η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Το τέρας πέταξε τη μάσκα του

 Σαράντα χρόνια σαν ξυπνώ,
τρώω δυο φέτες βούτυρο με μέλι σε ψωμί,
και πίνω ένα φλιτζάνι γαλλικό.
Με άρωμα φουντούκι.
Φοράω πράσινο ζιβάγκο,
κι από μέσα ένα πουκάμισο
γαλανό, κολαριστό.

Μ’ αρέσει με τα πόδια να γυρνώ στους δρόμους της Αθήνας,
να έρχομαι σε επαφή με τους ανθρώπους της πρωτεύουσας
και με τα άγχη της ζωής.
Αυτό το πράγμα είναι η ζωή μου,
ο σκοπός της ύπαρξης μου.
Ανάμεσα τους να γυρνώ
μοιράζοντας χαμόγελα μαζί με υποσχέσεις.

-Πώς είστε σήμερα αγαπητή κυρία;
Του γιου σας ετοιμάζουμε το μέλλον,
να γίνει λαμπρός μηχανικός.
-Κι εσείς καλέ μου κύριε;
Ξεκουραστήκατε στις διακοπές;

Τους πόθους  τους μαθαίνω και τους γεμίζω με ψέματα πολλά.
Αρκεί να μ’ αγαπούν κι εμπιστοσύνη να μου δείχνουν.
Δικό τους παιδί να με λογιάζουν,
άνθρωπο που δουλεύει για την πάρτη τους,
και το συμφέρον τους κοιτάζει.

Στον πόλεμο των εντυπώσεων
αν κερδίζεις,
δεν έχεις ανάγκη την ουσία.

Κι εσείς που ακούτε αυτήν την ιστορία,
γιατί τα κάνω όλα αυτά θ’ αναρωτιέστε.
Γιατί να κάνω τα χατίρια στον κάθε πικραμένο
γιατί να τον αφήνω άβουλο και γελασμένο;
Μ’ ένα παράδειγμα θα σας το πω:

Άλλος ανοίγει  τα παράθυρα να μπεί το άρωμα του γιασεμιού,
το μήνυμα της άνοιξης,
απλόχερα να απλωθεί σ’ όλους τους χώρους του σπιτιού.
Να μπερδευτούν οι μυρωδιές,
με της κουζίνας τις οσμές,
και το χαμόγελο να ‘ρθεί στα κουρασμένα πρόσωπα.

Μα όχι εγώ.
Τα κουρασμένα πρόσωπα,
σκυφτά τα θέλω εγώ.
Κι ανέχομαι μονάχα
της άγνοιας το χαμόγελο τα χείλη να κοσμεί.
Δεν έχει χώρο στο μυαλό μου η χαρά.
Στη λογική μου δεν χωρά.

Παραθυρόφυλλα φροντίζω ν’ αφήνω ανοιχτά,
ανάμεσα τους ελεύθερα να περπατεί,
όποιος γνωρίζει πως να φτάσει ως εκεί.
Όποιος γνωρίζει μυστικά που μόνο εγώ γνωρίζω
και που ποτέ δεν τα ‘πα φωναχτά.

Για ίδια λάθη δεν τιμωρούνται όμοια όλοι.
Εγώ φροντίζω γι’ αυτό.
Τις ίδιες ευκαιρίες δεν πρέπει να ‘χουν όλοι.
Εγώ φροντίζω και γι’ αυτό.

Κι αυτά συμβαίνουν φανερά,
διόλου κρυφα δεν είναι.
Και μη ρωτάτε πως τα καταφέρνω- σας είπα ήδη.

Στον πόλεμο των εντυπώσεων
αν κερδίζεις,
δεν έχεις ανάγκη την ουσία.


Μα πάνε τρία χρόνια
που ιδρωμένος είμαι σαν ξυπνώ.
Καθώς φτιάχνω τον καφέ μου,
διαβάζω τις φυλλάδες διαγώνια κι επιφανειακά,
κι όλο σκοντάφτω σ’ αισθήματα πρωτόγνωρα.

Μόλις τη μάσκα πέταξα
κι άφησα το τέρας να φανεί.
Μόλις τις χάρες έκοψα,
και τα γλυκόλογα μου γίναν απειλές,
κι οι απειλές διατάξεις.

Όλα τα ψέματα που είχα πει, χάθηκαν μονομιάς.
Απ’ την επιδερμίδα των ανθρώπων σβήστηκαν,
άτσαλα και βιαστικά,
και πίσω τους άφησαν κενά,
άσχημα και μεγάλα.
Και στην τραχιά τους όψη δεν αντικρίζω πια χαμόγελο.

Το χαμόγελο αν φύγει,
η θλίψη θα έρθει  να συμπληρώσει το κενό.
Τα φοβισμένα πρόσωπα στενάχωρα θα κυνηγάνε
του γείτονα τη φτώχεια να κάνουνε δική τους.
Κι έτσι απλά,
αυτοί με φόβο κι εγώ με σιγουριά,
όμορφα θα ζήσουμε τις άσχημες ζωές τους.
Έτσι νόμιζα.

Ποτέ δεν υπολόγισα της αμφισβήτησης τη δύναμη,
που σαν αρχίσει στις φλέβες να κυλά,
χείμαρος γίνεται
και νέα ορμή τους δίνει.
Ποτέ δεν υπολόγισα πως τόσο μικρές κουκίδες
μπορούν να ενωθούν και γίγαντας να γίνουν.
Κι εγώ φοβάμαι τους γίγαντες.
Γι’ αυτό τους τιμωρώ αλύπητα σαν πα να ενωθούν.

Κι έτσι φτάσαμε στο τώρα.
Ένα οργισμένο τέρας
κόντρα
στο πάθος για ζωή,
στον χείμαρο της αμφισβήτησης.
Ένα φοβισμένο τέρας
κόντρα
σ’ ένα γίγαντα
που παλεύει να σηκωθεί.

Ποιος θα νικήσει;

Μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία

ήρθες σαν μικρή πράσινη καταιγίδα
άνοιξες διάπλατα τα πόδια
κραδαίνοντας τρυφερά ξεσπάσματα λέξεων
μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μια
ψύλλος στ’ άχυρα συμφραζόμενα
απ’ τη σκοπιά της ερμαφρόδιτης φαντασίας των ποιητών



απ’ το ένα σου το αυτί φωνήεντα γκρενά
απ’ το άλλο μου τα’ αυτί προσήκον κόκκινο ανοιχτό
ανάσκελα προσήκει
τα επιρρήματά μου δεικτικές ομοβροντίες
οι μετοχές σου μέλλον τροπικό
χρώματα δισταγμοί συνηρημένοι
συν Αθηνά κι άλλες παρωπίδες «δήθεν»
σε μαύρο φιλμ βουβό-

πινακωτή-πινακωτή
μεσολαβεί ευπροσήγορο κενό
χρόνου, χώρου, ιδεών τρίτου προσώπου

παρωπίδες επιθυμίας ισανώμαλης στου μηδενός τον ύπτιο δεκαπεντασύλλαβο

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ ΕΚΔΡΟΜΗΣ

Ο ανύπαρκτος επιμένει.
Συναντήθηκε με κάποιον στο δημόσιο ουρητήριο.
«Κι εσείς εδώ λοιπόν».
Πρόκειται για αντανακλαστικές κινήσεις
άλλωστε υπό τη γη ο θόρυβος λιγοστεύει.
«Βέβαια, πρέπει να μπορεί κανείς ν’ αντιμετωπίζει τους γλάρους,
είναι τόσοι πολλοί εδώ μέσα»
«Δεν βαριέστε αγαπητέ, εδώ υπάρχουν φυλακισμένοι χρόνια.
Ελάχιστο ζωτικό χώρο χρειαζόμαστε»
«Ο κύριος παίρνει το μπάνιο του»
«Ναι, τον ενοχλείτε όμως μ’ αυτή την αναφορά σας».
Ό,τι καταγράφεται υπάρχει
σαν τις μηνιαίες υποχρεώσεις: έσοδα-έξοδα.
«Υποσχέθηκα να ξεχρεώσω όταν τα χρώματα γίνουν πιο παλ»
«Εμένα πάλι, πεινούν τα μάτια μου»
«Και αναρωτιόμουν φίλτατε, γιατί αυτό το μικρό δάκρυ. Να, σάλιο ήταν».
Για τη διαφυγή υπάρχει ο εφιάλτης, επαναληπτικό όπλο.
Πολλοί προτιμούν να ξυπνούν
άλλοι οργίζονται πολύ.
«Η γνώμη σας για την οργή;»
«Ηρέμησα και θ’ ανέβω πάλι.
Ελπίζω σε αυτούς που θα έρθουν μετά».
Στοιχειώδες: να μην αφήνεις τη μέρα κενή.

ΨΕΥΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Γκρίζα πρόσωπα
άσκοπα τονισμένες λέξεις
επιστροφή στα ίδια
πληρωμένοι κατάδικοι
άχρωμα πτώματα σε σειρά
άχρηστες λέξεις οσμούν κακόφημα
ηχούν σειρήνες σε σπηλιά που οδηγεί
στο φέγγαρο
κι εσύ τον κοιτάς
κι εκλιπαρείς να
σε αρπάξει, να σε
υψώσει και να σε φτύσει
ελεύθερο.
 

Λιμάνι

Ο κόσμος γύρω σου κινείται
μα εσύ έπαψες.
Η μια στιγμή έγινε αιωνιότητα
κι ύστερα πάλι.
Στέκεσαι στο κέντρο του κόσμου
και κοιτάς.
“Ως πότε;” σε ρωτάω, “Μέχρι να χαθείς.”
μου απαντάς.
Άνθρωποι βιάζονται, αμάξια χάνονται,
“Ακόμα σε βλέπω.Εσύ;”
Στέκεσαι στην προκυμαία, ακίνητος,
από άλλο κόσμο.
Στέκεσαι και νιώθεις το χέρι μου
στο δικό σου.
Κανείς δε σε παρατηρεί, δε σε βλέπει
αυτή την ώρα.
Μόνο εγώ, που απομακρύνομαι
και ξέρω
πως νιώθεις τη ζέστη μου πάντα,
κι ας είμαι πάντα μακριά.
Καλά τα καταφέρνει η μοναξιά.
Καιρό τώρα μας σκεπάζει
με τον βελούδινο μανδύα της.
Κι εμείς, βολεμένοι και ζεστοί,
–όπως τότε που κουρνιάζαμε 
στην αγκαλιά της μάνας–
δεν κάνουμε κουβέντα για απαιτητικά «μήπως να…»
 
Μόνο ελάχιστες φορές
παρασυρμένοι από αλλόκοτα όνειρα
που υπαγορεύτηκαν από ανεξάρτητες, σχεδόν επαναστάτριες αισθήσεις,
ξεμυτίζουμε, κοιτώντας κλεφτά πίσω μας,
μήπως μας παρακολουθεί ο ίδιος μας ο εαυτός
και μας καταδώσει.
 
Τρέμοντας το λάθος που θα μας στείλει στην αρχή,
μην έχοντας πίστη στον εαυτό μας
περιμένουμε τον όφη τον σαγηνευτικό,
τάχα να μας πλανεύσει!
Να φάμε το μήλο και να ρίξουμε το φταίξιμο αλλού...
πόσο βολικό!
 
Ώσπου να έρθει εκείνη η στιγμή,
η Τελευταία,
που σκυμμένοι πάνω από το πηγάδι της ψυχής μας
θα βλέπουμε να καθρεφτίζονται μέσα του
όλα τα χέρια που μας απλώθηκαν
κι εμείς δεν είχαμε το θάρρος ν’ αγγίξουμε.

Άμε για τη Γαλήνη

Μη λες πως το κράτος θα σωθεί.
Άμε να δεις τι λέει στην άλλη της πλευρά η ζωή.
Όχι, μην τρέχεις
ξέρασε, ξάπλωσε στην πόρτα σου εχτές.
Αφού είπες δεν την πρόσεξες προχτές,
έξω απ'την πόρτα σου ήρθε να τη δεις
και εσύ νόμιζες πάλι ήταν κλέφτης.
Εκούσια εθελοτυφλείς.
Τι να σου κλέψουν ρε απ΄το τίποτα;

Είπες πως δεν πρόσεξες την εξαθλίωση
που κοιμόταν στην πόρτα σου
πως έφτασε εκεί δε σκέφτηκες,δε ρώτησες,
γι'αυτό μπήκε η κρίση απ'το παράθυρό σου.

Όσο κοιμόσουνα τον ύπνο του δικαίου
φασίστες έραβαν το υφαντό σου,
Μαγιό σου έδωσαν για παλτό
και τώρα κλαις στο κρύο.
Κι άμα τρυπήσει κι αυτό τράβα πέθανε
μα μην τολμήσεις να προσβάλεις της βουλής τους την αιδώ.

Με είδα σε όνειρο την ελευθερία να υμνώ,
κάθε μορφής το φασισμό να πυρπολώ,
με είδα μαζί με αδερφούς να τραδουδώ
“εγώ δεν παίρνω ηρωίνη,δε θα σκάσω,
θα σε πατάξω μέσα μου και θα γελάσω.
Η ειρωνεία μου θα γίνει η συνείδηση σου
κι απ'τη ματιά μου θα πετρώσει η μορφή σου.
Γιατί αυτό το τερατένιο μόρφωμα της κοινωνίας
το κυοφόρησες, το έθρεψες φασιστικούς αιώνες.
Και να που εγκαθυδρίθηκε αυτεξούσια η αναρχία
και αυτεπάγγελτα θα νομιμοποιήσει τους αγώνες.
Και να που έπεσες κυβέρνησή μου
μονάχη σου στο λάκκο που έσκαβες
και οι φωνές που χρόνια έθαβες
ξέσπασαν ζητοκραυγές στη συνείδησή μου.”

Μη λες πως το κράτος θα διασωθεί.
Απηύδησαν μέχρι και τα τσιράκια της αυλής σου.
Νέα γενιά ονομάζομαι κι εσύ κοινωνία στην αναμονή.
Πάντα απ'το όραμά μου ξεκινά η ανασύστασή σου.

Φασίστα ο γέρος που πατάς με πήγε ως την Αλβανία.
Στα σύνορα κόλλησε η μνήμη του φθινόπωρου ημέρα,
που έβγαλε η ψυχή φωτιά και φώναξε “ΑΕΡΑ”.
Έτσι έδειξε πως η εξαθλίωση γεννά ελευθερία.
  
Τώρα η δικιά μου Ελευθερία γεννά την άρνηση για την κυβέρνησή σου
όσο για τη μπότα,τόσο για τη γραβάτα και για την οικονομική πολιτική σου.
Απαξιώ για εκδίκηση,ούτε θα ασχοληθώ μαζί σου.
Η ελευθεριακή δικαιοσύνη μου κοιτάει στο αύριο.
Με λένε Ειρήνη.
Σκότωσα πρώτα το μέσα μου φασίστα,
Θησέας να βαφτιστώ,
Άμε ρε κοινωνία για τη Γαλήνη.

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΡΕΜΟΥΝ

Βλέπω τον εαυτό μου να πέφτει από το 13ο όροφο.
Τα φώτα τρέμουν.
Προσπαθώ να θυμηθώ
μα μάταια. Κλείνω τα μάτια και βρίσκομαι ήδη εκεί.
Πάει καιρός που με βλέπω να χάνομαι.
Κι όταν γυρίζω πίσω, τα πάντα με ακολουθούν.
Μόνος.
Ευθείες γραμμές.
Τρέχουμε. Σταματάμε. Νυχτώνει.
Ακούμε τα πουλιά.
Κάνουμε έρωτα μα νιώθουμε αμήχανα.
Για πόσο ακόμα θα περιμένουμε σε αυτή τη στάση

Όνειρο μέσα στο όνειρο

Έχω ένα πουλί στο στήθος
που όλο θέλω να ξεχνώ
έρχεται το βράδυ, βράδυ
πάω κι εγώ να ξεχαστώ.

Ασημένιο φυλαχτό
ψάχνω μέσα στο νερό
βγαίνω βόλτα στο φεγγάρι
με ποδήλατο.

Είναι ένα κορίτσι λήθη
χάνομαι να το κοιτώ
έχει το πουλί στα στήθη
που ‘γειρα να κοιμηθώ.

Χάθηκε το καλοκαίρι
κι όλο ψάχνω και ρωτώ
φόρεσα ψηλό καπέλο
πήρα χάρτη ναυτικό.

Βγήκα το γιαλό γιαλό
μη το πήρε η θάλασσα
σε καθρέφτη περπατώ
τη ζωή μου χάλασα.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


Αθήνα , 6 εκατομμύρια σε ένα μνήμα
Αθήνα , φτωχοί και πλούσιοι σε κάθε βήμα
Αθήνα , βενζίνα μπουκάλι μεσ’ τη βιτρίνα
Αθήνα , τέτοια βρώμα ούτε μέσα σε καντίνα
Αθήνα ,μητρόπολη των πάντων και των γάτων
Αθήνα ,η πόλη της τέχνης και των γραμμάτων
Αθήνα , εδώ θα δείς την πείνα , εδώ και τη χλιδή
Αθήνα , η όμορφη γκριζούπολη μα στο κέντρο της η λαμπρή Ακρόπολη
Αθήνα, όλο αλλάζει και όλο ίδια μένει και εμείς οι καθυστερημένοι λέμε πως φταίνε οι ξένοι
Αθήνα , πόλη Μετρό , λεωφορείων
Αθήνα , υπόγειων κόσμων και υπουργείων
Αθήνα , πολυκατοικίες χωρίς χρώμα , όλα κάτω απ’ τη σκιά του Παρθενώνα.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Όλοι έχουν ιστορία, αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι όλοι μαθαίνουν σωστά το μάθημά της!...
Ένας πλανόδιος πωλητής καπέλων, έπεσε ένα μεσημέρι να ρίξει τον υπνάκο του κάτω από ένα δέντρο. Όταν ξύπνησε ανακάλυψε έντρομος ότι μια αγέλη πιθήκων είχε βουτήξει όλα τα καπέλα του, και τα είχε ανεβάσει στο δέντρο. Τσαντισμένος και σε απόγνωση, έμεινε λίγη ώρα κοιτώντας την πραμάτεια του στα χέρια των πιθήκων. Κι ύστερα, ρίχνοντας κατάρες στην ατυχία του, έβγαλε το καπέλο που φόραγε και το βρόντηξε θυμωμένος στο χώμα. Οι πίθηκοι που όλη την ώρα τον χάζευαν από ψηλά, με την έντονη τάση τους για μίμηση, πέταξαν κι αυτοί τα καπέλα με δύναμη κάτω. O άνθρωπός μας έτρεξε και τα μάζεψε και σώθηκε.
Καμιά πενηνταριά χρόνια αργότερα, ο εγγονός του, που επίσης πούλαγε καπέλα, άφησε το εμπόρευμά του κάτω απ’ το δέντρο και την έπεσε κι αυτός για ύπνο. Κακώς, κάκιστα: όταν ξύπνησε τα καπέλα είχαν κάνει φτερά. Σήκωσε θυμωμένος το κεφάλι και είδε τα καπέλα του στα χέρια και στα κεφάλια των πιθήκων πάνω στο δέντρο. Πάνω στην απελπισία του θυμήθηκε την ιστορία που του είχε διηγηθεί ο παππούς του. Έτσι έβγαλε το καπέλο που φορούσε και το χτύπησε με δύναμη στο χώμα. Έμεινε έκπληκτος όμως που κανένας πίθηκος δεν έκανε το ίδιο. Μόνο ένας κατέβηκε απ’ το δέντρο. Έτρεξε, βούτηξε το καπέλο που ήταν στο χώμα, πλησίασε τον νεαρό πιλοπώλη που είχε μείνει άναυδος, του έριξε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, και φεύγοντας του φώναξε:

«νομίζεις ότι μόνο εσύ έχεις παππού;».

ΙΣΩΣ ΤΟΤΕ ΠΡΟΟΔΕΥΣΩ

Ήθελα να μάθω γράμματα
από μικρός καθώς θυμάμαι
τη γιαγιά μου να μου απαγγέλλει
το "φεγγαράκι μου λαμπρό"
και να το επαναλαμβάνω
                            διστακτικά
κοιτώντας προς τον ουρανό
την γοητευτική πανσέληνο
δεν την μεταμόρφωσα σε μούσα
μένοντας αγράμματος σχεδόν
με την απόκρυφη ελπίδα
στραμμένη στην άλλη ζωή
όπου κάποιο αστέρι θα μ' οδηγήσει
προς τον δρόμο της τέχνης
                                των λέξεων
κι ίσως τότε προοδεύσω
μέχρι και να γράψω ποίηση
άξια λόγου για τον κόσμο
λεπτεπίλεπτων συναισθημάτων.

Ο ΕΧΘΡΟΣ

Εγώ θα πίνω θα καπνίζω
θα χορεύω θ’ αγαπώ.
Θα βρίζω, θα ξενυχτάω
θα τραγουδάω, θα μιλάω, θα γνωρίζω.
 
Εγώ θα πολεμάω στα πεζοδρόμια
κάθε μέρα,
κάθε μέρα θα μαθαίνω.
Τη ζωή μου δεν χαρίζω,
δικαστές εξωνημένους δεν αναγνωρίζω.
 
Εγώ, φασίστα, δεν περιμένω στη γωνία,
στη πλατεία θα με βρεις γυμνό.
Θα γράφω συνθήματα στους τοίχους
θα κυνηγάω τον χαφιέ.
 
Εγώ θα πάρω πίσω ό,τι έχει χαθεί,
στους δρόμους θα την ψάξω την αλήθεια.
Την οθόνη θα τη σπάσω,
τον κρυμμένο παιδονόμο,
θα τον φτύσω.
 
Εγώ θα κλάψω θα πονέσω θα χαθώ
δεν θα κρυφτώ,
εγώ γιορτάζω, αναπνέω, ξεψυχώ.
Εγώ, παπάδες, δούλος δεν θα γίνω
στον παλιό της εξουσίας σας θεό.
Εγώ παλεύω με τη σκόνη,
το φόβο σας ξορκίζω.
 
Εγώ δεν θα σαπίσω,
θα ξυπνήσω στ’ όνειρο.
Αμνησία δεν θα πάθω,
αμνηστία δεν θα δώσω
στην οθόνη της λήθης δεν θα κλειστώ -
θα βγω ξανά στο δρόμο.
Εγώ θα νοιώθω, θα καώ, θα εκραγώ.

Συνέντευξη του Αλέξη Δάρα για την ομάδα "Ποίηση στην εποχή της εκποίησης" στο "Βακχικόν" (Ιούνιος 2013)

#6 Ποίηση στην εποχή της εκποίησης - Η συνέντευξη


Συνέντευξη
στη Μαρία Τσιράκου
Image
Στο τ.χ. 22 του Vakxikon.gr γνωρίζουμε την ομάδα Ποίηση στην εποχή της εκποίησης. Στην υπόλοιπη ύλη του περιοδικού μπορείτε να αναζητήσετε τηνπαρουσίαση της ομάδας μέσω ανέκδοτων ποιημάτων της καθώς και ένα κείμενο για το βιβλίο που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άπαρσις. Εδώ, ο ποιητής Αλέξης Δάρας, δυναμικό μέλος της ομάδας, μιλάει στο Vakxikon.gr εκ μέρους της.

Ποίηση στην εποχή της εκποίησης. Αποσυνθέτοντας τον τίτλο της ομάδας και της συλλογής σας ή και συνθέτοντάς τον, πείτε μου για τη δράση σας.

Ο τίτλος της ομάδας μας σημαίνει πολλά πράγματα. Καταρχήν, χωρίς περιστροφές, ονοματίζουμε την εποχή μας. Με διαύγεια εντοπίζουμε το κύριο χαρακτηριστικό της χωρίς να μπλεκόμαστε με έννοιες που είναι προ πολλού κενές περιεχομένου, όπως πρόοδος, ανάπτυξη, μοντέρνο, μεταμοντέρνο κ.λπ. Η εποχή μας είναι περίοδος εκποίησης και απαξίωσης σχεδόν όλων των υλικών και πνευματικών στοιχείων. Η έκπτωση και η υποβάθμιση κυριαρχούν σε όλες τις σφαίρες της ζωής μας. Κάποιοι τομείς στους οποίους αυτό είναι ολοφάνερο είναι η εργασία, η καλλιτεχνική παραγωγή, η διατροφή, η αυτονομία και η αξιοπρέπεια του ατόμου, η φύση και το περιβάλλον, οι κοινωνικές σχέσεις, η επιστήμη, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, η εκπαίδευση, η πολιτική, εκποίηση umber ales… Προσπαθούμε να βλέπουμε την πραγματικότητα, δε θέλουμε να πιστεύουμε σε ψέματα επειδή κάπου πρέπει να πιστεύουμε. Είναι απαραίτητο αυτό για να μπορούμε να ανακαλύπτουμε όσα αληθινά και άξια υπάρχουν και να τα ανασυνθέτουμε σε μια νέα δημιουργία. Παρόλο που η εκποίηση είναι μια έννοια με έντονο αρνητικό φορτίο, εμείς είμαστε η ποίηση στην εποχή της εκποίησης και όχι η ποίηση ενάντια στην εποχή της εκποίησης. Δεν παίρνουμε την ταυτότητά μας οριζόμενοι αντιθετικά με κάτι άλλο. Δεν υπάρχει πιο σίγουρη αποτυχία για κάποια κίνηση από το να την ορίσεις ως το αντίθετο κάποιου άλλου πράγματος. Τα παραδείγματα της ζωής μας που επιβεβαιώνουν αυτό είναι αμέτρητα. Το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε γι’ αυτό είναι πως είναι μια στάση μίζερη, κακομοίρικη. Είσαι πολύ λίγος όταν αντλείς τη δυναμική σου από ένα αντί. Και κάτι ακόμη: Ο ετεροκαθορισμός και μάλιστα ο αρνητικός ετεροκαθορισμός δίνει την ευκαιρία σε αυτό που υποτίθεται ότι πολεμάς, να σε χειριστεί όπως θέλει και να σε μετατρέψει σε όργανό του. Καθώς η εκποίηση προχωρά και γενικεύεται, η ποιητική διάσταση του ανθρώπου υποχωρεί. Η ομορφιά, η αγάπη, η εξερεύνηση, η ανακάλυψη, η έκφραση, η επικοινωνία, η ονειροπόληση, το συναίσθημα, το νόημα, η φαντασία, είναι κατά τη γνώμη μου τα βασικά στοιχεία της ποιητικής διάστασης του ανθρώπου. Όλα αυτά βρίσκονται σήμερα υπό συνεχή και συστηματικό διωγμό. Η ίδια η ικανότητα αναπαράστασης εννοιών και καταστάσεων μέσα στο μυαλό μας, που είναι το βασικότερο γνώρισμα του είδους μας, βρίσκεται υπό διωγμό μέσω της κατάργησης της παιδείας και της αντικατάστασής της με ένα σύστημα ανάπτυξης δεξιοτήτων, όπου οι σημαντικότερες δεξιότητες είναι η υποταγή και η συμμόρφωση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η δημιουργία και κυρίως η ποιητική δημιουργία αποκτάει ένα περιεχόμενο όχι απλώς πολιτικό και κοινωνικό, αλλά αναδεικνύεται ως φιλοσοφική θέση, ως στάση ζωής, ως πρόταση. Η ποίηση στην εποχή της εκποίησης είναι ομάδα ποιητών που πιστεύουν ότι η ποίηση δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση. Η ομάδα υπάρχει από το Μάιο του 2010, δηλαδή αμέσως μετά την είσοδο της Ελλάδας στην εποπτεία κάποιων που ισχυρίζονται ότι τους χρωστάμε. Τότε δημιουργήθηκε ο ιστότοποςhttp://ekpoiisi.blogspot.com/ όπου δημοσιεύονται τα ποιήματά μας. Πιστεύουμε στη σχέση της ποίησης με όσα συμβαίνουν στη ζωή μας. Είναι βέβαια σεβαστός ο ποιητής - αναχωρητής και ο ποιητής που ζει στο σύννεφό του με τις μούσες του, αλλά εμείς δεν είμαστε αυτοί. Η ομάδα μας έχει οργανώσει αρκετές ανοιχτές αυτοσχεδιαστικές βραδιές σε διάφορους χώρους στο κέντρο της Αθήνας. Συνδυάζουμε την ποίηση με τη μουσική, τις εικαστικές και αναπαραστατικές τέχνες. Από τον Ιούνιο του 2011 επιμελούμαστε τη ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή ποίηση στην εποχή της εκποίησης, κάθε Κυριακή στις 8.00 το βράδυ, στο δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Αττικής Επικοινωνία στους 94.0 στα fm. Η ομάδα μας έχει συμμετάσχει σε δημόσιες δράσεις όπως η Μέρα Δρόμου, η Διαμαρτυρία των Ποιητών κ.ά. Έχουμε πάρει μέρος σε αρκετές εκθέσεις στα πλαίσια των οποίων διοργανώσαμε ποιητικές βραδιές από αυτές που δε διώχνουν τον κόσμο από την ποίηση, αλλά τον κάνουν να την απολαύσει και να την αγαπήσει. Η ποίηση στην εποχή της εκποίησης πήρε μέρος στο Φεστιβάλ Αντίστασης των κατοίκων της Κερατέας τον Απρίλιο του 2011. Είχε παρέμβαση τον Ιούνιο του 2011 στο κίνημα του Συντάγματος με μοίρασμα έντυπων ποιημάτων και απαγγελίες. Φέτος γιορτάσαμε την παγκόσμια ημέρα ποίησης με εκδήλωση στο ελεύθερο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο Εμπρός. Σήμερα που όλοι μας με βία υποχρεωνόμαστε να εγκαταλείψουμε τις ονειροπολήσεις μας για να στριμωχτούμε σε μια άχαρη και ανούσια ύπαρξη δίχως νόημα, η ποιητική διάσταση του ανθρώπου έχει πρόβλημα επιβίωσης. Και οι ποιητές φυσικά απειλούνται με εξαφάνιση. Αυτή η κατάσταση σπρώχνει τον καθένα στα όρια των ψυχικών και πνευματικών του δυνάμεων και μας ωθεί στην ανακάλυψη νέων τρόπων. Όσοι επιθυμούν και μπορούν και συνεχίζουν να ονειρεύονται γίνονται αντάρτες. Κι οι ονειροπόλοι καλλιτέχνες κάνουν αντάρτικη τέχνη. Και οι ποιητές αντάρτικη ποίηση. Όπως πάντα.

Το βιβλίο σας, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άπαρσις απαρτίζεται από ποιήματα 21 ποιητών. Το νούμερο είναι συμβολικό του αιώνα που ζούμε, ή πρόκειται απλά για μία σύμπτωση;

Μου αρέσει πολύ ο συσχετισμός που κάνετε. Ο αριθμός προέκυψε θα λέγαμε τυχαία. Για να μην μπούμε όμως βαθύτερα στις έννοιες της τυχαιότητας και της σύμπτωσης, απλά θα σας πω ότι ούτε ήμασταν 20 και ψάχναμε άλλον έναν για να συμπληρώσουμε το 21, ούτε ήμασταν 22 και αποκλείσαμε κάποιον για να φτάσουμε στο ποθητό 21. Είμαστε 21 για πολλούς λόγους τους οποίους γνωρίζω αλλά και για πολλούς άλλους που δεν γνωρίζω. Έτσι όπως ο αιώνας μας είναι ο 21ος για πολλούς λόγους τους οποίους γνωρίζω αλλά και για πολλούς άλλους τους οποίους δεν γνωρίζω. Το 21 είτε το δούμε ως 7 φορές το 3, είτε ως κα΄, είτε απλά ως 21, είναι ένας αριθμός που φέρει πολύ πλούσιο περιεχόμενο. Μπορεί να συσχετιστεί με τις βασικές ιερές παραδόσεις της ανθρώπινης ιστορίας και έτσι μπορεί να συσχετίσει αυτές μεταξύ τους, ώστε να αποκαλύψει την αρχέγονη κοινή αφετηρία τους αλλά και το ρόλο που παίζουν στα πλαίσια του τρέχοντος αιώνος. Το ’21 με απόστροφο μπορεί να εννοεί Ελευθερία ή θάνατος και την επικαιρότητα του διλλήματος αυτού στον αιώνα που διανύουμε. Βέβαια, αν ρωτούσαμε έναν γιόγκι που εκτελεί 21 φορές μία άσκηση για τη σημασία του αριθμού αυτού, θα μας έδινε πιθανότατα διαφορετική απάντηση από την απάντηση που θα έδινε ένας χαρτοπαίκτης που περιμένει να του έρθουν δύο άσσοι. Πιθανόν όμως και οι δύο απαντήσεις να μας είναι εξαιρετικά χρήσιμες. Όπως και να το δει κανείς, καθετί που υπάρχει, συγχρόνως σημαίνει και είναι, συγχρόνως ορίζεται και ορίζει. Συγχρόνως είναι το ένα και όλα μαζί. Το να δεις τα πάντα ως μία αδιαίρετη ενότητα, ίσως να μη διαφέρει ουσιαστικά από την ειλικρινή, συνεπή και άφοβη ματιά σε μία και μόνη από τις χιλιάδες πλευρές της.

Δώστε μου τον ορισμό της εκποίησης έτσι όπως εσείς τον αντιλαμβάνεστε.

Εκποίηση σημαίνει υποβάθμιση. Εκφυλισμός και αντιεξέλιξη. Εκποίηση σημαίνει εμμονή στην αρνητικότητα και επιδίωξη επιβολής της. Η κυριαρχία της εκποίησης μπορεί να ιδωθεί ως ένα στάδιο στη διαδικασία σύγκρουσης ανάμεσα στην εξέλιξη και την εντροπία. Ένα στάδιο της σύγκρουσης ανάμεσα στη ζωή και την ανυπαρξία. Εάν η εκποίηση συνεχίσει χωρίς να ανακοπεί η πορεία της, τα στάδια που την ακολουθούν είναι η εποχή του μίσους και της αλληλοεξόντωσης, η εποχή της αποκτήνωσης και της μετατροπής του ανθρώπου σε πράγμα. Πιστεύω όμως ότι αυτό δεν θα συμβεί. Εάν κάποιοι έχουν μία μηχανιστική, γραμμική αντίληψη της ιστορίας και της πορείας της ζωής, τότε τα στάδια που προανέφερα θα τους φανούν αναπόφευκτα. Πιστεύω ότι σε όσους έχουν μία τέτοια αντίληψη, η πραγματικότητα τους επιφυλάσσει τρομερές εκπλήξεις.

Αναφέρετε στο εισαγωγικό σημείωμα: το ζητούμενο δεν είναι μια ποίηση για την εποχή, αλλά η ποίηση στην εποχή της. Έχει η ποίηση εποχή, με την έννοια του χρόνου;

Η εποχή της εκποίησης θα περάσει. Για την ποίησή μας όμως δεν μπορεί κανείς με σιγουριά να πει το ίδιο. Αν θα μπορούσε κανείς να δει την κίνησή μας ως ένα λογοτεχνικό ρεύμα αυτό είναι η ποίηση στην εποχή της, η οποία πιθανότατα υπάρχει σε κάθε εποχή. Ποίηση στην εποχή της σημαίνει ποίηση με συναίσθηση του κοινωνικού της ρόλου και φορείς αυτής της συναίσθησης είναι και οι δημιουργοί και οι αποδέκτες. Όταν η τέχνη είναι τοποθετημένη γερά στην εποχή της, έχει ελπίδες να γίνει διαχρονική. Τα παραδείγματα άφθονα. Από τον Όμηρο, τον Αισχύλο, το Σολωμό, τον Καζαντζάκη, μέχρι τον Μπετόβεν, τον Θεοδωράκη, τους Beatles, τους Pink Floyd. Και όταν συζητάμε για κάποια εποχή, τι χαρακτηριστικότερο έχουμε να αναφέρουμε γι’ αυτήν, από τα υψηλά έργα τέχνης της εποχής εκείνης; Ένα σχετικό απόσπασμα από ένα κείμενο του Σεφέρη: Όταν λέω Τέχνη… εννοώ μόνο την πνευματική τάξη που δημιουργούν τα καλά έργα της τέχνης περασμένα ή σημερινά, εκείνα που νομοθετούν, εκείνα που θα μας διδάξουν. Αν κοιτάξουμε λοιπόν τα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτά τα έργα, θα ιδούμε ότι δεν είναι διόλου ξένα από τους αγώνες και τους πόθους της εποχής τους. «Ο μεγάλος καλλιτέχνης», όπως είπαν «δεν είναι της εποχής του, είναι αυτός ο ίδιος η εποχή του». Ναι, έχει η ποίηση εποχή, όπως η εποχή έχει ποίηση. Ο ποιητής δεν περιμένει να έρθει κάποτε η εποχή της ποίησης, η εποχή της ποίησης είναι γι’ αυτόν σήμερα. Σε μια περίοδο σαν αυτή που ζούμε, ο καλλιτέχνης είναι δύσκολο να μην επηρεαστεί από αυτά που ζει. Θα λέγαμε ότι είναι δύσκολο να μην υπάρχει καθόλου πολιτική χροιά στο έργο του. Όμως η πολιτική τέχνη σήμερα δεν μπορεί να είναι πολιτική με την έννοια που ξέραμε στο παρελθόν. Ούτε φυσικά μπορεί να είναι στρατευμένη, αφού έτσι αυτοαναιρείται ως πολιτική αλλά και ως τέχνη. Η στράτευση απαιτεί υπακοή, διοίκηση, περιχαράκωση κι έτσι ο στρατός αυτός είναι ήδη προδομένος από τον ίδιο τον εαυτό του. Τα παλιά κλισέ δεν χωρούν τη σημερινή πραγματικότητα κι αν η απομάκρυνση από την πραγματικότητα έχει γίνει κιόλας συνήθεια, η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον εαυτό του δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητη την τέχνη που θέλει να είναι η τέχνη στην εποχή της, την τέχνη που θέλει να είναι η εποχή της.

Σε ποιους απευθύνεται η Ποίηση στην εποχή της εκποίησης;

Η ποίηση στην εποχή της εκποίησης απευθύνεται σε όλους. Πιστεύω ότι το καλό έργο τέχνης, το έργο τέχνης που δεν φοβάται την έκθεση γιατί πιστεύει στον εαυτό του, μπορεί να μιλήσει σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, στον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Η αντίληψη ότι η ποίηση είναι τέχνη για λίγους είναι βασικός λόγος της έλλειψης αποδοχής της ποίησης, φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών. Γιατί η τέχνη για λίγους εκφυλίζεται εύκολα σε τέχνη που δεν έχει κάτι να πει. Όπως και έγινε. Πιστεύω πάντως ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει σαφής θετική μεταστροφή του ενδιαφέροντος για την ποίηση. Η ποίηση στην εποχή της εκποίησης απευθύνεται σε όλους για έναν παραπάνω λόγο: Δεν εστιάζει σε αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους αλλά σε αυτά που είναι κοινά. Η αναζήτηση νοήματος στη ζωή μας είναι το βασικότερο από αυτά.

Πώς το συλλογικό μπορεί να γίνει πράξη σήμερα που ακόμα, το ατομικό υπερισχύει;
Πιστεύω ότι το συλλογικό είναι οργανικά και διαλεκτικά δεμένο με το ατομικό. Σήμερα δεν υπερισχύει το ένα του άλλου, αλλά απουσιάζουν και τα δύο, ή πάσχουν, είναι προβληματικά και τα δύο. Δε νομίζω ότι ο άνθρωπος που παίζει συνεχώς αυτοκαταστροφικά παιχνίδια εξουσίας με τους γύρω του, που δέχεται τη συνεχή πτώση της ποιότητας ζωής του, που δέχεται να τρώει μεταλλαγμένες τροφές και να πίνει νερό γεμάτο με χλώριο και φθόριο, που θέλει τις διακοπές του σε all inclusive hotels και εκτονώνεται σε κατωτάτου επιπέδου στρατόπεδα διασκέδασης, δε νομίζω ότι αυτός ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με το προσωπικό του συμφέρον. Πιο πολύ μου φαίνεται σαν ένα ζαλισμένο πλάσμα, με παντελή έλλειψη προσανατολισμού και με τεράστιες ποσότητες τρόμου συσσωρευμένες μέσα του. Ο τρόμος υπάρχει στο σημερινό άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορεί πια να συνειδητοποιήσει το μέγεθός του, είναι εθισμένος σε αυτόν και τελικά καταντάει να γίνεται το οικείο σκηνικό μέσα στο οποίο αναγνωρίζει τον εαυτό του και τη σχέση του με τους άλλους. Η έλλειψη συλλογικότητας και αίσθησης του «εμείς» πάει μαζί με την αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του. Η λύση του δράματος πιστεύω ότι θα αρχίσει να εμφανίζεται σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο συγχρόνως. Η ασφυκτική πίεση, η περικύκλωση  και τα αλλεπάλληλα σοκ που υφίσταται ο άνθρωπος και η κοινωνία, θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη νέων τρόπων και νέων ικανοτήτων. Ο άνθρωπος θα αναγκαστεί να εξελιχτεί και να πάει παραπέρα σαν άτομο και αυτό το παραπέρα έχει να κάνει με τους τρόπους επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους. Πράγματα που δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε ή ίσως τα θεωρούμε αδύνατα, σύντομα θα είναι αυτονόητα και καθημερινά. Πιστεύω ότι είμαστε κοντά στην ανάδυση ενός νέου ανθρώπου και μιας νέας κοινωνίας.

Πείτε μου μια λέξη που ονειρεύεστε να γίνει πράξη με, ή και χωρίς εσάς.

Βούληση.


http://www.vakxikon.gr/content/view/1628/9755/lang,el/

Στον εμφύλιο που έρχεται ξανά

Και γιατί να δακρύζω αδελφέ;
παίζοντας στα σοκάκια μικροί
νόμισες πως μ’ άφησαν να σ’ αγαπήσω;
Εσύ θαύμαζες τον παππού τσολιά
και γω τον παππού αντάρτη.
Θυμάσαι πως…
στο τέλος τους πρόδωσαν και τους δύο.

ΓΙΟΡΤΑΣΑΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΜΟΥ

Γιορτάσαμε το θάνατο μου
φίλοι αγαπημένοι.
Ήπιαμε, με τα ποτήρια μας ψηλά
τα μάτια δακρυσμένα.
 
Φωνάξαμε στα νιάτα μας
ξορκίσαμε το τώρα
ορκιστήκαμε στο χθες
απολογηθήκαμε στο αύριο. 
 
Φωνές, γέλια, μουσικές, χαμός,
γιορτάσαμε το θάνατο μου
μ’ αγκαλιές,
το τέλος ήταν τώρα.
 
Σκιές σαβάνωσαν τους
δειλούς της ζωής μας.
Τρεις άγγελοι
καθίσανε δίπλα στα κεριά μας
τρεις διάβολοι
χορεύανε μες την αγκαλιά μας.
 
Γιορτάσαμε το θάνατο μου
φίλοι αγαπημένοι
και λέγαμε και λέγαμε
για μέρες θυμωμένες
και λέγαμε και λέγαμε
γι’ αυτά που δεν μπορείς
να κουβαλάς στο θάνατο
μαζί σου.
 
Για όνειρα αποσκευές
που έμειναν στα αζήτητα
μιας αφετηρίας. 
 
Ρώτησα για παράπονα
και μου παν όλοι δύο.
Πώς ήμουνα ανεκτικός
και ότι τα ήξερα όλα.
 
Ενόψει τέλους,
σκέφτηκα τη συγνώμη.
 
Αδέρφια!
Φώναξα, κι έγινε ησυχία.
Μετάνιωσα, σας λέω την αλήθεια.
 
Όχι για τα λάθη μου
που λέτε
κι είναι μύρια.
Αλλά που δεν έκανα κι άλλα
κι άλλα  τόσα.
 
Φίλος σας πιστός ορκίζομαι,
και τώρα, στο τέλος της ζωής μου
για την ανεκτικότητα,
ειλικρινά απολογούμαι.
 
Για όσα σκύβαλα, στη πλάτη μου
κουβάλησα κι ανέχθηκα μια ζωή
το αίμα να μου πίνουν.
 
Φταίω που λησμόνησα
δάσκαλους καθηγητάδες παπάδες
και άλλης φύσεως καθοδηγητές
όλους να τους φτύσω.
 
Μετάνιωσα, σας λέω αλήθεια
για όλες τις φωτιές που έσβησα
μα πιο πολύ για κείνες που δεν έβαλα.
 
 
Φούντωσε η γιορτή
φόρεσα το σάβανο
οι φίλοι με πήρανε στα χέρια.
Μ’ ένα χαμόγελο ξάπλωσα,
έτσι τον είχα φανταστεί
κι αυτόν το θάνατο μου.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης