η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Επόμενη της νύχτας

Όλο το βράδυ θρήνησα
Έκλαψα σε χώματα και στάχτες 
Πάλεψα με μουσικές 
Νίκησα φωτογραφίες 
Έδωσα χρόνο στη νύχτα 
να με φέρει πίσω η ζάλη 
Πήρα δάκρυα για το δρόμο
Έδωσα στον φόβο εσένα να μην είσαι μοναχός 
Σε έβλεπα να φεύγεις
Η φιγούρα σου λιγνή κυρτή να σβήνει 
Το δεξί σου χέρι που πάντα είχα για πυξίδα χάθηκε 
Λέξη όμως δεν είπα 
Στο υποσχέθηκα 
Γιατί εκείνο το βράδυ το θυμικό μου τέρας σε είχε εξαγνίσει μια για πάντα 
Σε συγχώρεσα

Η σημασία του δέρματος των ονείρων είναι η ίδια

Αναμασημένα τα λογικά τόσο του Έρωτα όσο και του Αντέρωτα/
Έγιναν κοτσίδες τα νεύρα και οι θυμοί της Αρετής και της Κακίας./
Βαριά η ελαφρότητα του Είναι 
Όσο και το μεγαλειώδες βάρος του βαμβακιού/
Κρεμασμένα ανασαίνουν τα τοτέμ των προδιαθέσεων για την καταστροφή 
της συμπάσης πραγματικότητας, 
οπόταν ακροβατούν στις ράχες σου τα γαργαλητά ακροδαχτύλων
Και
…ναι…
το σύμπαν (ολόκληρο),κάποτε, θα χωράει  σε δαχτυλήθρες άλλων εποχών!

Από τα μεγάλα ρουθούνια της κάθε ημέρας φαντάζει να εκπνέουν χιονοστιβάδες χαμόγελα με ξεκάθαρα τα δόντια,
ύστερα από ύπνους, στριφογυρίζοντας στα γαλάζια σεντόνια,
χωρίς την αλμύρα της θάλασσας μα
με τα σάλια των δερμάτινων πλασμάτων που σχηματίζονται και μπουρδουκλώνονται ανορθόδοξα και τόσο ελαστικά την ίδια στιγμή…
παρόλο το παράδοξο στο άκουσμα…!


Τα χιλιόμετρα στην θάλασσα ταξιδεύουν πιο αργά από αυτά στον αέρα…
Και το σασπένς σκαρφαλώνει στην μύτη και την γαργαλάει,
με λόγους που ντύνουν προσμονή…περιέργως έντονη, όπως πρωτόγνωρη, που
σαν να επιστρέφει με μνήμη χρυσόψαρου/
και βιώνει πράγματα ήδη βιωμένα,
Με όμορφο θάρρος…/
Πλέον υπάρχουν απέριττες ντροπές, χλωμιασμένες από μόνες τους,
καθώς οι αφροί των κυμάτων σχηματίζουν φράσεις
σε θάλασσα κάπως αναστατωμένη·/
Τότε τα νεύματα από τα κασκόλ σημαίνουν ταχύτητα ανέμου.

{Ο ήλιος ξεραίνει την αλμύρα στα μάγουλα του πλοίου αφήνοντας τα να σκάνε σε καταραμένη επαφή όσο ο καιρός περνάει και το πλοίο ταξιδεύει στα περιπετειώδη χάδια της θάλασσας…

Οι μέρες σταματούν να ταξιδεύουν τα βράδια,
Τότε, αυτές τις αγγίζουν οι άνθρωποι των παθών εξαναγκάζοντάς τις 
να απεκδυθούν τα λαμπερά κοσμήματα του χρόνου 
ιδρώνοντας στα βήματα και στις προπόσεις των μεθυσμένων ανθρώπων,
ενεοί, όπως θα κείτονται,
χαμερπείς, καθώς θα βρίσκονται,
ασθματικοί, όπως θα ακούγονται …όλα αυτά για μια σταλιά χαλασμένο ρούμι,
ξεβρασμένο στον πρώτο ύφαλο του κόλπου της αναμονής…

οι νεκρές χελώνες προφασίζονται την ύστατη ηλιοθεραπεία και 
οι κυρίες με τους άσπρους ίσκιους των μπιζού πάνω στα δάχτυλα και τους καρπούς
καψαλίζουν αλατισμένα δέρματα στις ακτές των ηφαιστείων και ξάφνου…
εκρήγνυται ο ομφαλός της σχέσης,
σπάει η κλωστή που ενώνει τις αποστάσεις από τα σύννεφα στα βλέφαρα,

ανοίγουν τα δάχτυλα για να αγκαλιάσουν τους ώμους…}

ΗΡΘΑΝ

Λίγη ντροπή δε σου 'μεινε και λίγη τσίπα
να περιμένεις τους βαρβάρους να σε σώσουν
την ύπαρξη σου έκρυψες σε τούτη εδώ την τρύπα
ζώντας με μίαν προσμονή,να σε γλιτώσουν

Της ύπαρξης σου διάβηκαν τα τείχη
και συ παιδί αμούστακο, τους άνοιξες να μπούνε
κερκόπορτες βρήκαν πολλές, απ΄την στραβή σου τύχη
κι απ΄τους κακούς λογαριασμούς πολλά κακά θα ρθούνε
Ήρθαν οι βάρβαροι, το δίχως άλλο

μέσα στης πόλης τα στενά περιδιαβαίνουν ήδη
μαζί μ΄αυτούς να, φτάνει έρχεται κακό μεγάλο
κι η μοίρα σε περιγελά ως νάσουνα παιχνίδι

Κι αν κάποιος κάποτε σταθεί στα λίγα λείψανα σου
με απορίαν περισσή πως πέθανες δώ χάμω
με θάρρος που σου έλλειψε και μές τα δάκρυα σου
να πείς πως έχτισα πολλά ονείρατα στην άμμο

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, 28-29/8/2015, ΔΟΝΟΥΣΑ




Είναι ώρα

Η αλήθεια έχει πια πεθάνει;
Η λογική έξω από τα κλουβιά  μας;
Δε θα ξανασηκώσουμε κεφάλι;
Δεν θα ξανανοίξει ποτέ η καρδιά μας;

Τόσα μαρτύρια, και  πειστήρια
κι ελιξίρια                                
ν’ απαλλαγούν απ’ την ψυχή τους; 
Τι κάνουν τόσα εκατομμύρια
άνθρωποι μοναχοί τους;

Μια φορτική ζωή, μια ξένη
δε μου αξίζει ούτε μου πρέπει
ο κόμπος έσπασε το χτένι
όποιος θέλει να δει βλέπει. 

Τα μάγια η νύχτα τά ‘ριξε
και τους ζυγούς θα λύσω
το αστείο παρατράβηξε
και είναι ώρα να ζήσω.

Μόνοι στη λήθη μας θα σβήσουμε;
στην έρημο θα χαθούμε;
Δε θα μας ξανασυναντήσουμε;
Δε θα ξαναντικρυστούμε;

Βουβά ακροατήρια, χωρίς μυστήρια
δίχως αισθητήρια
μες στην κοιλιά του κήτους.
Τι κάνουν τόσα εκατομμύρια
άνθρωποι μοναχοί τους;

Μια φορτική ζωή, μια ξένη
ούτε μου πρέπει ούτε μ’ αξίζει
ο κόμπος έσπασε το χτένι
η ιστορία τώρα αρχίζει.

Και αν φύγω……

Και αν φύγω
Να με αγαπάτε

Και αν φύγω
Να με θυμάστε

Και αν φύγω
Μη με αναζητάτε ατόπως
Είναι σταθερές οι συντεταγμένες

Και να φύγω
Μπορείτε όποτε το αναγκευτείτε
Να με βρίσκετε εκεί
Όπου οι καλές ώρες τού ανθρώπου

Θα είμαι εκεί
Στις πίσω θέσεις
Στη γαλαρία
Να ομνύω εκστατικός.

Η Γιορτή της Ποίησης


Η Γιορτή της Ποίησης   

“Μαζί είμαστε πιο πολλοί και από εμάς τους ίδιους”


Την τελευταία Παρασκευή και Σάββατο του καλοκαιριού, 28 και 29 Αυγούστου 2015, θα πραγματοποιηθεί στη Δονούσα, στο νησί των Μικρών Κυκλάδων, η Γιορτή της Ποίησης.
Η διοργάνωση θα είναι διήμερη και θα περιλαμβάνει απαγγελίες ποιημάτων, μουσική και βιντεοποιήματα. Θα εξερευνηθεί η δυνατότητα διαλόγου ανάμεσα στην ποίηση και σε άλλες τέχνες, μέσα από παράλληλες δράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του διημέρου. Οι δράσεις θα πραγματοποιηθούν στο πέτρινο θέατρο της Δονούσας, καθώς και σε άλλους δημόσιους χώρους του νησιού.
Η Γιορτή της Ποίησης έχει την υποστήριξη του Πολιτιστικού Συλλόγου Δονούσας “Ποσειδών”. Διοργανώνεται από την ομάδες ποιητών “Ποίηση στην εποχή της εκποίησης” και “συν](κίνηση”, τον “Μανδραγόρα”, λογοτεχνικό περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή και τον καλλιτεχνικό οργανισμό “Ορίζοντας Γεγονότων”.
Με την κίνηση αυτή στο νησί της Δονούσας, έναν μικρό παράδεισο ο οποίος έχει καταφέρει να έχει φίλους σε όλο τον κόσμο και όχι απλώς τουρίστες, αλλά και να αναπτύσσεται χωρίς να αλλοιώνεται, επιστρέφεται ένα κομμάτι της ποιητικής έμπνευσης στον τόπο που τη γεννά.
Στη Γιορτή αυτή, η Ποίηση ξαναβρίσκει τον δημόσιο χαρακτήρα της, μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και μοιράσματος.
Συνυπάρχουμε.
Συμμετέχουμε.
ΣυνΔονούμαστε.
Γιατί μαζί είμαστε πιο πολλοί και από εμάς τους ίδιους.
Κάλεσμα Συμμετοχής
Η γιορτή της ποίησης απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα σε ποιητές και ποιήτριες που θα ήθελαν να παρουσιάσουν ποιήματά τους στη Δονούσα στις 28 – 29 Αυγούστου. Στείλτε μας τρία ποιήματά σας στο poetryfestdonousa@gmail.com . Η καταληκτική ημερομηνία για την αποστολή των ποιημάτων είναι η 25η Ιουλίου 2015. Στις 31 Ιουλίου θα ανακοινωθούν τα ονόματα των συμμετεχόντων που έχουν επιλεγεί.
Δήλωσε συμμετοχή και στείλε τα ποιήματά σου μέχρι τις 31 Ιουλίου στο:
poetryfestdonousa@gmail.com
https://poetryfestdonousa.wordpress.com/

https://www.facebook.com/pages/%CE%97-%CE%93%CE%B9%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82/1011506112215899?sk=timeline

απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης

Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και με δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά ιδρώτα το ξόδεψαν στης αμπάριζας την αιχμαλωσία!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Προσέχοντας μη τυχόν και ξυπνήσεις
Τη θύμηση του Οδυσσέα
Στα καρδιόφυλλα της Κίρκης
Αφιονισμένη από τα αρώματα της μέντας
Λοιδορείς της αλαδανιάς τον ίσκιο
Που έσκισε στα δυο της μέλισσας το φτερό
Αργοσάλευτη σαν μέδουσα του Νότου
Αποσπάς το βλέμμα σου από την χάντρα του χαλαζία
Ακουμπώντας το στοργικά στην γαλάζια ποδιά της Νισύρου
Με ένα νεύμα σου μόνο
Ακινητοποιούνται οι πύρινες λάβες των ηφαιστείων
Μπροστά στη πόρτα του Έρωτα
Γιατί
Ξανθά χερουβείμ σου φύλαξαν σε βίγλας πέρασμα το κλειδί της Αθανασίας!

Άφωνη ψαύεις τη ταπετσαρία της φύσης
Νυχοπατώντας μη τυχόν και πονέσει
Το όνειρο της μικροπαντρεμένης και εφιάλτης γίνει
Σε ουρανού σκαλοπάτι
Αέρινη σαν του Μαΐστρου τη φτερούγα φεύγεις
Της κρύας βρύσης μη στερέψεις το στέρνο
Και μείνει άδροσος ο κάμπος με τα αγέννητα πουλάρια
Σμίγεις ποθούμενη
Με των βουνών την αρσενική φορεσιά
Και απαρχής του κόσμου
Κυοφορείς δις την Αμαρτία των μοιχαλίδων
Με ένα λόγο σου μόνο
Διαλύονται τα στρατεύματα στα πεδία των μαχών
Κι ο στρατηλάτης αποσκιρτά
Γιατί
Το ένδοξο φως θριαμβεύει ξανά στα πένθιμα μαντήλια των μανάδων!

Απαλά αγγίζεις τη ταπετσαρία της φύσης
Φοβούμενη μη τυχόν πληγώσεις
Το πράσινο γόνατο της παπαρούνας
Και μες δάκρυ πικρό μιάνεις του ελαφιού τη γούρνα
Μεθυσμένη σαν λυγαριά
Τρέχεις με τα μαλλιά λυτά
Καμακώνοντας με του κορμιού σου τους πόρους
Ξέφτια και σπόρους από το γούνινο γάντι της σιωπής
Που κρυφά ένα βράδυ σου χαρίστηκε
Σε μια ματιά σου μόνο
Περικλείεις όλο το μελάνι των ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα γραφούν
Γιατί
Μικρά παιδιά ιδρώτα το ξόδεψαν στης αμπάριζας την αιχμαλωσία!

Το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ

                    ‘’Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
                             που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι
                             να πούνε.’’                               Κ. Καβάφης
 

Αυτά μας είπε ο Κωσταντής… κι είναι πολύ ωραία.     
Μα εμάς,  μας νοιάζουν οι πολλοί και όχι μερικοί ˙ 
ολόκληρη η αλήθεια  και όχι ένα μέρος της ˙
γι αυτό και λέμε ότι ...

Για τους πολλούς σα σύνολο, και για καθένα χωριστά
έρχεται κάποτε μια μέρα για να πούμε…
ΟΧΙ  στο μαύρο γερο-θάνατο         
                   και ναι στη νια ζωή. 
ΌΧΙ  στο μέσα φόβο μας
                   που μας κρατάει σκλάβους.
να  πούμε ΝΑΙ στην κίνηση να πούμε NAI στη δράση
                   που μας γεννά η ελπίδα και,
ΟΧΙ  στην αδράνεια
                   που γίνεται αντίδραση.
ΟΧΙ  στον εαυτούλη μας
                   στην ψιλοβόλεψή μας
                   και το μικροσυμφέρον μας 
να πούμε  ΝΑΙ στο διπλανό
                   και  στον συνάνθρωπό μας
ΝΑΙ στη συλλογικότητα
ΝΑΙ στην αλληλεγγύη.
  
ΝΑΙ  μέγα στην  ΙΣΟΤΗΤΑ,
ΝΑΙ στην ΑΔΕΡΦΟΣΎΝΗ,
ΝΑΙ στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
                    που δίχα τους δε γίνεται
                    αληθινή ΖΩΗ.

‘‘Γένοιο οίος εί’’  και  ‘‘Γίνε ο εαυτός σου’’
                    μας είπαν δυο μεγάλοι.
ΝΑΙ,  να βρούμε και να γίνουμε πάλι ο εαυτός μας
                    αφού από τη φύση μας, όπως μας είπε άλλος
                    ‘‘πολιτικά’’, είμαστε όλοι ‘‘ζώα’’.

Και ας ακολουθήσουμε και πάλι τον Καβάφη…
 "Κι αν δε μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,
                        τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
                                       όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις "

ΠΑΛΙΑ ΔΟΞΑΣΙΑ

Κάπου μακριά
απ' τα παράθυρα του κόσμου
τα βράδια φαίνονται να λάμπουν
μικρές φωτίτσες μες στον ουρανό.
Κι οι άνθρωποι πλάθουν επιθυμίες πήλινες
ψημένες μέσα στις αδιέξοδες εκπυρώσεις
σ' αυτό το ήσυχο το φως να παν να κατοικήσουν.
Η φαντασία τους
έναν παράδεισο στα μέτρα έχει φτιάξει
των απέλπιδων ονείρων τους.
Αιχμάλωτοι
στην αστρική ηλιόκυκλη την κίνηση
-που χρόνο άλλοι τη λένε-
δεμένοι στου εαυτού τους τις συνήθειες
παραδομένοι στην φιλόκαλη του κύκλου τη φθορά
αυτοδημιούργητοι ιδιοπλόκοι πλεονέκτες
συνοδοιπόροι συμφερόντων σχηματισμών
και αλύγιστοι εγωιστές
που τεχνουργούν κολοσσιαία ασταρτεία
και καινοτάφια λεονταρισμών
που 'ναι με χώμα και αίμα και ψυχές πλασμένα
με ιστορικόκτονες μισανθρωπίας εισηγήσεις
μια πύλη προσπαθούν να βρούν
για να περάσουνε κρυφά μέσα στη νύχτα
στις λαμπερές φωτίτσες για να φτάσουν
κι εκεί να πάνε να κρυφτούν 
φευγάτοι απ' το χωμάτινο εαυτό τους
πιστεύοντας της λήθης πως είναι αυτός ο δρόμος
ότι η ευτυχία στη νύχτα κρύβεται
κι ότι ο τελικός προορισμός του ανθρώπου
είναι το όνειρο
κρυμμένο πάνω σ' ένα άστρο
που οι άνθρωποι ποτέ δε θα το βρούν.

Ένα ιστορικό κείμενο

Στο κίνημα του Συντάγματος το 2011, κάποιο τριήμερο στα μέσα του Ιούνη, 
κυκλοφόρησε στην πλατεία, ένα χαρτί με σύνθεση στίχων από ποιήματα 22 ποιητών. 
Γράφτηκε από την ομάδα ποίηση στην εποχή της εκποίησης 
και μοιράστηκε στην πλατεία σε κάποιες λίγες χιλιάδες αντίτυπα. 
Οι δύο σελίδες του κειμένου εκείνου:



Ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Για μια στιγμή ζητήσαμε τις ρίζες της επιστροφής
κι αμήχανοι συλλαβίσαμε τα λόγια μιας άλλης Ελλάδας
γυρεύοντας πολιτείες αδιαμόρφωτες
χτισμένες με τις τύψεις των ηρώων
κι ύστερα θα γυροφέρνουμε τις γειτονιές που δεν γκρεμίστηκαν
κι αύριο, μικροί κι απροστάτευτοι θα σαλπίζουμε στους αιθέρες
μήπως κι ακουστούμε μέσα στους θάμνους και τις σπηλιές,
μια ηχώ που σε γυρίζει πίσω στο εξήντα
όταν οι μηχανές γεννιόνταν μαζί μ' εμένα.

Κομμένα τα πεζοδρόμια, ελεύθεροι οι φονιάδες
οικόπεδα και σφαγεία ανέβηκαν στις πλάτες μας
και μας πατούνε, και το καφενείο έγινε κέντρο πολυτελείας,
όλα τα κορμιά ντύθηκαν τα θέλγητρα που σκοτώνουν
ένα λουτρό κίτρινου αίματος σπαρμένο με γαρίφαλα
μια δίψα για ν' ανεβούμε στα τελευταία διαζώματα του πολιτισμού
κι ύστερα, παροπλισμένοι απ' τα δρομολόγια της ανίας
θα περιπέσουμε στα λευκά σεντόνια μιας παρθένας
νηστικοί και σκεφτικοί σαν το καράβι που προσάραξε
σαν τους ορειβάτες που χάθηκαν στον Όλυμπο
ψάχνοντας τα ίχνη των δώδεκα θεών και της ψυχής σου.

Τενεκέδες και σύρματα, νυστέρια και περιπολικά
και τα παιδιά σου στα κατώφλια των κλινικών
να παίρνουν φάρμακα για να επουλώσουν τις πληγές
που άνοιξαν οι οβίδες της μοναξιάς'
μη με ρωτάς για το σκοπευτή της μνήμης
του ξέφυγε η σκανδάλη κι οι σφαίρες μια λησμονιά
που έζωσε την πόλη, μια μολυβιά διαγραμμένων ημερών.

Φωτογραφίες και διαφημίσεις κύκλωσαν τα μάτια μας
τώρα τυφλοί ζητιάνοι μες στις μεγάλες λεωφόρους
διασχίζουμε τις έρημες αφίσες που μας χαμογελάνε
όταν δεν ακούς πια τίποτα εκτός απ' τη φωνή σου
τα πρωινά, που μ' ένα τσιγάρο
γίνεσαι πυροτεχνουργός και ολοκαύτωμα.

Γιώργος Γκανέλης, " O σκοπευτής της μνήμης ''εκδ. Στοχαστής, 2013

Οι άγιες νύχτες μου

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι μια ανοιχτή αγκαλιά γεμάτη σούρουπα, όμορφα βράχια, μίσχους αγριολούλουδων, ήχους κυμάτων, μητρικές φωνές που σιγοτραγουδάνε παραμύθια

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι το βλέμμα - χάδι της αγαπημένης όταν κουρνιάζει στο στέρνο μου, οι ανάσες των φίλων που με ζεσταίνουν τον χειμώνα, η ελπίδα να δω και το αυριανό χάραμα

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι τα προγονικά ιερά που πάνω τους θυσιάζω λέξεις, οι μνήμες των κυττάρων που άγγιξαν το κορμί μου, τα πάθη που μου σπατάλησαν χρόνο 

και μου χάρισαν ζωή, το βλέμμα μου όταν βυθίζεται βαθιά στο μέλλον 

Οι άγιες νύχτες μου 
είναι η μνήμη χιλιάδων αδελφών, που υπηρέτησαν περήφανα και μυστηριακά τη μεγάλη Μάνα. Αυτήν που ζητάει ζωή και δίνει αξίες, για να πορεύονται 

οι γενναίοι και να ανασαίνουν οι μικροί.

ΑΦΕΛΕΙΑ

Νάναι στα σκεπά ο αφαλός σου.

Να μη κρυώσει
και τυλιχτεί ξανά στο λαιμό μου.

Λεπίδια τα σπυριά της άμμου.

Να μην ξαπλώσεις άλλο πλάι μου

Κι εκείνα τ άρμενα
Αλάργα
Με τυραννούν
που δεν έφυγα νωρίς.

Μετρώ σβησμένες γραφές
Με άφησες κουφάρι
Τα δόντια μου μονάχα
λαμποκοπούν.

Δεν θα χωνέψω ποτέ
την ανέμη που κατάπια
με τόσους σπαραγμούς σου
Τυλιγμένος.

Τραβώ την κουβέρτα και διψώ.

Για δρόμους που ξασπρίζουν
Για έναστρο νόημα
λευκό.

Για μιά αρμαθιά απο ευλογίες.

Σηκώνομαι και φεύγω.
Μ' ένα σύννεφο στα δόντια.

Χωρίς να νοιάζομαι
αν θα με ξεδιψάσει
ή θα πνιγώ.

ΧΑΛΚΙΝΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κι αν θέλω τώρα στη χώρα των ηρώων
να ακούγεται η φωνή μου
Μαλαμοχάραμα αρχίζει
μαυρίζει ο ουρανός.
Βαθιά σ' ευχαριστώ αρειαγαπημένη
που χάθηκε όλος μου ο εαυτός σε σένα
Τόσες φορές γεννούσες  
το πάθος το παράφορο
Τα τραύματα του κόσμου όλα δικά σου
Τώρα γυρίζουνε πολλοί
που ορφανοί μαζεύουν άνθη
Στολίζουν σάπιο σκηνικό
Και τα θηρία να ξεσκίζουν τη φωνή σου
Τελικά οι θεοί κοιμόνταν πάντοτε
Και τώρα ότι καλύτερό μου
Ξεφτίλα, τηλεόραση και θάνατος
Ελλάδα Αθήνα Κόλαση
Κουρσεμένη και θεοστόλιστη πόρνη,
γλυκιά μου φιμωμένη
Σε χαιρετώ
Στο μεσοστράτι γαβγίζουν
του χαμού οι κομπανίες
«Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου σπαράζεις την ψυχή
γιατί μ’έμαθες και ξέρω ν' ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ»

Είδα νεκρές

Είδα νεκρές, που είχανε τα μάτια σφαλισμένα'
Σταυρό στα χέρια βαστουναν, ''τα σπαγγοσταυρωμένα''.
είδα νεκρές, που αρρώστειες τις είχαν φιλημένες
κι' έμοιαζαν μες τα φέρετρα τώρα, γαληνεμένες
είδα νεκρές που άφηκαν στο δρόμο το παιδί τους
κι' όμοιαν ενέδρα έφερνε, η υστερνή αρπαγή τους
είδα νεκρές, με κόμμωση, γύρου διασκορπισμένη
λες, και τις εκαλόπιζε, θανατηφόρο χτένι.
είδα νεκρές, μες τα λευκά να τις εθάφτουν, ''Τίμιες''
κι'αντι για ρύζι, να πετούν γονείς σωρό βλαστήμιες
είδα νεκρές, μπρος στ' ΄΄Άδικα'', ποτές μετανοιωμένες,
κι' οντε τις κατεβάζανε, δείχναν ''φοβερισμένες''.
***
μα μια νεκρή, σημάδευσε για πάντα τη ματιά μου'
η αδικοσκοτωμένη μου Χριστέ, αθωότητα μου..


Αναμονή

Αενάως διαλυόμενος
κοιμάσαι και χάνεσαι σε θάλασσες χωρίς χρώμα
τα μέλη σου διασκορπισμένα σ΄ένα τοπίο ήσυχης καταστροφής
σε καταπίνει κάθε όνειρο
αληθινότερο απ’ τη ζωή
Κι όταν ανοίγουν τα μάτια, μπερδεύεσαι-
τι ειν’ αυτό που ζεις στ΄αλήθεια;


Κάθε πρωινό μια ανασύνταξη:
Φοράς χαμόγελα
και φτιάχνεις τη φωνή σου σαν γραβάτα
Έξω ο κόσμος σαν να δονείται συνεχώς -
δεν θες να ξέρεις το γιατί
Περνάς μέσα απ’ όλους αυτούς με υπομονή
και βγαίνουν από το στόμα σου οι σωστές οι λέξεις
σφίγγεις χέρια, μοιράζεις χαμόγελα
μα πού θα πάει όλο αυτό


Το βράδυ μόνος, σε δείπνο με το τίποτα
βγαίνουν βόλτα οι σκέψεις, στριφογυρίζουν στο ταβάνι
χορεύουν το δικό τους βαλς μέσα σε μοβ φουστάνια
Ξένες πια κι αυτόνομες
Ολίγον θορυβώδεις, κι  ολίγον - τι απατηλές
Μετράς τα «θέλω», τις στιγμές σου
Και βρίσκεις το ταμείο άδειο


Η απόλυτη αντανάκλαση της σύγχυσης
Και η αναμονή
                    του αγνώστου.

Οι πάνδημες κατανύξεις

Απών, απούσα,
Απούσες, απόντες

Απουσίες σώματος
Ψυχής απουσίες

Οι πάνδημες κατανύξεις
Απουσιολογούν εκφώνως

Όπως και αν το έχω ζήσει
Ιδια είναι τώρα η περίσταση

Σμιλεύουν τη μελαγχολία των εορτών
Πάνω στο ήδη πληγιασμένο σώμα μου

Εστίες κακοφορμισμένες στον αέρα της αγοράς
Δεν πιάνουν τα γιατροσόφια  να τις μαλακώσουν

Κι ενώ κλείνω τα μάτια  μήπως και συντομεύσουν οι μέρες
Θα προσέλθω συνευχέτης να απολογηθώ «και του χρόνου»!

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης