η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Υποτροπιάζουμε στην ηδονή

Υποτροπιάζουμε στην ηδονή
για να αποδράσουμε από την επικράτεια της ανίας
ξυπόλητοι μπαίνουμε στον ευωδιαστό κήπο
των ολόδροσων καρπών
όπου η ψυχή μας αναθαρρεύει
λησμονεί τα εμπόδια του πόνου
Θα είμαστε πάντοτε αιχμάλωτοι της ομορφιάς
ακόμη και όταν η ομορφιά θα έχει σβήσει
και θα ζούμε απόθητοι στον άσχημο κόσμο

Είτε στο κρεβάτι ενός φτηνού ξενοδοχείου
είτε μέσα στο δάσος το πυκνό
είτε σε φέρετρο παριστάνοντας τους πεθαμένους
θα αναγυρεύουμε το μελαγχολικό φρούτο
της ζωώδους απόλαυσης,
το προπατορικό αμάρτημα,
την ιερόσυλη έκσταση των εραστών

" Έσχατη Αίσθηση "

τι άλλο να ζητήσεις
από τις πέντε αισθήσεις

ζήτα τις εφτά
ζήτα του Κόσμου τούτου
τ' απόκοσμα, τα έσχατα
να γίνουμε ενέργεια
να τρέχουμε στα πέρατα
να γίνουμε αγάπη
να γίνουμε φωτιά
να γίνουμε και θάλασσα
να βγάλουμε φτερά
και να πετάμε συντροφιά
στου ουρανού το χάρτη
να διασχίζουμε αγκαλιά
το κάθε τι που υπάρχει
να βγάλουμε και βράγχια
σε κάθε μας απύθμενο βυθό
να έχουμε παρέα και εχθρό
τα αλλοπρόσαλλά του βράχια
απέραντο γαλάζιο να σε πιω
του έρωτα σου τ' αλμυρό νερό
να γίνει οξυγόνο για να ζω
μια μαύρη δίνη στο κενό
να μας ρουφά και να μας σέρνει σε χορό
της ίριδας στροβιλισμό
να γίνουμε και όνειρο
ποτέ να μη ξυπνήσει
να γίνουμε Ανατολή
μα και συνάμα Δύση

ΕΚ-ΠΟΙΗΣΗ

Και κάπως έτσι κάνουμε ποίηση.
Αμήχανοι
όπως κάνει κύκλους κάποιος στο χαρτί
για να γεμίσει τον χρόνο τον κενό

Κάπως έτσι κάνουμε ποίηση.
Στριμωγμένοι
ανάμεσα σε λόγια ειπωμένα
και επιθυμίες ανείπωτες
Τυφλοί
σκαρφιζόμαστε φανοστάτες που τρεμοσβήνοντας
μας δείχνουνε τον δρόμο
τον εντός

Κάπως έτσι κάνουμε ποίηση.
Ντροπιασμένοι
σαν μια πράξη που μας ξέφυγε
και γράφουμε για να ζητήσουμε συγνώμη

Κάπως έτσι κάνουμε ποίηση.
Στα κλεφτά
όπως κοιτάζαμε μικροί κάτω απο τα φουστάνια της παραμάνας μας
σίγουροι πως εκεί κρύβεται ο κόσμος

Κάπως έτσι κάνουμε ποίηση.
Σαν εργάτες
σοβαροί και θλιμμένοι.
Κατεργαζόμαστε λέξεις
και τις χτυπάμε με σφυρί
όπως ο τσαγκάρης το δέρμα για να γίνει παπούτσι

Και ίσως για αυτό κάνουμε ποίηση
για να φτιάξουμε απο το δέρμα των φωνηέντων μας
γερά παπούτσια
μπας και μας περπατήσουνε
εκεί
που μόνο ένα “α” μπορεί να φτάσει.
-Τι φοβάσαι περισσότερο.....;
 
- Φοβάμαι αυτά που δε γνώρισα,
φοβάμαι αυτά που δε γνωρίζω,
είναι αυτά που μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίζω.
 
Φοβόμουν τη ζωή, μα τη γνώρισα ... Δε την φοβάμαι πια
Φοβόμου τον έρωτα, μα τον γνώρισα.... Δε τον φοβάμαι πια
Φοβόμουν τον εαυτό μου, μα τον γνώρισαι κι ακόμη τον φοβάμαι...
Φοβάμαι πως θα εφησυχαστεί, θα ηρεμήσει, θ'αδρανήσει.
Θα γινει παθητικός, αποδέκτης δίχως κρίση...
Όχι γιατι μου 'χει δώσει τέτοια σημάδια αλλά
είναι απλά που τείνει ν'αντιγράφει και είναι 
το μόνο που έως τώρα δεν έχει αντιγράψει...
 
Φοβομουν το θάνατο μα ...το γνώρισα 
κι είμαι έτοιμος γι'αυτόν
είμαι έτοιμος για την επανένωση..
 
Βλέπεις.. μεγαλώνοντας ,
γέμισα με φόβους πολλούς 
που έσφιξαν το σάκο της ελευθερίας μου...
Επρεπε να κοπεί το σκοινί, έπρεπε να σπάσουν τα δεσμά!!
Κι έτσι κι έγινε και σαν αφελής Δον Κιχώτης
πολέμησα κάστρα κι αυτοκρατορίες 
Σκιές του παρελθόντος
κι 'ηρθε η ώρα της κατανόησης.... Ήρθε

Το Κράτος κι Εγώ


Το αναπολώ ταιριάζει με το συγχωρώ
Το αναζητώ δεν ταιριάζει με το λησμονώ
Το ερευνώ ταιριάζει με το ελευθερώνω
Και το επιζητώ με το ανανεώνω.


Όσο το θέλω ζητά στην ανάγκη
Για ταίρι
Κάποιο αγαπώ εγώ
Μα κείνο δεν με θέλει
Και δεν ξέρω πώς
Να ταιριάξω το ένα από τα δυό
Στο ζεύγος αυτό:

“πηρούνι-κουτάλι χωρίς μαχαίρι”

Ενίοτε στον ύπνο μου

Ενίοτε στον ύπνο μου ακούγονται σαλπίσματα
ακούγονται τύμπανα
ακούγονται κραυγές:
εγερθείτε οι κοιμώμενοι
εξεγερθείτε οι φοβισμένοι

κι αίφνης ξεχύνονται κατά κύματα άσπρα πουλιά
ζυγιάζονται ανάερα
βουτούν
θρηνούν το αίμα των αθώων
ολολύζουν τα σφαγμένα παιδιά
δημιουργούν ιδεογράμματα
θέτουν πανάρχαια ερωτήματα:
τι είναι αλήθεια;
τι είναι ψεύδος;

και τότε φλέγονται οι χρησμοί
φλέγονται οι ξεχασμένοι κώδικες
σπηλιές κατακρημνίζονται
λιώνουν οι σταλακτίτες που έπηξε η σιωπή

οι σκέψεις εκπορθούν τα τείχη του χαμένου χρόνου.

ΤΟ ΑΥΡΙΟ

Τα 'μαθες;
το αύριο συνελήφθη 
και κρατείται σε μυστική τοποθεσία.
Ήτανε λέει αστάθμητος παράγοντας
και οι αστάθμητοι παράγοντες απαγορεύονται.
Ακόμη και το σήμερα θεωρείται ύποπτο
γιατί μας θυμίζει πως υπάρχουμε και έχουμε ανάγκες
και αυτό δε μπορεί να τραβήξει μακρυά.

Τα πλήθη παρακολουθούνε τις ειδήσεις,
ακίνητες φιγούρες μπροστά σε αεικίνητες διαφημίσεις.
υποκείμενα του παραλογισμού της εξουσίας
και είναι άξιο απορίας, το πως προκύπτει λογική
μέσα από μια παράλογη διαδικασία.
Το μέλλον είναι φιλέτο,
το γδέρνουν και το τεμαχίζουνε, το κρεμάνε σε τσιγκέλια.
Ο καθένας μπορεί να το αγοράσει
αρκεί να διαθέτει το απαιτούμενο ποσόν.
Η γή προχωράει με δεκανίκι
και ήτανε βαριά απώλεια η κάθε νίκη,
τα επίχειρα είναι πρό των πυλών των αδυνάτων και των δυνατών
και καμμιά πλευρά το τρόπαιο δεν θα κρατήσει.
Κάθε βήμα από δω κι εμπρός
μια τραγωδία που περιμένει στη γωνία
της αντίστροφης μέτρησης αρπακτικό,
υποθαλπόμενο απ’ το κενό που κουβαλάει η καρδιά μας.
Όμως, το αύριο εμφανίσθηκε ξανά
με φόρο προστιθέμενης αξίας και αφαιρούμενης αξιοπιστίας
Περιπλέοντες το επίτευγμα έκθαμβοι
δεν παρατηρήσαμε πως το αύριο δεν είχε πόδια ούτε χέρια.
Κουφοί και άλαλοι υποτιθέμενοι θεματοφύλακες
ολοκληρώσανε την πραγματογνωμοσύνη τους
Επισφαλής ο χρόνος της ανάπτυξης,
καλοθρεμμένος ο ρυθμός, αποθεωμένη η ταχύτητα
Έκτακτη είδηση:
το αύριο τόσκασε αλλά δεν επέστρεψε σε μας
πήρε μια οποιαδήποτε κατεύθυνση
κι όπου το βγάλει.
……………………………………………………………….
Ακούγονται πυροβολισμοί
πιθανόν εντοπίστηκε από τις αρχές
και θα προσαχθεί σε δίκη
σε έναν σκουπιδότοπο σαν ραδιοϊσότοπο
που εξετράπη της αποστολής του
ενώ αμειβότανε αδρά να κάνει τα μάτια του στραβά
-κατόπιν υποδείξεως.
Κατηγορείται ο,τι κινείται,
ο,τι πετάει, ο,τι κολυμπάει,
ό,τι ονειρεύεται.

Αργοναύτες

  Στα  Ελληνόπουλα ,
που  άνοιξαν  πανιά  για  καινούριες  ΄΄Κολχίδες΄΄ 


Μ’ ένα  κλαδί  βελανιδιάς  στ’  αυτί  κι’  ένα  γεράκι  στη  πλώρη,
οι  Αργοναύτες  ξεκίνησαν,  σαν  άγγιγμα  του  Φθινόπωρου, 
στου  Μαγιού  τον  καλαμιώνα.
Αλλά  ο  ήχος  της  φλογέρας  τους,  ακούγεται  μακριά  στην  πατρίδα.
Μήπως  και  τους  ξαναφέρει  πίσω  το  κύμα,
όπως  φέρνει  τα  όνειρα  των  πελαργών  ο  αγέρας. 
Κι’ένα  φλάμπουρο  στο  λιακωτό,  δεν  αξίζει  πιο  πολύ
από  ένα  σμήνος  πουλιών  που  γελάνε.
Μονάχα  να  σπείρει  τρίλιες  ο  κορυδαλός
με  το  σήμαντρο  της  καμπάνας,
να  ξεκρεμάσουν  τα  φλάουτα  οι  ασβοί, 
τις  φωνές  τους  τα  κρυμμένα  παγώνια.

Γιατί  δεν  είναι  μια  τρυγόνα  ένα  κουδούνι,     
δεν  είναι  βοτάνι  της  λησμονιάς,  ούτε  κροτάλισμα  δράκου,
ούτε  φόρεμα  βατράχου  και  κομπολόι  νεράιδας.
Είναι  στοιχειό  του  φθινοπώρου,  που  στήνει  παγίδα  στους  λύκους.
Είναι  τραπέζι  σαλιγκαριού,  μαχαίρι  καντηλανάφτη.
Είναι  του  Κανάρη  φωτιά,  που  ανάβει  αυγερινού  καντηλέρι,
κι’ύστερα  βόσκει  στα  ψηλά,  στα  μαύρα  κυπαρίσσια,
όπου  έχει  ο  βράχος  το  τσαρδί  κι’ο  αρματολός  κελάρι. 

Λένε  πώς  τρέχουν  τ’ άλογα  στα  χορταριασμένα  λιβάδια,
κι’ύστερα  πάνε  στους  ανεμόμυλους  να  κοιμηθούν,
να  νανουρίσουν  τις  φτερωτές  τους.
Κι’ ας  βράζει  το  πέλαγος  της  ζωής,
κι’ ας  κατεβάζει  το  ποτάμι  μαράζια.
Τα  ΄΄πάντα  ρεί΄΄  είπε  ο  Ηράκλειτος, 
κι’ είδε  ένα  ρυάκι  να  βάφεται  κόκκινο  και  να  κλαίει,
κι  έκλαιγε  κι  αυτός  πάνω  στο  δροσερό  νερό,
όπως  ο  κύκνος  κλαίει  στην  ερημιά,
όπως  ο  ποντικός  στην  παγωμένη  πεδιάδα.

Το  ξέρω,  αν  κλάψεις  δεν  θα  φυτρώσει  χορτάρι,
το  ξέρω,  αν  πληγώσεις  μια  καρδιά,  θα  στερέψει  το  δάκρυ.
Μόνο  να  βρεθεί  ένας  τρόπος,
ένας  τρόπος  να  πορευτείς,  ένας  τρόπος  να  πολεμήσεις.
Με  το  φλάουτο  των  εφτά  νάνων  στο  δάσος  των  φαντασμάτων.
Με  την  ελπίδα  της  χαραυγής  καρφωμένη  στην  πλώρη.
Με  της  κιθάρας  τη  φωνή  στου  ερωδιού  το  συρτάρι.

Πάνω  σε  μια  ολάνθιστη  μυγδαλιά,
βλέπω  τα  παιδικά  σου  όνειρα  να  κυματίζουν.
Παρ’τα ,  στον  δρόμο  σου  για  ν’ ανθίσουν,
όπως  άνθισε  μια  φορά  το  όνειρο  του  Ιάσονα,
στους  λιβαδότοπους  της  Κολχίδας.
Μάταιο  είναι  το  παράπονο,  τα  βάσανα  πάντοτε  θα  υπάρχουν.
Με  τα  μάτια  των  πουλιών  να  φέρνουν  μουσική  στα  χορτάρια.
Με  μία  αγκαλιά  γαρίφαλα  να  καίγεται  η  καρδιά  σου.
Με  το  βέλος  της  Άνοιξης  στην  ανηφοριά  του  Χειμώνα.
Φτάνει  να  σκιρτήσει  ένα  χαμόγελο
και  μία  καρδιά  πικραμένη  ν’ ανθίσει.
Φτάνει  να  φυτρώσει  μονάχα,
λίγη  ρακή  για  τη  λησμονιά ,
ένα  λουλούδι  για  την  αυλή,
λίγο  ψωμί  για  το  σπίτι.   

από  την  ποιητική  συλλογή << Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς >>

Περί προσδοκιών

Ολόλευκη ολολυγή εκ στέρνου
έκφραση στερνή χορδίζει νεύρου
ταλάντωση ασημόχαρης χροιάς ευχή-
μανίας δίνη πυρόφλεκτη μεμιάς
τυλίγει ρίζες ουράνια σμιλευμένες-
δονεί την μνήμη της ανά συνθήκη
ηθικής λύσης της παλιγγενεσίας

[τρικλίζει οπτική επικάλυψη απροκάλυπτης διάθεσης
χειρισμού του μη εφικτού δια μεσολάβησης δυστοπικής δυσθυμίας]

Εκπορευόμενη ενέργεια ιδεών περιπλέκεται
σφαίρας προκατειλημμένη φυσική επιλογή
κατρακυλάει μαζεύοντας ψήγματα λογισμού
διαμορφούμενη αέναα μη άρτια-
ερείπια τα παλάτια σκίστηκαν τα ξάρτια-
καλλιεργώντας ιστού ολόγραμμα
σε εικονικές ασκήσεις που θα ζήσεις

[απερίσκεπτα σπέρνεις ποικιλίες αλλότριες
προς τα χρηστά ήθη ουράνια ζιζάνια μακάρια λικνίζονται]

Αμοιβαία εξάρτηση προξενεί παραισθησιακού τύπου
αλήθεια σε καλούπι αναγκαιότητας-
συνεπαγόμενες κακοφορμίες ανάγονται σε διπολική
αλυσίδα που οι κρίκοι καταρρέουν δομής δέσμιοι-
ταυτολογώντας ταυτοποίηση αντιδιαστολής


Προσδοκώ ανάταση λοιπών…

Αγία Τεσσαρακοστή

Πέρασαν οι απόκριες
πάνε οι μασκαράδες
που δίνανε νότες χαράς
σε μέρες αποφράδες.*

Πέρασαν και τα κούλουμα
κι αν φάγαμε λαγάνες…
από την Τρίτη πέφτουμε
σε δανειστών δαγκάνες

κι όσων δαγκώνουν τους φτωχούς
και τους συνταξιούχους
για να τους πιουν το αίμα τους
σαν τους συμβασιούχους.

Αυτών που έχουν για θεό
το Άγιο Κεφάλαιο
την Άγια Εκμετάλλευση
Βαγγέλιο παμπάλαιο,

τις Αγορές αγίες τους
τις Τράπεζες ναούς τους
κι έχουνε για αγγέλους τους
‘‘αγνούς’’ πολιτικούς τους˙

των αγορών και των λιστών
τυφλούς εντολοδόχους
που κλέβουνε τα ασημικά
για τους κλεπταποδόχους.

Δεν ορρωδούν προ ουδενός
μαζεύοντας παράδες
και ντύνονται λαοφιλείς
οι αιώνιοι Μασκαράδες,

που κοροϊδεύουν το λαό                
πως τούτη η κατάσταση
και η ληστο-νηστεία 
θα φέρουν την ανάσταση.

Άντε καλή σαρακοστή
                 μα…για καλή Ανάσταση…
                 δεν δείχνει η κατάσταση.

Στο χείλος

Kαι τώρα
σε κυνηγούν τ' αντικείμενα
που λάτρεψες
μα κι όσα δεν έβλεπες
όσα δεν άκουσες.

Διοικούμενος κι ατάραχος
έδεσες στη σύγχυση τα όνειρά σου
και σχεδόν αναίσθητος
μιά πολυπλεξία εμμονών
πλεξούδες στα μαλλιά σου.

Ευτυχία χωρίς ουσία.

Μοναδική σκιά σου
η Σκιά της επανάληψης.

Απο την αρχή μέχρι το τέλος
μιά διακεκομμένη συνουσία.

Της Νύχτας

Δεν εκτιμά τη νύχτα όποιος κοιμάται.
Όποιος δεν μένει μέσα στα σκοτεινά λεπτά
               αρμενίζοντας με ανοιχτά τα μάτια
Δεν εκτιμά την νύχτα όποιος δεν βλέπει τα κλαδιά
ν’ απλώνονται μαύρα πάνω στο μαύρο τ’ ουρανού
Όποιος δε μέτρησε τ’ αστέρια ένα ένα
πάνω στο σκοτεινό στερέωμα
Όποιος δεν παραφύλαξε πίσω απ΄τις πόρτες τις κλειστές
               να αρθρώνεται το Τίποτα
να ψιθυρίζει και να βλέπει τις σκιές
να παίρνουνε τις λέξεις κατά λέξη

Κατ’ επίφαση μελό

Η αγάπη μου για σένα είναι φωτιά
που ζεσταίνει τα σωθικά ενός άστεγου Κόσμου
Τα τρύπια γάντια Του αυτή μπαλώνει
ρίχνει κρυφά στην τσέπη του δυο κέρματα
και μαλακώνει κάτι αδέσποτες ματιές
που’ χαν παγώσει, σ’ άλλο χρόνο αραδιασμένες

Η αγάπη μου για σένα πετά πάνω απ' τις στέγες
μιας πόλης που είναι λίγη
για να χωρέσει τούτη την αρμαθιά πιθανοτήτων
Στο πάσο ντόμπλε του αιθέρα αυτή νικάει
τις καπνοδόχους, τις στρατιές αντένων που εξέχουν
απ΄τα κελιά που μέσα τους βρυχιέμαι

Η αγάπη μου για σένα θε να ντύνεται
με του αναστήματος, που υψώνω, τα κουρέλια
ενάντια σε κάθε τί που εσένα αρνείται˙
σκιάζει, αυτή, με μια της μόνο άχνα
ρέοντας στο μυχό των ματιών μου
το δυνατό και το αδύνατό μου

Η αγάπη μου για σένα είναι αγωνία
που νανουρίζει ταραγμένη την ψυχή μου
με υποψίες για ένα όνειρο παρατημένο
Είναι το ρόδο που ανασταίνεται θρεμμένο
από το φως της πιο νεκρής σελήνης
του πιο θολού νόστου
κάθε φορά που βγαίνω να σαλπάρω
με τα ιδρωμένα θάματα των τσαρλατάνων

Η αγάπη μου για σένα γνέφει ξεδιάντροπα
στις χίμαιρες που κάποτε σκοντάφτω,
ισιώνοντας το βήμα μου σε προφανή συγχρονισμό
με τον παλμό μιας πιο επώδυνης ζωής
αδιόρατης και ορατής

Η αγάπη μου για σένα βλέπει το γκρίζο
με την πιο άλικη απόχρωση που μου έχεις δώσει
και γεύεται στα χείλη την πιο αλμυρή σου ανάσα
Βλέπει και γεύεται
συνεπαρμένη από τη νίκη της
πάνω στον πιο αδύναμο,

στον πιο παραδομένο μου εαυτό

ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ

                               Πάλι  εσήμερα  σε  σκέφτομαι.
                               Συνέχεια  στο  νού  φωλιάζεις.
                              ΄Οπου  πηγαίνω,  όπου  βρίσκομαι
                               με  τη  σκιά  σου  με  σκεπάζεις.

                               Ανοίγω  το  τηλέφωνο
                               λίγο  να  σου  μιλήσω.
                               Αλλά  βουϊζει  σαν  καλεί.
                               Αγάπη,  ώρα  σου  καλή.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Πολλά  λαμβάνω  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               πιάνει  εμάς  τους  δύο.

                               Σαν  κλείνω  το  τηλέφωνο,
                               αμέσως  κουδουνίζει.
                               Μιλάς  με  μιά  γλυκειά  φωνή
                               καί τόνειρο  αρχίζει.

                               Σιγά σιγά  μας  κατακτά  η  δίνη.
                               Σκιρτήματα  μέσ΄ στην  καρδιά  αφήνει.
                               Ο  έρωτας  χαρίζει  πάντα  τη  χαρά.
                               Στον  ουρανό  στέλνει  το  νού  χωρίς  φτερά.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Δικά  σου  ακούω  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               μας  παίρνει  καί  τους  δύο.

                               Παντού  υπάρχουνε  τα  κύματα.
                               Γλυκά  ερωτικά  αισθήματα.
                               Η  ομορφιά  υπάρχει  στη  συμπάθεια.
                              ΄Εχουμ'  οι  δυό  μας  τηλεπάθεια.

                               Μηνύματα.  Μηνύματα.
                               Του ΄Ερωτα  τα  σήματα.
                               Μαγνητικό  πεδίο
                               ενώνει  εμάς  τους  δύο.

ΜΑΣΚΕΣ

Μικρό το μονοπάτι σου ζωή.
Στενό κι ανήμερο θεριό ο πόνος.
Μας πόνεσε τα πόδια και τα γόνατα
και της ψυχής τα βάθη.
Και μείναμε σκυφτοί και νικημένοι,
για αλήθεια μιλώντας στη μοναξιά μας.

Κι η μοναξιά αγρίμι ,πηγάδι βαθύ.
Κεντρίζει κι αφρίζει στα μάτια με τρόμο ,
στα μάτια μ ’οργή…
Κι εσύ αναρωτιέσαι γιατί
και μάσκες πετάς  βδελυρές.
Αναρωτιέσαι γιατί μάσκες σου βάλανε
να ζεις  το παρόν σαν ντροπή,
με ντροπή και φόβο.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης