
κυματιστής της πλαστικής σημαίας.
Βουβάσου πλήθος μόρτηδων αργών λιμοκοντόρων.
Θ’ακούσεις τη φωνή την καθαρή
το τίμιο σφυρί στην καμπάνα.
Ερχεται η ώρα
σιμώνουν τα βήματα αργά
στη άσφαλτο γδούπος.
Θα καρφωθεί του πανικού η σφήνα
στα μάτια των νηφάλιων.
Τότε
δε θά’χει δρόμο
για διαπραγματεύσεις
δεν θα μου κατεβάσεις στοιχεία κι αριθμούς
με ράδια και τηλεοράσεις
δεν θα με ρίξεις.
Αν το βαστάς
θα βγάλεις το σακκάκι σου
και θά’ρθεις
σαν άντρες να χτυπηθούμε.
ΟΙ ΕΚΒΙΑΣΤΕΣ
Τότε τίναξαν όλες τις ήττες απο πάνω τους
τσαλαπάτησαν τα χρόνια που σέρνονταν χωρίς γεγονότα
είπαν: αυτό δεν είναι ζωή
και κατέβασαν τους διακόπτες.
Η πόλη παρέλυσε απο διαδηλώσεις.
Πήγαν και βρήκαν αυτούς που δεν ήταν σίγουροι
τους άλλους που βούλιαζαν απο καιρό στ’απόνερα του σπιτιού τους.
Οι νεότεροι δεν ήθελαν και πολλές εξηγήσεις.
Συμφώνησαν οτι πρέπει να γίνουν πλέον εκβιαστές.
Ν’αρχίσουν να θέτουν όρους.
Τα μάτια του μάγου
Είσαι στα χάη προσκεκλημένος
με την παντιέρα σου λιτή
με τις πατούσες σου γεμάτες ψηφίδες
αρκείσαι στους δρόμους του κέντρου
νότες στις διαχωριστικές γραμμές
πεντάγραμμο βίας
καυτός σαν κάρβουνο
αναμμένος στον άνεμο
φεύγεις και ανάβεις φωτιές
στις ξέρες των ματιών
Αχ έρωτα πιάσε ένα αστέρι,
φώτισε τα σκοτεινά σου λόγια
αφού στα σπάργανα μιας νύχτας,
στο έλεος των αστεριών
γυρίζεις την άποψη σου για μένα.
Αύριο πάλι εικόνα θα κοιτάς
να αρπάξεις απ’ τα λιβάδια
της πόλης
με τα μάτια του μάγου να σε κοιτούν
Κυριάκης Βασίλης
http://www.youtube.com/albarouak
Μάρτυρας
Φεγγάρι, ολόγιομο
πάνω απ’ την κληματαριά
ανταύγειες ασημένιες
που κάνουν τις ρόγες
διάφανες
σαν το αυγό του φιδιού
και εσύ
ο σπόρος που έμεινε
κλεισμένος
και δένδρο ποτέ
δεν θα γενεί.
Υπάρχεις
αλλά δεν ζεις,
βλέπεις
αλλά δεν ακούς,
εμάς τους διχασμένους
που ούτε ακούμε
ούτε βλέπουμε
το βλέμμα των εφήβων
που με χρυσές ακτίνες
χτίζει αλλού
τα όνειρα για το μέλλον!
Ο τόπος μας
πανάρχαια ευλογημένος
λερώνεται με αίμα
μικρών ελαφιών
που η γνωστή –άγνωστη
ύαινα
σκίζει αδιάφορα
σαν ποταπός βρυκόλακας
που ακόμα δεν αποφάσισε
να παλέψει
το σκοτάδι μέσα του!
Πού το σκοτάδι;
σφαίρα το τρυπά!
στοχεύει τον ήλιο
ματιών ονειροπόλων,
ξοφλάει το δάνειο
για ελπίδα και για φως,
για αξίες και αρχές
που πάντα έδινε η Ελλάδα!
μα τι μπελάς,
αυτά τα μικρά παιδιά
να μην ξεχνούν
τη φωτιά του Προμηθέα!
Δεν θέλω μέλλον και ναρκωτικές ελπίδες
τώρα
να σκάσουν τώρα οι μπόμπες στα κρανία
η γλυκιά
μάνα φωτιά να καταφάει τα κουρέλια τον
φυματικόν αέρα τα γυαλιστερά
αυτοκίνητα
τώρα
το φοβερό νερό να παρασύρει
τούτη τη χώρα προς τη θάλασσα.
Λαμπιόνια αναβοσβήνουν πλήκτρα
ακούγονται
οι έφηβες λέξεις μαραθήκαν
απο τα στόματα των ανθρώπων
βγαίνουνε μόνο κέρματα φυσαλίδες αριθμοί.
Δωμάτια διάδρομοι πάλι δωμάτια γραφεία
φως που μυρίζει φορμόλη.
Χόρτασα λόγια κι άλλα λόγια
συσκέψεις εισηγήσεις αυτοκριτικές
οι μεγάλοι ηγέτες που σήμερα χειροκροτούμε κι αύριο θ’αναθεματίζουμε χόρτασα.
Θέλω να δω την πτώση των μεγάλων κρατών
ισοπεδωμένα τα γιγάντια εργοστάσια όπλων.
Ωρα μεγάλη που θα
μουδιάσει το χαμόγελο στα χείλη των εμπόρων
θα φανούν οι σκελετοί των μεγάλων σπιτιών οι πισίνες
θα ξεραθούν
οι δρόμοι πάλι θα γεμίσουν σιωπηλούς
εκατομμύρια σιωπηλούς
σαν έκρηξη.
Πόλεμος,
ναι Σκοτεινέ
πατήρ πάντων πόλεμος.
Κάθε μέρα #2
Αλείφουν τις πόλεις με ατσάλι
και δεν μιλάς αναθεματισμένη συνείδηση
ενθύμιο από ιστορίες το μετέωρο βήμα της επιλογής .
όμως δεν φοβάμαι
κοιτά μόνο κλαιω
ακουμπώντας
στα μουχλιασμένα περβάζια της ανατολής
άκουω τη γη που ζει
χορεύει στον χτύπο της βροχής
νιώθω εξιλεωμένος
άθεος αθάνατος
ο χρόνος πρέζα ,
ψάχνουν να τον βρουν.
τα παιδιά απ’ τις πόρτες
μαζεύω τις λέξεις από την άσφαλτο
τρέχω στις τέχνες των τοίχων
φωτιά στο ποτήρι
ένα τσιγάρο γεμάτο ιδέες
κι εσύ καρδιά μου
βαδίζεις με τα άγρια πιάνα
στην γη του αχαλίνωτου κέρδους
εξέγερση οι ανάγκες που έρχονται
Άνεργο...
Στης καλημέρας τις χορδές
ζεϊμπέκικο χορεύει το μίσος
άνεργο συναίσθημα
στην αλητεία δεδομένο
τα χέρια στα πετάλια
τα πόδια στο τιμόνι
θεέ μου πόσες εικόνες
στις μέρες της πτώσης σου
ο δρόμος γεμάτος σκουπίδια
και η ζωή σε θόρυβο
τη σιωπή σέρνει
πιασμένη από τις φλέβες σου
τα μάτια σου κοιτούν τον μαύρο ήλιο
η καυτή φλόγα
τα κύτταρα της αμνησίας καιει
τα ψηλά γκρίζα κτήρια
και εσύ στη μέση του δευτερολέπτου
μαύρη φιγούρα με κόκκινα μάτια
στο ‘να χέρι το μολύβι στ’ άλλο η ηδονή
Το θυμικό της εξέγερσης
Η οργή φοριέται πολύ
στις μέρες μας.
La colère est très
en vo
-a-
gue
de
nos
jours.
Anger is very fashion
able
nowadays.
st
Ang…………………….……er
uish
Είναι σκοτεινό το αίτημα,
δεν ανατέλλει ακόμη
η χαραυγή ετούτη
θ’ αργήσει να ’ρθει…
Ξαποσταίνει στ’ αποκαΐδια ενός καμμένου ελάτου.
Στου κύκλου ετούτου τα γυρίσματα
καιρό πολύ σκοπεύει να
στρο
vie
λιστεί
Πριν μας χαρίσει το ζεστό της χρώμα.
Ο χρόνος περιμένει,
είναι καρτερικός,
αέναος…
η μεγαλοθυμία του,
θυμός μας.
Εκείνη τη νύχτα
σκοτείνιασε η πλάση ετούτη…
πριν φωτιστεί ξανά,
την χαραυγή,
από ανυπάκουα χέρια
που σπείρανε φωτιές
θερίζοντας
εξεγέρσεις
συντρίμμια
σωριάζονται
της Νέας Εποχής
οι ψεύτικοι Ναοί.
Εκλείψανε οι ιερείς,
που σπεύδουν στους βωμούς,
κι είν’ οι θυσίες τους
δικές μας.
η μόνη θεμιτή ιδιο – κτησία
άφθαρτη από το θυμικό του Χρόνου…
Μην μας ζητάτε πια επευφημίες !
Στέρεψε η πίστη μας,
απόκαμε
στην έρημο την αχανή
μιας σταγόνας
ο ασκιανός
αγκομαχεί,
θρηνώντας
για
την
πλάση.
Μες την βουή
των πόλεων
αντηχούν,
ανήμποροι,
οι ψίθυροι
του μέλλοντός μας
επωάζουν τ’ αυγά τους
οι σκοτεινές δυνάμεις
θριαμβεύουν !
Θα ‘ναι μακρύς ο
δρόμος,
σου λέω…
(γράμμα)
Όλα αυτά
και άλλα πολλά
με φιλιά πολλά.
Φιλίπ Μορτάλες
ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Που κυβερνάς
Σπλάχνα, ψυχή
Και πνεύμα
Διώξε τα
Νομίσματα
Που εφύτρωσαν
Σαν λέλουδα
Του κάμπου
Μες στης ψυχής
Τα άγρια βουνά
Μια βρεγμένη
Νύχτα.
Π – 12
ΣΤΥΒΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
Ψάχνοντας να βρω δομή
Στην ποίησή μου.
Όταν τη βρήκα
Με βρήκαν κάτι αλήτες
Και μού ‘σπασαν τα φρένα.
Σκουλήκια, έρχεται
Η εξουσία
Των πουλιών.
Ταυτότητα
και με ξεπλένει
Νεογέννητος βγαίνω
μέσα απ’ τις στάχτες
του δεύτερου θανάτου
Σαν κάποιος
που ξεκαθάρισε
με τον εφτάψυχο Μινώταυρο
και νάτος πάλι
ο εμπαίχτης βασιλιάς
πλανόδιου θιάσου
Κομμάτια
πίσω μια κομματική ταυτότητα
Κατηφορίζει
τις αγγελίες εφημερίδας
Νεοϋορκέζικης πολυκατοικίας
ανηφορίζει τα πατώματα
Στέκεται στο ανατολικό διαμέρισμα
που έχει θέα θεό τον Χούδσωνα
Κραδαίνει από ψηλά
το επίπονα επίτομο
ογκώδες λεξικό του Ελευθερουδάκη
και της Ελευθερίας
κλείνοντας το μάτι
το στέλνει να κατρακυλήσει
φαρδύ πλατύ στον ποταμό
που ορμητικός βγαίνει στον Ωκεανό
και το μοσχοπουλά στα ψάρια
Πρόλαβα και διέσωσα μια χούφτα λέξεις
που τις φόρεσα κατάσαρκα
Λέξεις
που τα πουλιά να τις καλούνε
άκουγα στον ύπνο μου
και εκείνη την κλητική προσφώνηση:
«Σύντροφοι…»
που άλλοτε
αν και με παρρησία μαρμάρωνε
τις καπνισμένες αίθουσες
παρωθούσε
σταχτοθήκες να κοιτούν λοξά
Για την οποία τρέφω
σχέδια
αποπροσανατολιστικά
περίπλοκα
Μα τι πιο απλό
τι λέω
παρά στα
εξ ων
συνετέθη να τη διαμελίσω
Σ - ίγμα
Σςς σέγα
ξυπνάς το κρυολογημένο σέλας
ρουφώντας τη μύτη
ονειρεύεται
σε λευκά χνάρια από ελλειπτικές
σπιράλ διαδρομές ουράνιας προπέλας
Σελίς
με τι φροντίδα
σου γδέρνουν την επιδερμίδα
πένες μαινόμενες κοινωφελείς…
ζηλεύουν το ίχνος
που χαράζει το μπλε γάλα
ρυάκι αφρώδες εκβάλλει
σε κοιλάδα
όπου ανθίζουν δάκρυα
καλπάζουν αναφιλητά
ευγενούς κοπέλας
από πανούργο εραστή
εγκυμονούσα κι εγκαταλειμμένη
παραπαίει
σ’ αγαπώ [σ]πάω να συλλαβίσω
κρατάτε με
καλοί μου φίλοι επαναστατώ
δε μπορώ άλλο
το βλέμμα το θανατερό
που της στέλνουν διψασμένοι
χίλιοι ζόμπυ
Ναζωραίοι
εν χορώ
ύ - ψιλον
Και το φτυαρίζω του Βουκεφάλα
που στις μέρες μας
δε βρίσκει αναβάτη
ν - ι
Νίκο,
δεν βρίσκω τίποτα παντοτινά
κανονικό για σένα
τ - αφ
Tough shit
Ταυρομάχος γίνε της ωρυόμενης κότας
ρ - ο
Και μου ’ρχεται να ουρήσω
Ροές των άστρων παρασταθείτε μου
ο - μικρον
Ένα διάφραγμα χαρίζω δις
στην άγνωστη φεμινίστρια
φ - ι
Αυτό του γραμματικού Θεόδωρου
Να το ποτίσει
[λαγήνι] δέντρο να γίνει
οι
Μόν’ η δίφθογγος όμικρον ιώτα
ας μη χωρίσει
και με κουμπάρο αλήτη
ας γίνει βέρα
όσων δίγαμοι
αγαπούνε κι ο[κ]νει .. ρεύονται
Το αμάρτημα του πατρός μου
Πού έφταιξα πατέρα
και με φόρτωσες πενταετή
με τόσες ματωμένες σου αναμνήσεις;
Μέρες του ’63
προμηνύανε μιας χούντας τα μαντρώματα
κι εσύ δεν είσαι πλέον καπετάνιος στα βουνά
και στα λαγκάδια με τον Άρη
Όσο για τη Μακρόνησο
την λεν Long Island!
But father thanks
Στο κέντρο του κόσμου
– ω, Νέα Υόρκη –
όπου μ’ έστειλες να μορφωθώ
σ’ αυτούς
που δώσαμε του Προμηθέα το φως
και μας επέστρεψαν μια λάμπα
της σκέψης άγγιξα τα λάφυρα
κι αφού χλεύασα
τις βεβαιότητες των πολλών
τους νόμους αφουγκράστηκα
των αναλογιών
σπούδασα
την αμεριμνησία
αλληθώρισα
στη δυσκαμψία
χαμογέλασα
στη μαλακία
σήκωσα
ψηλά τα χέρια στη βλακεία
κι όσο πιο ευφάνταστα γινόταν
γνώρισα το κάλλος το εκρηκτικό
αλλά και τον Calas τον αναρχικό
δίχως του τάδε γλείφτη
τα εκ μέρους
και του δείνα
Εδώ να δούμε τι θα δούμε
στην ημετέρα
μπανανία που επέστρεψα
το motto καλά ΚΡΑΣΙΆ κρατεί ακόμα
Κ.Δ.Ω.Α
«Κτηνώδης Δύναμη,
Ωγκώδης Άγνοια»
Κι ότι αρπάξει η βήτα όψη τους
άδει κατά πόδας ο χορός
Τι λέμε τώρα…
Active Member
πάντα θα το σκάνε τα πουλιά..»
Φώναξε
κατηφορίζοντας με δρασκελιές
απ’ την κορφή του όρους
σε τροχιά σύγκρουσης άνευ ορίων
με τους πλατύποδες της πεδιάδας
ανακρίνοντας τα μάτια τους
στο φως μιας δάδας
βουτώντας μέσα στις καρδιές
ρωτώντας με δάκρυα:
«Ελλάδα,
που ανθίζεις ξεροσφύρι
αγκάθι πίσω απ’ τις γραμμές
ανάμεσα στις νότες
παλίμψηστο
από
διπλοπαρκαρισμένα
ψεύδη
Πατρίδα,
αξίζει πάντα να πληρώνεις
να δεις το τέλος της
παρτίδας;
Ασφαλίζεται
η ανικανότητα;
Επιβραβεύεται
η δολιότητα;
Η μπαμπάκιας
ο μαμάκιας,
η ύαινα και τ’ άλλα παιδιά;»
Ελέω διαδικτύου
η Φαντασία
σε νοσηρές διαδρομές
παραδίδει
το μέλλον των γυναικών
εις μέλος Μινωταύρου
Αφού τους ιπτάμενους Ολλανδούς
αντικατέστησαν ψηφοφόροι ιπτάμενοι
τι κι αν επαίρονται πως πάτησαν στον Άρη
Μόνο το σημείωμα κάτω απ’ το βράχο
θα λύσει το μακάβριο γρίφο.
Τη μπαναλιτέ αγάπησες πολύ και
φόρτωσες στ’ όνειρο
να κυνηγάει το θαύμα
Ξοπίσω σου
η συμμορία των βακτηρίων
διαδηλώνει σε στάση λωτού.
Καμιά σχέση
με τους νοσταλγούς των θρόνων.
Το γάρ πολύ της θλίψεως
γεννά κακές συγκρίσεις.
Γδυθήκαμε να δούμε ποιοι είμαστε
στον ποπ ήχο ενός φελλού σαμπάνιας
«Τι πρέπει να κάνουμε
στη συνέχεια, δάσκαλε;»
«Μα εγώ νόμιζα πως εσείς
ήσασταν οι δάσκαλοι»
Ο ΒΑΛΤΟΣ
Ότι αγαπώ είναι πάνω του.
Γίνομαι Χριστός.
Περπατώ στην επιφάνεια, αν μπορώ
Μην εναποθέσω το βάρος του σώματός μου,
Πάνω του.
Εκεί είναι η παγίδα.
Θα 'μαι ανάσα πουλιού,
Βλέμμα μωρού παιδιού και σώμα σε έκσταση.
Όπως ήμουν όταν τον γνώρισα.
Έτσι θα 'μαι και τώρα που τον κατέχτησα.
Αγαπώ την ελευθερία του
Μένω μακριά όταν βουλιάζει λίγο
Ξέρει μόνος του να σωθεί.
Αν αλλάξω τα υλικά του,θα χάσει την ισορροπία του,
Ακόμα και αν αντικαταστήσω το σίδερο με φύλλα χρυσού.
Δεν θα κλείσω τις ρωγμές στο σώμα και την ψυχή του.
Θα ‘ναι σαν πληγή καλυμμένη που έχει γίνει σήψη από κάτω.
Άστες ανοικτές. Θα πονάνε.
Κάθε μορφασμός πόνου είναι βήμα ζωής.
Θα φύγω όταν το βλέμμα μου θολώσει από το δάκρυ.
Μην ξεγελαστώ.
Ποτέ το άγγιγμά μας δεν θα ΄ναι το ίδιο.
Αμείλικτα ειλικρινής
Άστεγος, με ψυχή διωγμένη
Σε άψαχτο ύψος εναέριας σπηλιάς.
Η δόξα αλύτρωτη,
Εξαιτίας καθημερινών ένοχων κινήσεων
Που αντικαθιστούν την πραγματική ευτυχία,
Ξεσκεπάζεται την νύχτα,
Με μορφή γυμνού λείου κορμιού και κλαίει.
Η κίνηση μιας βλεφαρίδας,
Είναι ο χρόνος που χρειάζομαι,
Για να λατρέψω την ζωή μου,
Ή
Να την καταστρέψω για πάντα.
Η γενοκτονία
στον κήπο μου
Σιδερόφρακτοι καβαλάρηδες
θέρισαν τις μαργαρίτες
Ξάπλωσαν στο χώμα άλικα αιδοία,
οι ακρωτηριασμένες παπαρούνες
Γαντζώθηκαν της τριανταφυλλιάς τα νύχια
στ’ άρματα,
ουρλιάζοντας αντίσταση
Όμως κουρεύτηκε η κόμη της αταξίας
χτενίστηκαν τα δέντρα
Ο χλοοτάπητας ευθυγραμμίστηκε
Σαν μπάλα του μπιλιάρδου
κυλάει πλέον η ματιά
Γλιστράει στην πρασινάδα
αδιάφορα
Τρόμαξαν τα πουλιά,
Δραπέτευσαν τα έντομα
για βρώμικους παραδείσους
Μαράθηκε και ο έρωτας
στην ανία της ομοιομορφίας
Κυρίαρχη τώρα η καθάρια απουσία
Απερίσπαστοι οι περίπατοι
Πίνεται σε μεγάλες γουλιές,
άκρατη η μοναξιά
Και η άνοιξη έγινε μονόχρωμη
ανάμνηση
Η άνοιξη είναι πλέον μια ειρωνεία
Από το διπλανό οικόπεδο, μας χλευάζει
Σκορπώντας χρώματα και αρώματα
Κάθε ηλιοβασίλεμα κροταλίζω
το μαστίγιο της αυτοκριτικής
Ωστόσο στο καμαράκι
του κήπου μου φυλάω υποκριτικά
τα κοφτερά μαχαίρια
για την καινούργια άνοιξη
Ας μην το κρύβουμε
Είμαστε αμετανόητοι δολοφόνοι
Θυσιάζουμε ανενδοίαστα την ομορφιά
Στον βωμό της τάξης
Αμετανόητος Προμηθέας
Περιπολούσε το ολόγιομο φεγγάρι
Όταν ξαφνικά ένοιωσα την απουσία του
Έλειπε και πάλι το συκώτι μου
Επιταχύνθηκε η μαρμαρυγή των αστεριών
Θόλωσε το φεγγάρι
Καθώς πλήρωνα με τα σπλάχνα μου
το τίμημα
Ύβρις μου η αμφισβήτηση της τάξης
του ουρανού
Η φωτιά που ελευθέρωσα, πυρπόλησε τα νέφη
Ανατράπηκαν οι προαιώνιες ισορροπίες
Καθώς φωτίστηκε το σκοτάδι της αμάθειας
Με την ηδονή της προσφοράς βάλσαμο
στα σωθικά μου
Άφησα το φεγγάρι αιχμάλωτο
στην τροχιά του
Να μετράει τους κύκλους
της αέναης ακινησίας του,
Και με το βάρος της έλλειψης
στα σωθικά μου,
αφέθηκα στην αγκαλιά του μορφέα
Φυγάδευσα τον Ενεστώτα στον Αόριστο
Καβάλησα το παιδικό μου ποδήλατο
Και δραπέτευσα στις γειτονιές των παιδιών
Ώσπου στο καλντερίμι του ουρανού
Άκουσα τον ασύμμετρο καλπασμό
των αλόγων του Φαέθοντα
Και κάπου στο βάθος αφουγκράστηκα
τον αμείλικτο κεραυνό του Δία
Να επαναφέρει στην πορεία του
το εξοστρακισμένο άρμα του Ήλιου
Όλα πια, στη θέση τους
Κι εγώ αρτιμελής αλλά αμετανόητος
Προμηθέας
έστησα τον πάγκο μου στην αγορά,
για να προσφέρω και πάλι
το αναγεννημένο συκώτι μου
προσάναμμα στην πυρπόληση
της νέας τάξης των θεών
Οι Ονειρολάγνοι
Τα νυχτόβια πλάσματα
Οι Δράκοι και οι άγγελοι
Οι κένταυροι και οι γοργόνες
Οι Μέδουσες και Ερινύες
Τρίζουν τα όνειρα,
Αναδομείται ο χωρόχρονος
της φαντασίας μας
Σφαδάζει το κορμί, στριφογυρίζει,
διαλύεται
Εναέριες πτήσεις
Φωνές και πόθοι σαρκοβόροι
Απωθημένοι στο δισάκι του
ασυνείδητου
Μεταμφιεσμένοι οι έρωτες
της μέρας
που τρύγησαν τα χτυποκάρδια μας
Φουσκώνουν τους αδένες
οι εκρηκτικές ονειρώξεις
Και ξυπνάμε το πρωί
μέσα στις ενοχές μας
Κρύβουμε στην αθέατη όψη μας
Το άλλο πρόσωπο του Ιανού
Ξεπλένουμε, βιαστικά τα ίχνη
των ανομολόγητων πόθων μας
Και βγαίνουμε στον ήλιο
της καθημερινότητας
Κρυφοκοιτάζοντας με προσμονή
τη δύση του
Ας μην το κρύβουμε
Διψάμε
Για νύχτες, γεμάτες όνειρα,
ουράνιες πτήσεις και λαγνεία
Είμαστε,
σεμνοί ιπτάμενοι ονειρολάγνοι
Σύσταση συμμετοχής
τακτικές διαίρεσης του δυναμικού πολλαπλάσιου
ενεργειακού πεδίου που επικίνδυνα σταθερά
διογκώνεται απειλώντας τον χωροχρόνο
ωφελείας εκείνων που επίμονα ευελπιστούν
προς εγκαθίδρυση και διατήρηση βασιλείας
αλλότριας προς την ονειρική σου πραγμάτωση
αέναα διατηρώντας ηνία ελέγχου εθισμένοι…
Πιάσε το τώρα αυτό κι άπλωσε το με τα δικά σου χρώματα
στον καμβά του μυαλού σου και παίξε μαζί του
φτιάχνοντας τις δικές σου εικόνες.
Ακολουθεί έκθεση έργων σε δημόσια θέα εκτός τειχών,
τρομοκρατούνται οι κατέχοντες τις γκαλερί του κατεστημένου
ανησυχούν οι εθισμένοι βολεμένοι κριτικοί
το κοινό εκβάλει στο προσκήνιο…
Let's Fucking rock And Fucking roll
Δεν μπορώ άλλο
κι άσε τη στολή του σπουδαίου
δε σου ταιριάζει, δε γεννήθηκες γι’ αυτήν.
Δεν υπάρχεις γι’ αυτήν. Δεν μπορείς να την υπηρετήσεις.
Το ύφασμα του ανθρωπάκου
για σένα υφάνθηκε. Φτηνό, απλό
χαλεπό, εκκολαπτικό, μυθοποιητικό,
πρόχειρο, βασανισμένο, δανεισμένο,
χωρίς στυλ, μύχιο, υφέρπων πολύχρωμες συγκρούσεις
με τους μεταμορφωμένους αγοραστές του
που λέγουν δήθεν πως κι αυτοί απλοί είναι
σαν κι εμάς τους θεατές τους, ίδιοι,
με όνειρα κοντινά, πέρασμα στη γλώσσα την εσώτερη
φθαρμένη από την κριτική της άγνοιας
που θέλησε να τους βγάλει από τους αφανείς
και φωτεινούς σηματοδότες στο σπίτι μας
να συλλαβίζουν μεγαλόπνοα πολιτιστικά μονοπάτια
ιδιότυπα, λαϊκίζοντα γυμνά, χυδαΐζοντα ερωτισμό έντασης
κι όχι υπόθεσης, δραματουργίας,
οι μισοθαμμένες φιγούρες του απόγειου
του πολιτισμού του όλα ή τίποτα
που γύρισε στο τίποτα, από εκεί όπου ξεκίνησε.
Καιροσκόποι, δημόσια θεάματα εσείς
κι εμείς, στο ιμάτιό μας
να το διαρρηγνύουμε όπως μας έμαθε
φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Βουλιαγμένο κενό, χαλασμένη τροφή
Χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση. Μίσος.
Ρήγμα μεθοδευμένο. Στις σχέσεις των ανθρώπων.
Οι γειτονιές πέθαναν. Μόνοι μας απομείναμε.
Μόνοι μας τριγυρίζουμε. Στα κουτιά.
Τηλεόραση. Υπολογιστής. Επικοινωνία με τον εαυτό μας.
Φωτογραφίες, σωρό από πληροφορίες και τίποτα.
Χαζέψαμε από όλα και ξεχάσαμε το χέρι ο ένας
να ακουμπά του άλλου
σε μια βόλτα αγκαλιά και να κοιτάς τον ουρανό
με το κεφάλι σου γερμένο στον ώμο.
Μηνύματα, κι άλλα μηνύματα. Τηλέφωνα σταθερά, κινητά.
Συνέχεια.
Μα, τι λέτε σ’ όλα αυτά; Ανούσια πράγματα. Αστειότητες.
Που θα πας; Τι θα κάνεις; Είδες στην τηλεόραση…;
Μπήκες στο site…; Έλεος.
Η ζωή μας ζωή άλλων και τα ενδιαφέροντα
ενδιαφέροντα άλλων. Η δημιουργία, κι αυτή άλλων.
Κι εμείς ο κυκεώνας του τίποτα. Κενό. Μαύρο σύννεφο.
Στον ωκεανό της αχρηστίας. Στο βάραθρο του ανυποψίαστου.
Όλα είναι για το καλό και όλα για το κακό.
Ο χαρακτήρας που τα δοκιμάζει αλλάζει.
Η μορφή μας τετραγωνίστηκε. Έφυγαν οι καμπύλες.
Λυπάμαι. Στο τιμόνι σε παρασύρει η ταχύτητα.
Στην οθόνη η ακινησία.
Παντού υπάρχει η δικαιολογία.
Νοστιμιά.
Λίγο να βράσει. Μια στιγμή.
Σούπα και να τινάξεις λίγο πιπέρι.
Πρίγκιπας στην άκρη. Σκιώδης. Σακούλα με σκίτσο ελέφαντα.
Σ’ ένα σταθερό σημείο μια προσοχή του χρειάζεται.
Ένα όχι με βάρος πιο μέσα απ’ τα μάτια.
Ασχήμια σ’ ένα δάχτυλο που σπρώχνει πλήκτρα κι εικόνες από λάθη.
Σταλάζουν τα γρήγορα και να που κι αύριο
δεν ήξερα τι είδα χτες, σ’ ένα ξανά και ξανά πάλι τα ίδια φτάνει,
πες ότι γύρισες συμπεριφορά, ότι σε σκούντησε αόρατο δίλημμα
πνευματικό χάρισμα αντίστασης σ’ ό,τι ωθεί τα μπρος στα πίσω,
τα πίσω στα μπροστά,
ένα εκτελεσμένο μισοκαμένο νεανικό αντίο, στα λόγια
ζήτα ό,τι σου δίνουνε είναι το ρητό αλλά μην τ’ ακούς.
Δώσε ό,τι σου ζητάνε λένε άλλοι,
όποιο απ’ τα δύο με κίνδυνο να’ χεις γεράσει πριν γεράσεις.
Μετέωρος βήμα στο βήμα, μονόχρωμος.
Τα απαραίτητα τα κρατάς μόλις γεννήθηκες.
Τα υπόλοιπα, εορτολόγια, θυσίες περιττά.
Φρίκη στα καζάνια. Ντροπή. Λίγο ακόμα και θα τους πίστευα.
Οικονομικός φρενήρης ρυθμός…
Στάσου για να καταλάβω. Φταίει η ψυχή του ανθρώπου;
Φταίει. Οι απόψεις του αλλάζουν; Όλα αλλάζουν…
Κάτι για να κρατηθώ;
Μόνο η τέχνη. Καλή τύχη.
Στα ερείπια ψάχνεις λέξεις να σε βγάλουν απ’ την αφάνεια.
Μικρές νομάδες από έννοιες έντονης ώχρας.
Θόρυβος από πουλιά του διωγμού. Δύο όψεις. Σαν το κέρμα.
Όσο και να το ρίξεις θα σε ξεγελά.
Γελασμένος σ’ ένα μικρό δυάρι, κουρασμένος.
Ξεφύλλισμα από χίλιες σελίδες χαρτί από μελάνι.
Πολύχρωμες εικόνες.
Λιακάδα απ’ τον πλούτο της εσωτερικής γαλήνης.
Οι τύψεις για συμμετοχή. Ενοχές για ανοχή.
Δεν τελειώνει ποτέ η διαφορά μας. Συνεχίζεται.
γέμισα από κόσμο, από ψυχές
από στρώματα, σεντόνια και γραμμάτια.
Από αποτσίγαρα, κάγκελα και τσιμεντένιες πλάκες.
Γέμισα από τρένα, λεωφορεία και σταθμούς.
Από ταμπέλες, γράμματα και νόμους. Από καπνισμένα
φορέματα, από δειλά χρώματα, από στριμμένες συμπεριφορές.
Γέμισα από ανάγκες, αντιρρήσεις και ευχές. Από επιθυμίες,
Γνώμες και τριβές. Γέμισα από φανάρια, τσίγκους,
πλυμένα αλουμίνια, φλογερούς πυλώνες, αντλίες νόησης.
Γέμισα από φρεσκοβαμμένα παγκάκια, από αινίγματα,
από ανάρπαστα χαρτάκια κρεμασμένα σε κίτρινα ξύλινα
κουτάκια με δυο μάτια κουκουβάγιες να ρωτούν τι θέλετε;
Γέμισα από ασκούς ευδαιμονίας, από χρωματισμένους
αστυφύλακες, από γυμνούς απόστρατους και στρατευμένους
πολιτικούς, από λυπημένους περαστικούς.
Γέμισα από ένα + ένα, από αφαιρέσεις και διπλούς υπολογισμούς.
Γέμισα από εσάς. Γέμισα από ζωή.
Κουράστηκα.
Θα λείψω για λίγο.
Φεύγω.
ΑΝΗΜΕΡΩΤΟΙ
και άσε το συκώτι της σφίγγας
να περιφέρεται παράτολμα στην αυλή μας
Οι διαλεκτοί συνάδελφοι πρέπει
να βαφτούν στα χρώματα της αρεσκείας μας
χωρίς αντίρρηση
. γιατί μέλλον δεν θα υπάρξει.
Τα έντομα ξέρουν και παραλαμβάνουν
την αλληλογραφία τους
Εμείς όμως όχι
μείναμε ανημέρωτοι απ' την
τελευταία λέξη της μόδας
γι' αυτό άλλωστε φοράμε ακόμα ρούχα.
ΜΠΕ! Ε! Ε!
μπε Ι ε! ε!
με προσπάθεια άρχισα να φωνάζω
η ζωή του προβάτου πονεμένη.
Πρόσεχε τους τρόπους τους το
Βλοσυρό βλέμμα τους
το πονεμένο
μάθε τους και κτίστους
στο κλουβί τους μόνοι
εκεί που τους αρμόζει.
Το χαμόγελό μου τραυλίζει,
στις προσταγές του εγώ μου
που ήρθα και δεν ...
Οι μέρες περνούν
κάθε στιγμή πετραδάκια στη ζωή μας
κτίζουν το θάνατό μας.
Οι νέοι τσαρλατάνοι
από νέους τρανούς σκοπούς
αγοράζουμε μελλοντικές ορέξεις
χορεύοντας σε ρυθμούς γνώριμους και μη.
Καθώς οι νέοι τσαρλατάνοι περιτριγύρισαν
ακούστηκαν φωνές από μέσα
μικρές πάνω, βροντερές βαθιά,
και εμείς ανάμεσα και περίτρανα αλαφιασμένοι
υπομένοντας τα θέλω να αναβλύζουν,
ξύνοντας τις αδιάφορες στιγμές ακόμα.
Μερικά ανύπαρκτα μπορεί
θέλουν να πιρουνιάζουν την κάθε στιγμή μας.
Ξενδιάντροπα ανεχόμαστε
τις κάλπικες ανατάσεις του νου
αναπάντεχα συντριβόμαστε στις βολές των όπλων
ανεξέλενχτα σημαδεμένοι.
Περνούν οι σημαδευτές μέσα από τρύπιες μελωδίες
ακούγοντάς’ τες μόνο τις ώρες τις σιωπής
της σιωπής του υπέρτατου συγχρονισμού,
μετρώντας τόνους αγωνίας
καραδοκούμε ψίχουλα ανέμελου καταυλισμού ψυχής
εξοικονομώντας παρατάσεις χαλαρού βίου.