η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΧΑΛΚΙΝΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κι αν θέλω τώρα στη χώρα των ηρώων
να ακούγεται η φωνή μου
Μαλαμοχάραμα αρχίζει
μαυρίζει ο ουρανός.
Βαθιά σ' ευχαριστώ αρειαγαπημένη
που χάθηκε όλος μου ο εαυτός σε σένα
Τόσες φορές γεννούσες  
το πάθος το παράφορο
Τα τραύματα του κόσμου όλα δικά σου
Τώρα γυρίζουνε πολλοί
που ορφανοί μαζεύουν άνθη
Στολίζουν σάπιο σκηνικό
Και τα θηρία να ξεσκίζουν τη φωνή σου
Τελικά οι θεοί κοιμόνταν πάντοτε
Και τώρα ότι καλύτερό μου
Ξεφτίλα, τηλεόραση και θάνατος
Ελλάδα Αθήνα Κόλαση
Κουρσεμένη και θεοστόλιστη πόρνη,
γλυκιά μου φιμωμένη
Σε χαιρετώ
Στο μεσοστράτι γαβγίζουν
του χαμού οι κομπανίες
«Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου σπαράζεις την ψυχή
γιατί μ’έμαθες και ξέρω ν' ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ»

Είδα νεκρές

Είδα νεκρές, που είχανε τα μάτια σφαλισμένα'
Σταυρό στα χέρια βαστουναν, ''τα σπαγγοσταυρωμένα''.
είδα νεκρές, που αρρώστειες τις είχαν φιλημένες
κι' έμοιαζαν μες τα φέρετρα τώρα, γαληνεμένες
είδα νεκρές που άφηκαν στο δρόμο το παιδί τους
κι' όμοιαν ενέδρα έφερνε, η υστερνή αρπαγή τους
είδα νεκρές, με κόμμωση, γύρου διασκορπισμένη
λες, και τις εκαλόπιζε, θανατηφόρο χτένι.
είδα νεκρές, μες τα λευκά να τις εθάφτουν, ''Τίμιες''
κι'αντι για ρύζι, να πετούν γονείς σωρό βλαστήμιες
είδα νεκρές, μπρος στ' ΄΄Άδικα'', ποτές μετανοιωμένες,
κι' οντε τις κατεβάζανε, δείχναν ''φοβερισμένες''.
***
μα μια νεκρή, σημάδευσε για πάντα τη ματιά μου'
η αδικοσκοτωμένη μου Χριστέ, αθωότητα μου..


Αναμονή

Αενάως διαλυόμενος
κοιμάσαι και χάνεσαι σε θάλασσες χωρίς χρώμα
τα μέλη σου διασκορπισμένα σ΄ένα τοπίο ήσυχης καταστροφής
σε καταπίνει κάθε όνειρο
αληθινότερο απ’ τη ζωή
Κι όταν ανοίγουν τα μάτια, μπερδεύεσαι-
τι ειν’ αυτό που ζεις στ΄αλήθεια;


Κάθε πρωινό μια ανασύνταξη:
Φοράς χαμόγελα
και φτιάχνεις τη φωνή σου σαν γραβάτα
Έξω ο κόσμος σαν να δονείται συνεχώς -
δεν θες να ξέρεις το γιατί
Περνάς μέσα απ’ όλους αυτούς με υπομονή
και βγαίνουν από το στόμα σου οι σωστές οι λέξεις
σφίγγεις χέρια, μοιράζεις χαμόγελα
μα πού θα πάει όλο αυτό


Το βράδυ μόνος, σε δείπνο με το τίποτα
βγαίνουν βόλτα οι σκέψεις, στριφογυρίζουν στο ταβάνι
χορεύουν το δικό τους βαλς μέσα σε μοβ φουστάνια
Ξένες πια κι αυτόνομες
Ολίγον θορυβώδεις, κι  ολίγον - τι απατηλές
Μετράς τα «θέλω», τις στιγμές σου
Και βρίσκεις το ταμείο άδειο


Η απόλυτη αντανάκλαση της σύγχυσης
Και η αναμονή
                    του αγνώστου.

Οι πάνδημες κατανύξεις

Απών, απούσα,
Απούσες, απόντες

Απουσίες σώματος
Ψυχής απουσίες

Οι πάνδημες κατανύξεις
Απουσιολογούν εκφώνως

Όπως και αν το έχω ζήσει
Ιδια είναι τώρα η περίσταση

Σμιλεύουν τη μελαγχολία των εορτών
Πάνω στο ήδη πληγιασμένο σώμα μου

Εστίες κακοφορμισμένες στον αέρα της αγοράς
Δεν πιάνουν τα γιατροσόφια  να τις μαλακώσουν

Κι ενώ κλείνω τα μάτια  μήπως και συντομεύσουν οι μέρες
Θα προσέλθω συνευχέτης να απολογηθώ «και του χρόνου»!

Στην αμυγδαλιά του πατρικού κήπου

Πώς  άνθισαν  απόψε  τα  κλαδιά  σου
που  σ΄έντυσαν  νυφούλα  σε  μια  μέρα,
και  λάλησε  του  πόθου  σου  η  φλογέρα,
λουλούδιασαν  δροσάτα  τα  φιλιά  σου!

Ως  σ΄είδα,  μου  εφάνη  η  καρδιά  σου
γοργά  πώς  χτύπαε - ωσάν  τη  μέρα
μικρούλα  που  σε  φύτεψα  πιο  πέρα,
στου  κήπου  μας  την  άκρη - η  ματιά  σου,

να  βρεί  το  φίλο  που  έχασε  εζήτα.
Λές  νάταν  πλάνη,  η  νάταν  πίκρα
το  πατρικό  μου  σπίτι  που  είχα  αφήσε;

Θυμάμαι  τή  στιγμή!  Μονάχος  βγήκα
απ΄  την  πόρτα  του  σπιτιού - μονάχος  μπήκα.
Γεμίζει  η  στάμνα  της  ζωής  και  τρέχει  η  βρύση...

Από την  συλλογή του Αριστομένη Λαγουβάρδου, <<Στα απόκρυφα τοπία  της  μοναξιάς>>

ΠΑΣΧΑ 2015

Βλέμμα
διπλής όψεως

Που βλέπει τον χρόνο
να μην πεθαίνει.

Μία Χαρά 
σαν αυτή που γειτονεύει
με τις Κυριακές.

Διεσταλμένα τα μάτια μου.

Στον τρόμο και το Θαύμα. 

ΙΧΘΥΣ

Όταν με βάγια σε ζητωκραυγάζει ο όχλος
τη Σταύρωση να περιμένεις
οι Αρχιερείς και οι Πιλάτοι βαθυστόχαστα
την άδεια σκέψη τους
του πλήθους θα την κάνουν δικαίωμα
κι η τέχνη η τοξόβελη αρρωγός
στεφάνια ακάνθινα θα πλέκει
στο Λόγο της Υπερτάτου Αρμονίας.
Τους λίγους φίλους τότε κάλεσε
στο Δείπνο τον τελευταίο το Μυστικό
και πες τους για τα Γυφτοκάρφια
που οι ανθρώποι ετοιμάζουν
όταν κοντά τους πλησιάζει το Υπέρτατο Καλό.
Μπρος στην κακία τους
παράδεισος η Γεσθημανή φαντάζει
κι η καλωσύνη τους
με Ύσσωπο και με Χολή είναι ποτισμένη.
Μάθε τους φίλους τους καλούς
τους Γολγοθάδες
κουβαλώντας το Σταυρό τους ν' ανεβαίνουν
και πες τους
ότι χωρίς Σταυρό μην προσδοκάν Ανάσταση
μα δύσκολα όμως θα πιστέψουν
αν δε σε δουν μπροστά τους !

Εκείνη της Ανάστασης τη Μέρα τη Μία των Σαββάτων.

Στην όχθη της λιμνοθάλασσας.

I

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πετώ ένα βοτσαλάκι,
να ταράξω
της σκέψης τα νερά,
ν’ αναδεύσω
σκόρπια γεγονότα,
συνέχεια ψάχνοντας
στην ασυνέχεια
που μας χαρακτηρίζει.

Σκέψεις
πυκνές και βαρυσήμαντες,
από το λήθαργο να βγουν
και την ανεμελιά,
να δώσουν το παρόν
όπως αρμόζει
σε δύσκολους καιρούς
γεμάτους από φάκες
και σκοτεινά αδιέξοδα.

ΙΙ

Γνωρίζω τον κίνδυνο,
σαν σπας
το νόμο της αδράνειας,
σαν ξετυλίγεις το κουβάρι
και ξεκινάς τη συγγραφή
κακοτράχαλων διαδρομών.

Φαντάσματα του παρελθόντος,
του μέλλοντος αρπαχτικά
θα συναντήσεις,
μα μη λακίσεις,
πέτα μια πέτρα αιχμηρή.
Ρίξε με δύναμη
και παρατήρησε.
Πως σβήνουν
σ’ ομόκεντρους, μικρούς
κυματισμούς,
αφήνοντας
γαλάζιο και γαλήνη,
νέους ορίζοντες κι ουρανούς
να ταξιδέψεις.

Το είδωλο μονάχα
μη λαβώσεις,
σαν βρει το θάρρος να φανεί.
Κομμάτι δικό σου είναι,
σάρκα απ’ την σάρκα σου
κι ας είναι μια σκιά,
παιχνίδι του φωτός
με τα νερά.

Στα μάτια του
και στην καρδιά
κάτι από σένα κρύβει.
Στιγμές,
πρόσωπα,
αισθήματα,
χρώματα
και μουσικές
μιας κρουαζιέρας
που από χρόνια έχει συμβεί
μα ξεχαστεί
συνάμα.

Λάθη και πειρασμοί
αγκαλιασμένοι,
την κατανόηση ζητούν
και την αποδοχή,
καλώντας σε,
το πρώτο βήμα
για τη λύτρωση να κάνεις.
Μια θέση ζητούν κι αυτά
πλάι σε άσπρα σύννεφα,
σε όνειρα και γλάρους
που κράτησες για συντροφιά
στους κύκλος της ζωής.

III

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πέτα ένα βοτσαλάκι,
να ταράξεις
της σκέψης τα νερά.

Μη φοβηθείς στο τι θα βρεις,
μη ξεχαστείς,
εσύ βαδίζεις στη στεριά.

Καλή αναζήτηση.

Η μέρα της Ποίησης

Της  γυναίκας
Της εις σάρκαν μίαν
Της άνω  ποταμόν
Της άσε να πάνε
Της όπως  να ’ναι
Της όπου φυσάει
Της περιγραφικής
Της εσαεί
Της άιντε
Της τέτοιας
Της ταξιδεμένης
Της έτσι
Της θανάτου
Της  λυρικής
Της ρομαντικής
Της παρελθούσης
Της απρόσωπης
Της αφηγηματικής
Της λέξης που χάθηκε
Της ανεξάρτητης
Της αποσπασματικής
Της  σιωπηλής
Της μάχιμης
Της ποιητικής
Της ελευθεριακής
Της αβύσσου
Της όμορφης
Της ριζοσπαστικής
Της τρελής
Της λέξης που χάθηκε
Της υπέρ πάντων
Της μέτριας φάσης
Της εκείνης
Της αδέσποτης
Της παγίδας
Της  επανάστασης
Της συμφοράς
Της άλλης
Της κόλασης
Της σιωπής
Της τρομάρας
Της παγίδας
Της αβύσσου
Της αναπνοής

Μολύβι και χαρτί

Και ξαναπιάνω το μολύβι , το χαρτί μπας και μπορέσω να βάλω μια τάξη στην αταξία της σκέψης και στη θλίψη.

Μια θλίψη απόμακρη, υπόκωφη, βουβή που πλανάτε μυστικά στα μάτια μου, στο σώμα μου, στις ώρες της απομόνωσης.

Κρύβεται στα βιβλία και στα τετράδια, στα συρτάρια και στα ντουλάπια μου, στα ρούχα και στα σεντόνια μου.

Μια θλίψη που μεταφράζεται σένα μεγάλο ερωτηματικό και πλανάτε διαρκώς πάνω από το κεφάλι μου σα δαμόκλειος σπάθη που απειλεί να πέσει και να μου κόψει το λαιμό από τη ρίζα.

Μια απορία για όσα έγιναν, για όσα γίνονται, γι’ αυτά που θα έρθουν. Δεν είναι υπερβολή. Εγώ είμαι η Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Μια γυναίκα απατημένη, βιασμένη, απελπισμένη, μισότρελη.

Μια γυναίκα που οι ελπίδες της εξανεμίζονται μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα και το μόνο που της μένει είναι μια θλίψη και ένα μεγάλο γιατί;

Ένα γιατί για τους κόπους τις θυσίες, τις προσπάθειες μιας ζωής, που μια ωραία πρωία ήρθε ένας άγνωστος με ξενικό κουστούμι και τις έριξε στο καλάθι των αχρήστων λέγοντας της « είσαι σκουπίδι».

Και γύρω η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν αλλάζει ρυθμό και τέμπο. Όλα φαίνονται τα ίδια και τίποτα δεν είναι ίδιο.

Έγινε λάθος θα σου πουν. Χίλια συγγνώμη. Τι να το κάνω τώρα εγώ τούτο το λάθος; Μια ζωή δε γυρίζει πίσω με μια κουβέντα, αλλά με πράξεις.

Με κοιτάς για να δεις αν ζω. Αν θα καταφέρω να επιβιώσω μετά από όλα αυτά. Δύσκολα, πολύ δύσκολα.

Η ζωή είναι κάπου αλλού από εκεί που εσύ θέλεις να την τοποθετήσεις.

Συγκεκριμένα η ζωή σου διαφεύγει χρόνια τώρα. Σε συρτάρια κλειδωμένα, σε διακοπές που ανέβαλες, σε γυναίκες που άφησες, σε σπίτια που γκρέμισες.

Η ζωή είναι η περιουσία των απλών και ταπεινών ανθρώπων. Γιατι η ζωή ζει στην απλότητα και στην ομορφιά της καθημερινότητας.

Αν την ξοδεύεις σε πολύπλοκους διαδρόμους, φορτικές συζητήσεις και πλαστικά καφέ δεν θα την έχεις ποτέ.

Κλειδωμένη μαζί με τα εισιτήρια για τη Χαβάη, που ποτέ δεν πήγες «τότε» λόγω δουλειάς, θα βρίσκεται στον πάτο του γραφείου σου.

Πότε θα βρεις τη «χρυσή τομή»; Πότε θα ξεπεράσεις την πνιγερή γραβάτα σου και τους κλειστούς τοίχους του γραφείου σου και θ ανακαλύψεις ότι ο δρόμος για το σπίτι, είναι πιο ευχάριστος μέσα από το πάρκο της γειτονιάς και ότι η γριούλα με τα σποράκια στην άκρη του δέντρου, δεν είναι ζητιάνα αλλά η θεία της ξαδέλφης σου που πάντα σ’ αγαπούσε και σε ταΐζε ζαχαρωτά όταν ήσουν μικρός.

Ότι οι άνθρωποι γύρω σου είναι καλοί, μα φορτισμένοι από ευθύνες όσο και εσύ και αν τους πας μια βόλτα στη λίμνη θα σου δείξουν ότι ξέρουν από ψάρεμα και πώς να λένε τον καιρό από τα σύννεφα, ή ότι ξέρουν να σφυρίζουν κλέφτικα.

Η ζωή είναι εδώ, είναι τώρα, είναι παντού. Δεν είναι ανάγκη ο καρκίνος να σου θυμίσει όλα αυτά που δεν πρόφτασες, για να αλλάξεις πορεία και σκέψη.

Μπορείς να το κάνεις πιο πριν. Η ματαιοδοξία σου μπορεί να μετριαστεί. Θυμήσου το σκαρφάλωμα των δέντρων παιδί και το ψαράκι, τα πεντόβολα και το κρυφτό και αυτό θα σου πει άλλα τόσα όμορφα πράγματα για τη ζωή.



Η ζωή είναι εδώ και είναι δική σου δεν είναι στον πάτο του γραφείου ούτε στα σπρεντς. Βγες από το διαστημικό σου γραφείο και έλα μαζί μας να ζήσουμε. Έλα ξανά στην ευτυχία.

Πατρίδα των καιρών , 10,12

10.

Νόμισες δεν είναι πόλεμος
γιατί δεν είδες αίματα και τραυματίες
όμως είδες εκείνους τους νεκρούς
σκυμμένους σε κάδους σκουπιδιών
καταμεσήμερο στο κέντρο της πρωτεύουσας
ικέτες στα απορρίμματα μεγακαταστημάτων
τους πεινασμένους, τους εξάγγελους
νεκρούς να επαιτούν
τους είδες

12.
Πόλεμος σου λέω
βυθίζει τις ψυχές
μολύνει το μυαλό
σκοτώνει μέλλον και ελπίδα
τα παιδιά δεν είναι ζωντανά
μη σε γελάει που περπατούν
Πόλεμοςη εστία μου πουλήθηκε
τα χέρια σου πουλήθηκαν
τα όνειρα πουλήθηκαν
φωνή, στόμα πουλήθηκαν
το είναι μας πουλήθηκε δεν θα το βρεις
κι αντάμα παρελθόν, παρόν
μέλλον κι οράματα
όλα πουλήθηκαν
γιατί είναι πόλεμος
μην τα αναζητήσεις
μόνο τη δίψα της κατάκτησης θα βρεις
αυτή δεν θα χαθεί ούτε με τη ζωή τους

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο – ποίημα “Πατρίδα των καιρών”του Γιώργου Δουατζή, 2010, Εκδόσεις Καπόν

ΑΝΘΡΩΠΟΙ    

Οι αγνοί άνθρωποι στο χωριό μου
περπατούν συνήθως σκυφτοί,
χαμογελούν εύκολα
και κλαίνε στα κρυφά
για το φίδι που σκότωσαν το μεσημέρι
κάτω από τη σκάλα.
Δεν ακούς σχεδόν ποτέ μουσική
απ’ το σπίτι τους
-πάντα υπάρχει κάτι να πενθούν-
και κοκκινίζουν μόλις τους γνωρίσεις σε
έναν ξένο επισκέπτη στο καφενείο.
Εμείς, οι υπόλοιποι
φροντίζουμε να κάνουμε τόση φασαρία
ώστε να μην ακούγονται τα δάκρυά τους
σαν πέφτουνε στο μαξιλάρι.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν

κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ' ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ' αυτό το σώμα που υπόσχεται…

Γιώργος Γκανέλης, '' Ο σκοπευτής της μνήμης '' εκδ. Στοχαστής, 2013

Μάρμαρο

Δεν πειράζει
Μας πήραν πάλι τον χυλό
Αφαίρεσαν την πείνα
Μας έδωσαν κενή επιταγή
Δεν βαριέσαι…
Όλα μια συνήθεια είναι
Σταφίδες, χαρούπια, σάλτο..

Δεν πειράζει
Θα συνηθίσουμε κι ακόμη περισσότερα
Το είδα στην T.V
Ασκήσεις χαλάρωσης και ευεξίας, γιόγκα
Μες στης τρελής ανυπαρξίας το πεδίο θα πλαγιάσουμε
Θα δούμε όνειρα χωρίς σταματημό γεμάτα τέρψη,
Κι εντάσεις θα χορτάσουμε
Τρώγοντας πίτσα , με προφυλακτικό

Δεν πειράζει
Όλα είναι το ίδιο. Θα συνηθίσουμε
Εμπόδια, όλοι μαζί θα χτίσουμε
Δε βαριέσαι…
Ο ήλιος καίει το δέρμα. Τι τον θες;
Καλύτερα σκοτάδι ως το τέρμα.

Δεν πειράζει. Όλα το ίδιο είναι.
Όλα συνωμοτούν, όλα για σένα
Φτιαγμένα από πλαστικό και χένα
Χωρίς χρώματα, χωρίς μπελάδες
Χωρίς αρώματα
Τόσο ίδια, τόσο εύκολα

Κοιμήσου
Η γη γυρίζει, πάλλεται , αρρωσταίνει
Μαζί της αρρωσταίνει κι ο Θεός
Κι ελπίζει
Μείνε εκεί, μην αλλάζεις
Σου έφερα κι άλλη επιταγή
Άδεια!
Σαν το μυαλό σου, τόσους μήνες, τόσα χρόνια
Σαν το μάρμαρο..
Σαν το κανάλι που θα παίζει στα σαλόνια
Σαν το μάρμαρο..
Λίγα λεπτά ξεφεύγεις και μετά πάλι…


Μάρμαρο! 

Συγκομιδή

Ένα κόκκινο κορμί,
τυπωμένο από σένα,
στέκει για να δει
την εικόνα απ’ το ψέμα.

Ένα πρόσωπο γραμμένο,
αφημένο από σένα,
κλαίει ντροπιασμένο
κοιτάζοντας το πταίσμα.

Μια μορφή κινδύνου,
μια σκιά από εσένα,
στέκει στο όνειρό μου
προστάζοντας πνιγμένα.

Μια φωνή σιγανή,
Απ’ τον τρόμο κι από σένα,
Προσπαθεί να βγει.
Να ζητήσει τα κλεμμένα.

Αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

Να σηκωθεί η φούστα σου στης μοίρας μου το δρόμο

να γδύνεσαι χαμόγελα και λάγνα σ’ αγαπώ
για να ψιλώνω ως τα κατάρτια του ουρανού
όπου παραμονεύει το αειπάρθενο φιλί σου-
αιωνόβια προσμονή σαν αγιασμός στα μάτια

τι τέξεται η επιούσια έκφραση;
ποιο γόητρο ξοδεύουνε οι λέξεις της;
σε ποιο λημέρι αποκοιμήθηκε σειρήνα έμπνευσης;
μήπως αναρωτιέσαι ανέξοδα
κλώθοντας δίκλωνες κραυγές απ’ την αφάνεια σου;

διάττοντες στίχοι κλιμακτήριος ρυθμός
κοπάδι μαδημένες μαργαρίτες
γλυκοματιάζοντας συνουσία διττή
ασπαίρει και βογκά στύση αποδημητική-
ερπυστιοφόρο όνειρο τυλίχθηκε
σαν κόκκινη κλωστή σαν την ανέμη


οι προτάσεις των ποιητών σειρήνες μ’ απειλή και κίνδυνο μεγαλώνουν στην αφαίρεση μυριάδων μνήσθητι

Στο ίδιο έργο θεατές

Μας πάνε πάλι σ’ εκλογές στο ίδιο έργο θεατές
που ανεβάζει τον ‘‘Καλό ναυαγοσώστη’’
ίδιο και σήμερα όπως χθες  με άλλους πρωταγωνιστές
κι εμάς ορθίους με εισιτήριο στον εξώστη,

μας έχουν δήθεν για κριτές άχαρους χειροκροτητές
ευκολοπίστευτους, και πάντα προδομένους.
Το φόβο και τον έλαιο γενούνε μέσα στις καρδιές
για να κερδίσουνε από τους γελασμένους.

Άλλοι μιλούν για παροχές και άλλοι για περικοπές
για να γλιτώσουν μια πατρίδα ξεγραμμένη
πνιγμένη από τις αγορές κι από παρέες πονηρές
σε συμπληγάδες μια ζωή παγιδευμένη.

Σενάριο μ’ άθλια πλοκή βγαλμένο από τη διαπλοκή
ίδιο για όλους τους καιρούς τους ανεμοδαρμένους
γραμμένο μ’ άλικη γραφή και του φτωχού την προσμονή
που εξαγνίζει τους αισχρούς και τους ξεπουλημένους.

Να βρούμε αλλιώτικους ρυθμούς μακριά από τους στεναγμούς
να γίνουμε και λίγο ακροβάτες
μακριά από πένθη και λυγμούς, της εποχής μας τους χρησμούς
να ξεχωρίσουμε από  τις αυταπάτες.

Ν’ αφήσουμε τον καναπέ και ν’ ανεβούμε στη σκηνή
γερά κρατώντας το σκοινί για τους εξωνημένους
να κινηθούμ’ όλοι μαζί να καθαρίσουμε την κόπρο του Αυγείου
με όλα τα αποβράσματα και εξαχρειωμένους.

Σε άλλο έργο ποιητές εμείς σαν πρωταγωνιστές
σ’  ένα σενάριο της δικής μας φαντασίας
να πάμε τότε  σ’ εκλογές  όχι νεροκουβαλητές,
δημιουργοί της πιο φευγάτης εξουσίας.

              Παραλλαγή-διασκευή στίχων του Αντ. Ανδρικάκη, 9-1-2015

Θ(ρ)αύ(σ)ματα

Φτάνει να μπορείς να βάφεις με χρώμα τον πόνο.
Μπλε τον χρωματίζεις  βαθύ μπλε
λάγνο σαν το θαλασσινό κύμα
σε βουλιάζει
σε καλεί
σε ξελογιάζει
σε πετά στον αφρό
σε βυθίζει μέσα του
σε πλανεύει με τις ρυτίδες του
σε καταπίνει ολόκληρη.
Φτάνει να ξέρεις από τα ψίχουλα να φτιάχνεις το ψωμί της νέας μέρας.
Φτάνει να κάνεις τα δάκρυα δρόμους νερένιους
που ποτίζουν τα όνειρα.
Φτάνει να βλέπεις μέσα στα θραύσματα τα θαύματα
φτάνει να ξέρεις από τα θραύσματα να φτιάνεις θαύματα.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης