η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

ΤΟ ΑΥΡΙΟ

Τα 'μαθες;
το αύριο συνελήφθη 
και κρατείται σε μυστική τοποθεσία.
Ήτανε λέει αστάθμητος παράγοντας
και οι αστάθμητοι παράγοντες απαγορεύονται.
Ακόμη και το σήμερα θεωρείται ύποπτο
γιατί μας θυμίζει πως υπάρχουμε και έχουμε ανάγκες
και αυτό δε μπορεί να τραβήξει μακρυά.

Τα πλήθη παρακολουθούνε τις ειδήσεις,
ακίνητες φιγούρες μπροστά σε αεικίνητες διαφημίσεις.
υποκείμενα του παραλογισμού της εξουσίας
και είναι άξιο απορίας, το πως προκύπτει λογική
μέσα από μια παράλογη διαδικασία.
Το μέλλον είναι φιλέτο,
το γδέρνουν και το τεμαχίζουνε, το κρεμάνε σε τσιγκέλια.
Ο καθένας μπορεί να το αγοράσει
αρκεί να διαθέτει το απαιτούμενο ποσόν.
Η γή προχωράει με δεκανίκι
και ήτανε βαριά απώλεια η κάθε νίκη,
τα επίχειρα είναι πρό των πυλών των αδυνάτων και των δυνατών
και καμμιά πλευρά το τρόπαιο δεν θα κρατήσει.
Κάθε βήμα από δω κι εμπρός
μια τραγωδία που περιμένει στη γωνία
της αντίστροφης μέτρησης αρπακτικό,
υποθαλπόμενο απ’ το κενό που κουβαλάει η καρδιά μας.
Όμως, το αύριο εμφανίσθηκε ξανά
με φόρο προστιθέμενης αξίας και αφαιρούμενης αξιοπιστίας
Περιπλέοντες το επίτευγμα έκθαμβοι
δεν παρατηρήσαμε πως το αύριο δεν είχε πόδια ούτε χέρια.
Κουφοί και άλαλοι υποτιθέμενοι θεματοφύλακες
ολοκληρώσανε την πραγματογνωμοσύνη τους
Επισφαλής ο χρόνος της ανάπτυξης,
καλοθρεμμένος ο ρυθμός, αποθεωμένη η ταχύτητα
Έκτακτη είδηση:
το αύριο τόσκασε αλλά δεν επέστρεψε σε μας
πήρε μια οποιαδήποτε κατεύθυνση
κι όπου το βγάλει.
……………………………………………………………….
Ακούγονται πυροβολισμοί
πιθανόν εντοπίστηκε από τις αρχές
και θα προσαχθεί σε δίκη
σε έναν σκουπιδότοπο σαν ραδιοϊσότοπο
που εξετράπη της αποστολής του
ενώ αμειβότανε αδρά να κάνει τα μάτια του στραβά
-κατόπιν υποδείξεως.
Κατηγορείται ο,τι κινείται,
ο,τι πετάει, ο,τι κολυμπάει,
ό,τι ονειρεύεται.

Αργοναύτες

  Στα  Ελληνόπουλα ,
που  άνοιξαν  πανιά  για  καινούριες  ΄΄Κολχίδες΄΄ 


Μ’ ένα  κλαδί  βελανιδιάς  στ’  αυτί  κι’  ένα  γεράκι  στη  πλώρη,
οι  Αργοναύτες  ξεκίνησαν,  σαν  άγγιγμα  του  Φθινόπωρου, 
στου  Μαγιού  τον  καλαμιώνα.
Αλλά  ο  ήχος  της  φλογέρας  τους,  ακούγεται  μακριά  στην  πατρίδα.
Μήπως  και  τους  ξαναφέρει  πίσω  το  κύμα,
όπως  φέρνει  τα  όνειρα  των  πελαργών  ο  αγέρας. 
Κι’ένα  φλάμπουρο  στο  λιακωτό,  δεν  αξίζει  πιο  πολύ
από  ένα  σμήνος  πουλιών  που  γελάνε.
Μονάχα  να  σπείρει  τρίλιες  ο  κορυδαλός
με  το  σήμαντρο  της  καμπάνας,
να  ξεκρεμάσουν  τα  φλάουτα  οι  ασβοί, 
τις  φωνές  τους  τα  κρυμμένα  παγώνια.

Γιατί  δεν  είναι  μια  τρυγόνα  ένα  κουδούνι,     
δεν  είναι  βοτάνι  της  λησμονιάς,  ούτε  κροτάλισμα  δράκου,
ούτε  φόρεμα  βατράχου  και  κομπολόι  νεράιδας.
Είναι  στοιχειό  του  φθινοπώρου,  που  στήνει  παγίδα  στους  λύκους.
Είναι  τραπέζι  σαλιγκαριού,  μαχαίρι  καντηλανάφτη.
Είναι  του  Κανάρη  φωτιά,  που  ανάβει  αυγερινού  καντηλέρι,
κι’ύστερα  βόσκει  στα  ψηλά,  στα  μαύρα  κυπαρίσσια,
όπου  έχει  ο  βράχος  το  τσαρδί  κι’ο  αρματολός  κελάρι. 

Λένε  πώς  τρέχουν  τ’ άλογα  στα  χορταριασμένα  λιβάδια,
κι’ύστερα  πάνε  στους  ανεμόμυλους  να  κοιμηθούν,
να  νανουρίσουν  τις  φτερωτές  τους.
Κι’ ας  βράζει  το  πέλαγος  της  ζωής,
κι’ ας  κατεβάζει  το  ποτάμι  μαράζια.
Τα  ΄΄πάντα  ρεί΄΄  είπε  ο  Ηράκλειτος, 
κι’ είδε  ένα  ρυάκι  να  βάφεται  κόκκινο  και  να  κλαίει,
κι  έκλαιγε  κι  αυτός  πάνω  στο  δροσερό  νερό,
όπως  ο  κύκνος  κλαίει  στην  ερημιά,
όπως  ο  ποντικός  στην  παγωμένη  πεδιάδα.

Το  ξέρω,  αν  κλάψεις  δεν  θα  φυτρώσει  χορτάρι,
το  ξέρω,  αν  πληγώσεις  μια  καρδιά,  θα  στερέψει  το  δάκρυ.
Μόνο  να  βρεθεί  ένας  τρόπος,
ένας  τρόπος  να  πορευτείς,  ένας  τρόπος  να  πολεμήσεις.
Με  το  φλάουτο  των  εφτά  νάνων  στο  δάσος  των  φαντασμάτων.
Με  την  ελπίδα  της  χαραυγής  καρφωμένη  στην  πλώρη.
Με  της  κιθάρας  τη  φωνή  στου  ερωδιού  το  συρτάρι.

Πάνω  σε  μια  ολάνθιστη  μυγδαλιά,
βλέπω  τα  παιδικά  σου  όνειρα  να  κυματίζουν.
Παρ’τα ,  στον  δρόμο  σου  για  ν’ ανθίσουν,
όπως  άνθισε  μια  φορά  το  όνειρο  του  Ιάσονα,
στους  λιβαδότοπους  της  Κολχίδας.
Μάταιο  είναι  το  παράπονο,  τα  βάσανα  πάντοτε  θα  υπάρχουν.
Με  τα  μάτια  των  πουλιών  να  φέρνουν  μουσική  στα  χορτάρια.
Με  μία  αγκαλιά  γαρίφαλα  να  καίγεται  η  καρδιά  σου.
Με  το  βέλος  της  Άνοιξης  στην  ανηφοριά  του  Χειμώνα.
Φτάνει  να  σκιρτήσει  ένα  χαμόγελο
και  μία  καρδιά  πικραμένη  ν’ ανθίσει.
Φτάνει  να  φυτρώσει  μονάχα,
λίγη  ρακή  για  τη  λησμονιά ,
ένα  λουλούδι  για  την  αυλή,
λίγο  ψωμί  για  το  σπίτι.   

από  την  ποιητική  συλλογή << Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς >>

Περί προσδοκιών

Ολόλευκη ολολυγή εκ στέρνου
έκφραση στερνή χορδίζει νεύρου
ταλάντωση ασημόχαρης χροιάς ευχή-
μανίας δίνη πυρόφλεκτη μεμιάς
τυλίγει ρίζες ουράνια σμιλευμένες-
δονεί την μνήμη της ανά συνθήκη
ηθικής λύσης της παλιγγενεσίας

[τρικλίζει οπτική επικάλυψη απροκάλυπτης διάθεσης
χειρισμού του μη εφικτού δια μεσολάβησης δυστοπικής δυσθυμίας]

Εκπορευόμενη ενέργεια ιδεών περιπλέκεται
σφαίρας προκατειλημμένη φυσική επιλογή
κατρακυλάει μαζεύοντας ψήγματα λογισμού
διαμορφούμενη αέναα μη άρτια-
ερείπια τα παλάτια σκίστηκαν τα ξάρτια-
καλλιεργώντας ιστού ολόγραμμα
σε εικονικές ασκήσεις που θα ζήσεις

[απερίσκεπτα σπέρνεις ποικιλίες αλλότριες
προς τα χρηστά ήθη ουράνια ζιζάνια μακάρια λικνίζονται]

Αμοιβαία εξάρτηση προξενεί παραισθησιακού τύπου
αλήθεια σε καλούπι αναγκαιότητας-
συνεπαγόμενες κακοφορμίες ανάγονται σε διπολική
αλυσίδα που οι κρίκοι καταρρέουν δομής δέσμιοι-
ταυτολογώντας ταυτοποίηση αντιδιαστολής


Προσδοκώ ανάταση λοιπών…

Αγία Τεσσαρακοστή

Πέρασαν οι απόκριες
πάνε οι μασκαράδες
που δίνανε νότες χαράς
σε μέρες αποφράδες.*

Πέρασαν και τα κούλουμα
κι αν φάγαμε λαγάνες…
από την Τρίτη πέφτουμε
σε δανειστών δαγκάνες

κι όσων δαγκώνουν τους φτωχούς
και τους συνταξιούχους
για να τους πιουν το αίμα τους
σαν τους συμβασιούχους.

Αυτών που έχουν για θεό
το Άγιο Κεφάλαιο
την Άγια Εκμετάλλευση
Βαγγέλιο παμπάλαιο,

τις Αγορές αγίες τους
τις Τράπεζες ναούς τους
κι έχουνε για αγγέλους τους
‘‘αγνούς’’ πολιτικούς τους˙

των αγορών και των λιστών
τυφλούς εντολοδόχους
που κλέβουνε τα ασημικά
για τους κλεπταποδόχους.

Δεν ορρωδούν προ ουδενός
μαζεύοντας παράδες
και ντύνονται λαοφιλείς
οι αιώνιοι Μασκαράδες,

που κοροϊδεύουν το λαό                
πως τούτη η κατάσταση
και η ληστο-νηστεία 
θα φέρουν την ανάσταση.

Άντε καλή σαρακοστή
                 μα…για καλή Ανάσταση…
                 δεν δείχνει η κατάσταση.

Στο χείλος

Kαι τώρα
σε κυνηγούν τ' αντικείμενα
που λάτρεψες
μα κι όσα δεν έβλεπες
όσα δεν άκουσες.

Διοικούμενος κι ατάραχος
έδεσες στη σύγχυση τα όνειρά σου
και σχεδόν αναίσθητος
μιά πολυπλεξία εμμονών
πλεξούδες στα μαλλιά σου.

Ευτυχία χωρίς ουσία.

Μοναδική σκιά σου
η Σκιά της επανάληψης.

Απο την αρχή μέχρι το τέλος
μιά διακεκομμένη συνουσία.

Της Νύχτας

Δεν εκτιμά τη νύχτα όποιος κοιμάται.
Όποιος δεν μένει μέσα στα σκοτεινά λεπτά
               αρμενίζοντας με ανοιχτά τα μάτια
Δεν εκτιμά την νύχτα όποιος δεν βλέπει τα κλαδιά
ν’ απλώνονται μαύρα πάνω στο μαύρο τ’ ουρανού
Όποιος δε μέτρησε τ’ αστέρια ένα ένα
πάνω στο σκοτεινό στερέωμα
Όποιος δεν παραφύλαξε πίσω απ΄τις πόρτες τις κλειστές
               να αρθρώνεται το Τίποτα
να ψιθυρίζει και να βλέπει τις σκιές
να παίρνουνε τις λέξεις κατά λέξη

Κατ’ επίφαση μελό

Η αγάπη μου για σένα είναι φωτιά
που ζεσταίνει τα σωθικά ενός άστεγου Κόσμου
Τα τρύπια γάντια Του αυτή μπαλώνει
ρίχνει κρυφά στην τσέπη του δυο κέρματα
και μαλακώνει κάτι αδέσποτες ματιές
που’ χαν παγώσει, σ’ άλλο χρόνο αραδιασμένες

Η αγάπη μου για σένα πετά πάνω απ' τις στέγες
μιας πόλης που είναι λίγη
για να χωρέσει τούτη την αρμαθιά πιθανοτήτων
Στο πάσο ντόμπλε του αιθέρα αυτή νικάει
τις καπνοδόχους, τις στρατιές αντένων που εξέχουν
απ΄τα κελιά που μέσα τους βρυχιέμαι

Η αγάπη μου για σένα θε να ντύνεται
με του αναστήματος, που υψώνω, τα κουρέλια
ενάντια σε κάθε τί που εσένα αρνείται˙
σκιάζει, αυτή, με μια της μόνο άχνα
ρέοντας στο μυχό των ματιών μου
το δυνατό και το αδύνατό μου

Η αγάπη μου για σένα είναι αγωνία
που νανουρίζει ταραγμένη την ψυχή μου
με υποψίες για ένα όνειρο παρατημένο
Είναι το ρόδο που ανασταίνεται θρεμμένο
από το φως της πιο νεκρής σελήνης
του πιο θολού νόστου
κάθε φορά που βγαίνω να σαλπάρω
με τα ιδρωμένα θάματα των τσαρλατάνων

Η αγάπη μου για σένα γνέφει ξεδιάντροπα
στις χίμαιρες που κάποτε σκοντάφτω,
ισιώνοντας το βήμα μου σε προφανή συγχρονισμό
με τον παλμό μιας πιο επώδυνης ζωής
αδιόρατης και ορατής

Η αγάπη μου για σένα βλέπει το γκρίζο
με την πιο άλικη απόχρωση που μου έχεις δώσει
και γεύεται στα χείλη την πιο αλμυρή σου ανάσα
Βλέπει και γεύεται
συνεπαρμένη από τη νίκη της
πάνω στον πιο αδύναμο,

στον πιο παραδομένο μου εαυτό

ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ

                               Πάλι  εσήμερα  σε  σκέφτομαι.
                               Συνέχεια  στο  νού  φωλιάζεις.
                              ΄Οπου  πηγαίνω,  όπου  βρίσκομαι
                               με  τη  σκιά  σου  με  σκεπάζεις.

                               Ανοίγω  το  τηλέφωνο
                               λίγο  να  σου  μιλήσω.
                               Αλλά  βουϊζει  σαν  καλεί.
                               Αγάπη,  ώρα  σου  καλή.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Πολλά  λαμβάνω  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               πιάνει  εμάς  τους  δύο.

                               Σαν  κλείνω  το  τηλέφωνο,
                               αμέσως  κουδουνίζει.
                               Μιλάς  με  μιά  γλυκειά  φωνή
                               καί τόνειρο  αρχίζει.

                               Σιγά σιγά  μας  κατακτά  η  δίνη.
                               Σκιρτήματα  μέσ΄ στην  καρδιά  αφήνει.
                               Ο  έρωτας  χαρίζει  πάντα  τη  χαρά.
                               Στον  ουρανό  στέλνει  το  νού  χωρίς  φτερά.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Δικά  σου  ακούω  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               μας  παίρνει  καί  τους  δύο.

                               Παντού  υπάρχουνε  τα  κύματα.
                               Γλυκά  ερωτικά  αισθήματα.
                               Η  ομορφιά  υπάρχει  στη  συμπάθεια.
                              ΄Εχουμ'  οι  δυό  μας  τηλεπάθεια.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Του ΄Ερωτα  τα  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               ενώνει  εμάς  τους  δύο.

ΜΑΣΚΕΣ

Μικρό το μονοπάτι σου ζωή.
Στενό κι ανήμερο θεριό ο πόνος.
Μας πόνεσε τα πόδια και τα γόνατα
και της ψυχής τα βάθη.
Και μείναμε σκυφτοί και νικημένοι,
για αλήθεια μιλώντας στη μοναξιά μας.

Κι η μοναξιά αγρίμι ,πηγάδι βαθύ.
Κεντρίζει κι αφρίζει στα μάτια με τρόμο ,
στα μάτια μ ’οργή…
Κι εσύ αναρωτιέσαι γιατί
και μάσκες πετάς  βδελυρές.
Αναρωτιέσαι γιατί μάσκες σου βάλανε
να ζεις  το παρόν σαν ντροπή,
με ντροπή και φόβο.

ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά

οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

Καλό δρόμο

στους γονείς μου
Ο άνθρωπος που συνελήφθη 
από την αιωνιότητα 
με ένα στυλό στο χέρι..... 
όλη η πορεία του μ' ένα σκοπό, 
να γίνει ένα σπερματοζωάριο 
που γονιμοποιεί την άβυσσο,
μ' ένα τίναγμα για πολλούς τρομακτικό
για κάποιους αποτρόπαιο,
χώνεται βαθιά στην αιωνιότητα
ν' ακούσει τα νυχτολούλουδα
που φωτίζουν την ισορροπία του χάους.
Μ' ένα στυλό στο χέρι
περνάει από το ένα ανάμεσα στο άλλο
χορεύει πάνω στις υπεριώδεις κωδωνοκρουσίες
μας καλεί να τραγουδήσουμε δυνατά
αυτό που αποδείχτηκε και πάλι
και γι' αυτό ποτέ δεν το πιστεύουμε,
ότι όλα είναι δυνατά.

Κάλαντα πρωτοχρονιάς

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά 
δουλεύουν ψιλοβελονιά
το μνημό-το μνημόνιο το τρίτο
τώρα που –τώρα που ‘πιασαν το μίτο.

Αρχή που θα βγει αρχηγός  
θεάρεστος καραδεξιός
στη Νου Δου- στη Νου Δου να διαφεντέψει
μήπως και- μήπως κα τη ζωντανέψει.

Τώρα οι θεσμοί μας έρχονται
και δε  μας καταδέχονται
απ’  την κρύ- απ’ την κρύα Εσπερία
κι είν’ σταλμέ- κι ειν’ σταλμένοι απ’ την Κυρία.

Βαστούνε νόμους στο χαρτί
θα μας τραβήξουνε τ’ αυτί
θα πληρώ- θα πληρώσει εφορία
μέχρι κι η- μέχρι κι η κουτσή Μαρία .

Και το χαρτί την έγραφε
τη μοίρα μας την έλεγε 
πως θα κό-πως θα κόψουν τις συντάξεις
μ’ αλλοπρό-μ’ αλλοπρόσαλλες διατάξεις.

Το νέο έτος που θα ‘ρθει
θα μας τη βγάλουν την ψυχή
θα μας κά- θα μας κάνουνε οσίους
όπως στους- όπως στους αγίων βίους.

Του χρόνου μας καλή αρχή
και ο Αλέξης  προσκαλεί
να γελά- να γελάμε κι ας πεινούμε
με χαρά- με χαρά να στολιστούμε.

Πρώτη φορά που κυβερνά
σε τούτη χώρα ‘‘αριστερά’’
ίσως και- ίσως και  να κάνει λάθη
μ’ απ’ τα λά- μ’ απ’ τα λάθη της θα μάθει.

Θα ζούμε βίον  τέλειον 
σύμφωνα  με  Μερκέλιον,
με αγά-με αγάπη με ειρήνη
και με α- και με ‘‘αριστεροσύνη’’.

                                ‘‘ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ’’

                                            (μα Α-μνημονιακά)   

Οι Περίγελοι

Βλέμμα σαφές στο υψόμετρο του Στοχασμού 
τα iαμβικά χαρτιά σας θα αγναντέψω πάλι,
Έλλληνες Ποιητές ''Οδηγητές'', τη σκέψη ρίχνω 
στη φωτιά του Μέτρου να ψηθεί, σα ναναι ατσάλι.

***
Μια βάση διεκδίκησα και γω, τις φλέβες μου
τις Εθνικές κατέστρεψα,στη Γνώση εθισμένος....
Οι δυό κρόταφοι μου άσπρισαν-τους ρήμαξα
σε κάθε τι νοηματικά Πανάξιον σκυμένος.
***
Πολλά τα συναισθήματα, με φόντα πάντα κίτρινα
η λησμονιά' σας τσάκισε..Τόμοι-βιβλία
τι κι αν μου φθείρει τη ψυχή αυτό, αδιαφορώ..
Ποτές δε με προδώσατε.. Πνευματικά θηρία!
***
Όλο το βιός σας εξοδέψατε στα γόνατα ''Ποιητές''
ωμά μασώντας τα ''προφητικά γραμμένα''
έως και τα φθινόπωρα δεν άντεξαν ελύγισαν
εμπρός στα χέρια σας τα αλοιωμένα!
***
Σε μέρη μαγικά ταξίδεψα του Αλφάβητου,
σοφούς ανθρώπους γνώρισα μα καταποντισμένοι
ενός Κόσμου αστόχαστου'' οι ''Περίγελοι''
κυνηγημένοι και απ' τους πάντες, ξεχασμένοι.
Λησμονημένα σώματα

Γύρε το Βλέμμα Σου το Αμόλυντο, χέρι γυμνό
και δύστυχο σου γνέφει την σιωπή του
Δίψασε η πένα..κοινώνησε την μελάνι ταπεινό
σκούζει ο στίχος σαν αρνί προς στη σφαγή του.
***
Λησμονημένα σώματα δίχως ψυχή-ουσία είμαστε
στην απορία μας για λίγο, Ακιβδήλευτε Συ στάσου
και τα λαγούμια γίναν αφιλόξενα...
τυρανισμένοι τώρα πια σερνόμαστε μπροστά σου.
***
'Μπρός στο' καθρέφτη κάθενος, ''Τιμώρημα'' ένα στέκεται
Ίσο, τα χερια απλώνουμε παράλυμένα-κρύα,
ο γήινος εγωισμός μας εγονάτισε, πίσω
απ' ανθρώπων δάχτυλα κρύβεται η Μωρία.
***
Σαν ορφανά φαντάσματα Γονέα ψάχνουμε, 
έλα και τώρα πε μας.
Άστρα μυστήρια σιωπές. Εμείς...που όλα τα αναλύσαμε...
τα ξέρουμε! μα πώς να ξεψυχήσουμε
δε μάθαμε Χριστέ μας. 


ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ

Θα ξυπνήσεις σε μια άλλη ζωή,
με το φίλτρο της καρδιάς σου
απαλύνω, λευκό, διάφανο,
να τυλίγει το μυθικό σου όνειρο.

Ο ταπεινός ουράνιος θόλος
σκοτεινιάζει άχρωμα
στο μουντό άυλο τοπίο
με τα αγριολούλουδα,
χωμένα σε βραγιές.

Η αύρα σου φωσφορίζει μαύρο φως
στην ατσάλινη υφή
καθώς απολιθωμένες σκιές
φωτίζουν την ψυχή σου.

Μια θαυμάσια διαύγεια
ολοκληρώνεται με τις έξι αισθήσεις,
καθώς τα φιδίσια μαύρα μακριά σου μαλλιά
πλέκονταν ομοιόμορφα στη σκέψη μου.
Μια φωτιά από ανάλαφρο χιόνι
φλέγεται μέσα στα σωθικά μου,
προερχόμενο από το φιλί σου,
καθώς έμεινε στα χείλια μας
αιώνια, όταν καιγόμασταν.

Άναψα απέραντα άσβεστα κεριά,
κατέβασα την κιθάρα σου,
τραγουδώντας ανάγλυφες μουσικές
που πάντα σε συγκινούσαν.

Οι σκιές των βλεφαρίδων σου
κείτονταν σε ύπνο ανάλαφρο
φωτίζοντας τα κρυστάλλινα κόκκαλα,
καθώς η απολιθωμένη φωτογραφία σου
κυματίζει νοερά στο προσκεφάλι σου.
  
Το πρόσωπό σου έλαμπε
βυθισμένο στο απόλυτο κενό
του πεπρωμένου μου,
καθώς η μυστηριώδης λεπτή λάμψη
εξαφανιζόταν στο απύθμενο
σκοτάδι της μοναξιάς μου.

Ο βουβός ήχος κάθε σταγόνας δροσιάς,
του μορίου της άκαυτης στάχτης,
παρασέρνει ατάλαντα
στο νερό το προσωπείο σου,
όταν ταξιδεύει το πνεύμα σου,
σε άλλες ζωές, αθάνατες.

Αναστάσιμες κορδελιάστρες

Αναστάσιμες κορδελιάστρες
Άπαχες
Λεπρές τύψεις προδοσίας
Ηδονικές , σαρδόνιες διακυμάνσεις
Ηθικής-παρανομίας.
Η γοητεία της περιγραφής έγκειται στο ότι δεν θέλεις να τελειώσει
Η αθηναϊκή βεγγέρα κι έτσι τραβάααει τραβάααει…
Ώσπου να ξημερώσει.
Δυστυχώς ,
Δεν υπάρχει άπειρο
Έρχεται πάντα το πρωί
Η καθημερινότητα σου τσακίζει τα κόκκαλα
Ενώ η νύχτα γεννιέται ώρα οχτώ και μέχρι να ξεφτίσει ,
Είναι μια μεγάλη ντίβα του πενταγράμμου
Που κάθε βράδυ γηράσκει
Αεί διδασκόμενη .

Πώς περιμένεις...

Δεν απομένει παρά μονάχα η σιωπή
όταν το Αδιέξοδο φορτώνει την Ψυχή,
σε ξεζουμίζει κι' είναι μέσα σου Σκιά,
χωρίς κορμί, χωρίς μυαλό, χωρίς καρδιά.

Φοβάμαι γιατί το ξέρω πως μόνος το δημιουργώ,
και το ενισχύω, όσο αναβάλλω και με πιάνει τεμπελιό,
μα δεν το καταλαβαίνω γιατί αισθάνομαι μόνος
κι' από πού θα παρακινηθώ...;

Όταν κλείνεσαι στο σπίτι, στη δουλειά
κι' επαναλαμβάνεις ίδιες συνήθειες αλλά παραμελείς
τα πιο σημαντικά,
εκείνα τα οποία, έχεις μείνει στάσιμος και γίνονται θηλιά,
πώς περιμένεις άνθρωπε, να νοιώσεις τα καλά...;

Στον Καθρέφτη

Τα φύλλα φθίνουν.
τα φύλλα δυναμώνουν.
Ο άνεμος ουρλιάζει.
Ο ήλιος κρύβεται,
ο ήλιος ανεβαίνει.

Κρατιέμαι. Κρατιέσαι;
Είμαι εδώ. Πού είσαι;
Θέλω να σου μοιάσω.
Όχι, μη με ακούς.
Ψέματα σου λέω.

Θέλεις να μου μοιάσεις.
Έχω αυτό που σου λείπει.
Τα φύλλα,
ο άνεμος,
ο ήλιος.
Εγώ είμαι.

Ο εαυτός που φοβάσαι.

ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ ΟΝΕΙΡΑ

Έκτισες τόσο όμορφα όνειρα στην επαρχία
Μες την κρυστάλλινη τη διαυγή την ύπαρξή σου
Που τους πρέπει ένας καλύτερος κόσμος
Μακριά από τα λερωμένα πεζοδρόμια κράτα τα
Και τις πνιγμένες από νέφος μέρες
Οι κάπηλοι θα προσπαθήσουν
Να στ’ αρπάξουν
Να τα ξεσκίσουν
Μες σε χαμόγελα και κραυγές υστερικές
Θα σου πουλήσουν φτηνή πρόοδο
Για να τ’ αγοράσουν
Και ψεύτικα φεγγαρόφωτα θα βάλουν
στης νιότης σου τον ουρανό
Μην πλανηθείς
Τράβα το δρόμο σου
Ζήσε τα σιωπηλά σου τα Φθινόπωρα
Μια Άνοιξη παντοτεινή σε περιμένει
Μες τα βαθιά της ύπαρξης τα ψυχοδρόμια
Αν καταφέρεις βαδίζοντας τον

Τίποτα τα όνειρά σου να μη σκοτώσει.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης