η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Άγονος τόπος


Άγονος τόπος
κατάντησε η αγάπη μου
νεκρό αποξηραμένο σώμα
έναυσμα μνήμης
αγχόνη του χρόνου
χοάνη
παλιού εκπληκτικού φωτός
Μια στενοχώρια
κατάντησε η λαχτάρα μου
σα να με βαρέθηκε
η αγκαλιά μου
με διώχνει κρύβοντας
τα μάτια της
σ’ άλλες καρδιές
Μουγκή γυναίκα φοβισμένη
αναποφάσιστη η καρδιά μου
περιφέρεται ασκόπως
το ανύπαρκτο ψάχνοντας
το προϋπάρχον
δεν μιλάει
δεν αποκαλύπτεται
κολλάει
σε φύκια κρασιά κόκα κόλες
εστιατόρια
Σπάσαν τα μάτια του θεού μου
μια κοινοτοπία μια ομίχλη
πήραν την εκτυφλωτική του
λάμψη
μια ψευτιά απέστρεψε
το βλέμμα του στο έδαφος
Μια βαρεμάρα
κατάντησε η γλύκα μου
συνήθεια προβλέψιμη ανία
κινήσεις άνετες
επίπλαστη υπερένταση σκιά
παλιού φωτός
απομεινάρι, σκήνωμα.
Έβγαλε νύχια και δόντια
η αγάπη μου
χύνει το δηλητήριο
στη μεγάλη πληγή
ένα τυφλό όρνιο
τρώει το πτώμα μας
Έγινε άλαλη πηγή.

Σε βλέπω από μακριά,

τυλίγεις το μαύρο φουλάρι σου
βιαστικά, τα μαλλιά προσπερνάνε
το πρόσωπο αδιάκριτο, διαμάντια
τα μάτια γυαλίζουν στο υπερπέραν,
χύνουν τοσοδούλικα γαρύφαλλα,
στεφάνια τοσοδούλικων νεκρών.
Μπαίνεις στην πομπή, εκστομίζεις
δεκεμβριανά παραμύθια ανηλίκων
για νεράιδες που σβήνουν στ’απόμακρο,
απόμακρο σκότος της αυγής.
Μεταμορφώνεσαι σε γνώση
που δεν γνώριζες πως έχεις
κι ανάμεσα στον οδυρμό του πλήθους—
ξεδιπλώνεις τα απέραντα χέρια σου
επάνω μου, άγνωστη,
ατρόμητη ενάντια στον κοφτερό
σκόπελο της συνύπαρξης.
Μου θυμίζεις τη θάλασσα,
μια μεγεθυμένη ουτοπία του οικείου
γαλανού που απλώνεται βαθύ
και παγωμένο μέσα μου.
Τινάζεις απ’τα δάχτυλα
δέκα μικρά στιλέτα,
σκίζοντας τη στιγμή αυτή
σε δυο τέλεια κομμάτια.

Είχαν γεμίσει οι δρόμοι
Κάγκελα τρία μέτρα οχυρό
Και δυόμιση χρόνων παιδιά
Γεννημένα το Δεκέμβρη
Γνώριμη η βουή
Είκοσι δύο μέρες
Μια αδυσώπητη βουή που τραγούδι δε λέει να βγάλει
Κλούβες για οδόφραγμα των επίορκων σκυλιών
Αποκλεισμένοι εμείς
Γιατί ήμασταν απελπισμένοι κι επικίνδυνοι
Μια βόμβα δυνατή
Κρότος και κλάμα
Κάνει δυο βήματα το πλήθος προς τους βομβαρδιστές
Να τους αρπάξει
Μα ρίχνουν κι άλλες δύο βόμβες
Σύνολο μέτρησα σαράντα
Ύστερα έκανα πιο πέρα
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω
Βομβάρδισαν τους πάντες
Ήταν το σχέδιο να κυκλώσουν την πλατεία
Να χτυπήσουν
Να κυκλώσουν, να χτυπήσουν, να εκκενώσουν
Παιδιά και γέρους
Ας τους νέους
Αυτοί πάντα βρίσκουν τρόπο να αναπνεύσουν
Ακίνητος όποιος στάθηκε χτυπήθηκε πολύ
Κι ας αποφασίζουν αλλιώς οι συνελεύσεις
Θέλει να αμυνθείς
Κι εγώ που φώναζα για ειρήνη
Είδα εμπρός μου να σκίζονται μπλούζες,
να ξεριζώνονται μαλλιά,
φίλους να τρέχουν,
γιαγιάδες να στήνουν οδοφράγματα
εγώ που εκλιπαρούσα για ειρήνη
είδα εμπρός μου να σπάν τα πεζοδρόμια
να κλαίνε οι δικοί μου και να πνίγονται από τα δακρυγόνα
να κάνουν εμετό
να καίγονται οι δρόμοι
να ακρωτηριάζονται οι άλλοι
να σπάνε κόκαλα με ήχο φρικτό
να πονάνε οι κοπέλες απ’ το ξύλο
να διπλώνονται οι άντρες από την ασφυξία
να εξαντλείται ο κόσμος και να πέφτει
άτσαλα να ποδοπατιέται
Τρία μέτρα κάγκελα
Η αφορμή για τον ανθρώπινο χαμό
Κι αναρωτήθηκα
Αν άξιζε τον κόπο
Όχι δεν άξιζε
Όλο αυτό πια δεν αξίζει
Είναι πιο βρώμικο από υπόνομο
Και μας κατασπαράζει
Τρία μέτρα κάγκελα
Τρεις υπουργοί
Τρεις δυνάστες πάνω απ’ το κεφάλι μας
Μας πήγαν πίσω
Εμάς με τα χιλιάδες χρόνια αίμα στην κραυγή μας
Όχι πια
Δεν αξίζει
Στο λέω με σιγουριά
Καθόλου δεν αξίζει
Για αυτό και με βλέπεις τελικά
Εγώ που ήθελα ειρήνη
να παίρνω τη ματιά μου πια
Από τον ουρανό
Κι όλα της γης τα κάλλη
Σφαλώντας τα καλά μες το μυαλό μου
Γιατί διόλου δεν αξίζει άλλο να πονάς
Και πρέπει να το πάψεις!
Ξεχνώντας την ειρήνη τη δική σου
Για νά ‘χει στ’ αλήθεια ειρήνη ο κόσμος
Ξεχνώντας την καλή ζωή την εδική σου
Για νά ‘χει ζωή όλος ο κόσμος
Μη σε σκοτώσουν κι ανάσταση δεν παίρνει
Μη σε χαλάσουν
Εσέ και την ψυχή μας
Φιλώ τα δυόμιση χρονών παιδιά
Δρόμο περνάω ενάντια
Στα τρία κάγκελα
Όχι πια των εχθρών μου οχυρό
Μα φυλακή τους να τα κάνω.


Η Πρωτομαγιά


Βγήκες αιμοστάλακτη
                                  στην όψη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση
                      στο φως του Μάη
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
                                            όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Να μυρίζει ο ιδρώτας σου
                                           έρωτα
και η δουλειά σου ελπίδα

Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
                                      σαν στάχυ
τα κόκκινα τριαντάφυλλα
έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
                 της λεβεντιάς το νάμα

 Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
            της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
           βλέπεις μόνο καλοκαίρι

Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
                 σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου
                                 μας οδηγούν
  

Γελωτοποιός


Έχοντας τελειώσει το κόλλημα της ταινίας ,
γύρω από τους δυναμίτες,
σύρθηκα απαλά πάνω στο χώμα
γλείφοντας σχεδόν τους σβόλους του.

Αγκάλιαζα ήδη την ηδονή της ανατίναξης.

Μη και τους αγγίξει η ανάσα μου και καταλάβουν τα όνειρό μου,
την μοίρα που επέλεξαν,  να την κατασπαράξω.

Ζήτησαν  γελωτοποιό, τα μάτια να μας κλείσουν
Για να μην καταλάβουμε πως θα μας παγιδέψουν.

ΕΓΩ λοιπόν είμαι το θύμα τους και νάμαι δώ μπροστά τους
διπλός ρόλος να παιχτεί απ τα ιμάτια  μου.

Το πλήθος σαν μαζεύτηκε, το μέλλον του ν’ ακούσει
πως τάχα δεν μπορούσανε πλέον να επιζήσουν

και τότε εγώ πετάχτηκα… το σκηνικό ν’ αλλάξω
για να μην καταλάβουνε το αίμα τους ,που ρουφιέται

και όπως ξεδιπλωνόμουνα
το πλήθος χαμογελάει
κι οι δυναμίτες φεύγουνε
και σώματα διαμελίζουν.

Ρέει το αίμα πράσινο απ’ την χολή βγαλμένο.

το πλήθος σιώπησε ξανά
μύρισε ΠΡΟΔΟΣΙΑ.

Και γω στο αίμα πλάγιασα που βγήκε απ την στολή μου.

ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ

για τον τελευταίο άνθρωπο
Ξεσκόνισε
Συγύρισε
Κατούρα
είν’ η μέρα της φασίνας

Μίλα
Μη μιλάς
Δούλεψε

Βάλε μυαλό
δεν είναι η ζωή παιδική χαρά
Μεγάλωσες

Να δεις τι θα κάνεις
Γλύψε

Προσαρμόσου
να ’σαι:
παραγωγικός
(Αξιοπρεπής)
και μετρημένος

Αξιοπρεπής κυρίως

Να υποκλιθείς
αλλά να κοιτάς στα μάτια
το αφεντικό
Να χαμογελάσεις θυμήσου

Γίνε καλύτερος
Γίνε αποτελεσματικότερος
Γίνε όπως σου ’δειξαν

Σκότωσε κάτι
…
Μην κάθεσαι άλλο:
σκότωσε κάτι!

Προσπάθησε κι άλλο:
Ψάξε

ΒΡΕΣ
ΤΑ
ΑΝΤΙΚΑ-
ΤΑ-
ΘΛΙΠΤΙΚΑ…

Η απουσία σας, μας ευχαριστεί

Η απουσία σας, μας ευχαριστεί
Γιατί μας πιάνατε τόπο
Γιατί μας κόβατε τον ήλιο
Γιατί μας πνίγατε το γέλιο
Γιατί μας μετρούσατε τα λόγια
Γιατί το βλέμμα σας ήταν βαρύ
Γιατί για χαμόγελο δείχνατε χολή
Χαρά μας η ατυχία σας
Και άγρια χρωστική
Τη θέση σας γεμίζει
Την κενή
Κισσός τη συντροφεύει/
Τα φτερά μας ανοίγουμε
Άνθρωποι-Πτηνοί
Την έλλειψή σας
Πετάμε
Στη Νέα Ζωή

Κι όμως ακόμα … μουγκρίζει


21η Απρίλη σήμερα
και στη μνήμη μου κροταλίζει
                                    ένα πολυβόλο
Ένα Τανκ μουγκρίζει
                        στις αναμνήσεις μου
καθώς το συρματόπλεγμα
                          σφίγγει το λαιμό μου
Αφού σαν σήμερα
βγήκε στους δρόμους το θεριό
                     με τα σιδερένια πόδια

 Διψούσε για αίμα                      
          το θεριό με τα πύρινα μάτια
κι’ όρμησε σε στήθη τρυφερά
                                 και ανυπότακτα
Δεν ήταν κακό εκείνο το θεριό
ήταν απλώς το θεριό
               που πέταξε τη μάσκα του
Το θεριό που ενίοτε,
                ακόμα μουγκρίζει
                                        στη Σταδίου
όταν οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
κι οι νέοι διεκδικούν τα όνειρά τους

Tι νόημα θα είχε ο ουρανός αν δεν είχαμε φτερούγες
τι νόημα θα είχε ο θάνατος αν δεν τον νικούσε μια μικρή φλόγα

Κάποτε αντηχούσαν στην Ελλάδα επανάστασης κανόνια

Κάποτε αντηχούσαν

στην Ελλάδα επανάστασης κανόνια

Τώρα η Ελλάδα βαράει κανόνι

Το γεγονός δεν πρέπει να τρομάζει

όσους δεν έχουνε κολλήσει λέπ[ια]ρα

ειδικά όταν σουρουπώνει

κι έρχονται της φουντωτής σκέψης

αντισταθμιστικά μέτρα

ή το άνοιγμα και ο διαλογισμός συνάμα

όταν στρώνει

του αετού το γάλα γεύμα

σε μιας θαρρετής αποκοτιάς το νεύμα


Οσονούπω φτάνει

κι ο Lewis Carroll πάνω σε πατίνια

πάνω στην ώρα που αστράφτουν

απ’ τη χώρα των θαυμάτων

της Αλίκης οι χυτοί λαγόνες

Σαν λαγωνικό τεντώνεται στην Κρήνη

τον υδάτινο πίδακα

που ανέλπιστα κυλά μες τους αιώνες

να κεντράρει στο λαγήνι


Κατά τα άλλα

κυρία επί των Τιμών

Ντολόρες Σαχλαμάρες

και αξιότιμε του νομού Ημιμαθείας βουλευτά

κύριε Μπουρδοκαταλάθογλου

σιχαμερή η ώρα

όταν μας προσαράζει

ικέτες ναυαγούς

ανέστιους χρεώστες

σε τούτη τη θεσπέσια Πάτωνχώρα

Σταύρωση

Αλυσοδεμένοι με αιματοβαμμένες αλυσίδες
στερεωμένοι με καρφιά σε ένα σταυρό
με φλέβες που τραβήχτηκαν όπως οι ρίζες
που γδύθηκαν από τη σκληρή σάρκα

ίδιος ανυπόφορος πόνος
ίδια απώλεια
και ο εκατόνταρχος της αγάπης
έλεος κανένα δεν δείχνει

αποξηραμένα λουλούδια
ρούχα λερωμένα
μνημεία των ονείρων
στην παγωμένη λάσπη.

Μακροβούτι μεν εκ ρηχών υδάτων δε…

Φίλους που κλείσαμε

στο μυαλό και στην καρδιά μας

πού έχουν δραπετεύσει;

Μας χαιρετούν και στρίβουν

λες και θα βρέξει


Με τόσες λέξεις

ψάχνεις κάτι

–μην είναι μόνο λέξη–

σε σώμα γλώσσας

που άπληστα μας εγκολπώνει

κάθε φορά ευτυχώς

αλλιώς φωτίζοντας

τις άπειρες φωτοσκιές

της άλωσής της


Από το χύμα λίμα

ως την Ιδέα της διάφανης αυλής

με βρυχηθμούς βαθύς

ανοίγονται βεντάλια

σε θεϊκή απόσταση

κυματισμοί του σύμπαντος

που ο Διόνυσος

του ξέφρενου βιώματος

στην αγκαλιά του

απλώνει

προς τον Φοίβο

της τέλειας ανέγγιχτης γραφής


Πέρασα έξω απ’ τα καλύτερα σχολειά

κι ήθελα να τους βάλω πυρκαγιά


Κανείς δε μπορεί να διδάξει

τίποτα σε κανέναν

συλλάβισε

αποτινάζοντας

κάθε γκλαμουριά

στη φλαμουριά

σκουριά

αυτή κι αν αντέχει


Κάντο μόνος

κι αν η φράπα βγει μάπα

θα είναι όλη δική σου

τουλάστιχον


Ο έρωτας το μόνο νηστίσιμο

που σου προτείνω

καλή μου σαρακοστή

Ε Τ Σ Ι Κ Ι Α Λ Λ Ι Ω Σ

Ένα χαμόγελο πικρό θα ‘χες στα χείλη
Πίσω από τα βλέφαρα
μόλις που θα κρατούσες το δάκρυ,
σκύβοντας ν' απιθώσεις στα χείλη μου απαλά
το στερνό σου φιλί.
Ύστερα με αργό επίσημο βήμα
θα κινούσες να βγείς από την κάμαρη,
αφήνοντας να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα
το μακρύ σου πανωφόρι.

Έτσι ωραία τα είχα φανταστεί. Ποιητικά.
Όμως γελάστηκα και πάλι.
Γιατί αφού κατακόκκινη μ 'έβρισες υστερικά,
έφυγες βιαστική βροντώντας πίσω σου την πόρτα,
χωρίς να σου περάσει ούτε στιγμή από το νου
πως έτσι κι αλλιώς
εγώ τους στίχους θα τους έγραφα.

Πεζό ποίημα

Ζαλισμένες λέξεις κλεισμένες στο δοχείο της ανάλυσης.

Μάρμαρα κομματιασμένα για αγάλματα που δεν λαξεύτηκαν.

Αυτή είναι η ζωή μας.

Τσαμπί που δεν μας τρύγησε κανείς και μαράθηκαν οι ρώγες πάνω του.

Γραμμόφωνο που παίζει ελέκτρο -ποπ και δεν του ταιριάζει καθόλου.

Θα υφάνω μια φορεσιά, με τοιχώματα από αρτηρίες.

Θα πάρω κόκαλα, αίμα, δέρμα και θα με ξαναφτιάξω.

Εμένα που θαύμαζα και μ' έκρυβα.

Και θα με ξαναβρώ. Στ’ ορκίζομαι....

Tώρα Τώρα Τώρα (υπερλεξιστικό)

Τώρα που μπήκε άνοιξη
σαμάρια βουλεμάτα
κιτίραμπι παράνυφα
όλο 'μορφιά γιομάτα

Αουραγκοντάγκος φρικασέ
σημύδες στην πλατεία
γειά και χαρά σου μενεξέ
κιμπάρι τα λιθίγια

Ούλα φασούλα ούλα τα
φατσούλα και φασούλα τα
ή τάν ή επιτάλατα
ταρατατού κι' ανάλατα

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης