η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων κουμπωμένη μέχρι το λαιμό

Εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία 

διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά

προφητεύω τη χρυσή βροχή
με σινιάλο υγρόληκτα μογγολικά στιχάκια
η αλήθεια της ζωγραφιάς των στίχων
κουμπωμένη μέχρι το λαιμό-
αχίλλειος πτέρνα φυλλοβόλου λόγου

μες στη στρεβλή αναίδεια της νυκτός υποτακτική αιδώς

χθόνιων ήχων

ω τάδε βίωμα, ω δείνα μετοικεσία
εν πολλαίς αμαρτίαις ομοούσιο όνομα αυγερινής

ανάγλυφη χλωμή
πρωτόπλαστη πελιδνή
ένας καβγάς πολύτιμος που απόμεινε SMS
Σοφία Νεφέλη, πολυώνυμη λερναία εμμονή
με τα φτερά της καστανιέτες στο χορό των λουλουδιών-
είναι άραγε το μήνυμα όπου μπορεί να τελειώνει
η συναίνεση που εξασφάλισε
το ποίημα μου το γανωμένο;

εμβόλιμα στη μεταφυσική ανησυχία
διαδραματίστηκαν δυο σώματα γυμνά
να βρουν το μίτο εκεί
στο χορό των λουλουδιών της Άνοιξης
(ό,τι πεις…)

Αυτό το "γεια", το τελευταίο...

Το βλέμμα παγωμένο,
ένα γέλιο κολλημένο...
Από συνήθεια κοιτούσες,
Ελευθερία αναζητούσες...
Μια στιγμή ήταν αρκετή,
για να βρεις την αφορμή.
Έτσι, με πέτρα την καρδιά
και βαριά την αγκαλιά
μου είπες μες στο κρύο
ένα "γεια", αντί για "αντίο".

Ψυχή ασπαίρουσα

Ελαμπε ο βράχος κοφτερός
Ίδιος η ευθύνη
Ίδιος η ιστορία
Μέσα σε πέλαγος ριγμένος αιώνες
Να ποπτεύει τα νησιά του
Να στέκεται ίδιος με μαχαιριά
Που μάχεται γι’ αυτές τις πολεμίστρες της αλμυρής πηγής
Για το γαλάζιο της προδομένης περήφανης ψυχής
Φιλόξενο πέλαγο που κανείς δεν θρέφει
Παρά μόνο ο ήλιος που τον κοιτώ από ψηλά
Σε αντανάκλαση που ίδια ασπίδα μέγιστη
Για κάθε ύβρη
Φυλάει την ψυχή ασπαίρουσα
Κομίζει μια μετάγγιση
Σε κάθε πληγή
Ξανά και ξανά
Και πάντα θα πράττει μέχρι το τέλος του χρόνου
Μέχρι τούτη η γης να είναι ανάμνηση
Πλεγμένη σ’ αστέρια μακρυνά
Και η ψυχή του τόπου αυτού
Να παίρνει μορφή ξανά
Εκεί
Θρύλος για τους γενναίους
Δέος για τους μοιραίους
Ίδιος σκοπός ζωής
Μία νέα κοιτίς

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Μ' ένα ξεχασμένο ροκ εν ρόλ
θα σε καλως ορίσω
απόψε
που χασε το δρόμο ο καιρός
και βρέθηκες να με κοιτάς
στο απέναντι πεζοδρόμιο
πόση σιωπή
μπορεί να χει μέσα του ένα παλιό τραγούδι
και πόσα λόγια λέει μονολογίζοντας
όταν τους ξεχασμένους δρόμους περπατάει
και προσπαθεί ν'αναγνωρίσει
μέρες που χάθηκαν
μέσα σ'ένα φευγαλέο φως
σε μια γιορτή που θα την αιχμαλώτιζε το αύριο
για να πληγώσει κάθε πτυχή
των λευκών ανάλαφρων συναισθημάτων
που είχαν την τόλμη να πουν
υπάρχουμε
ακολουθήστε μας
δεν έχει τέλος η μέρα της μεταμόρφωσης
η αγάπη δεν έχει τέλος στην αιωνιότητα.

ΕΜΦΟΒΟΙ

Μέσα στον κάδο

Των Ιστορικών λαθών

Το χέρι αναδεύει-χωρίς να πιάνει.

Δεν μάθαμε τίποτα.

Ακόμα και τους νεκρούς μας

τοποθετούμε σε στάση


Συνεσταλμένη.

Αφέντες

Αφέντες σεις που πλέκετε, με δάφνες μαραμένες
του τομαριού σας το λαμπρό, μα λιγδιασμένο πέπλο
αφέντες σεις, που κλαίγεστε για του λεπρού το δίκιο
δεν ξέρατε μου τάχατες, σεις Ήρωες Μουνούχοι,
οι πράξεις σας πως τις ψυχές σας έχουν αμαυρωμένες;

***
Αφέντες σεις που φέρνετε σε γιαλαντζί αντάρτες
κοιτάξτε πέρα μακριά, όσο σας φτάνει η σκέψη
θα στέκεστε εφταμόναχοι, στη λαϊκή σας δίκη
μαύροι, σαχλοί και αχαμνοί, πνευματικώς ευνούχοι
στην Προίκα της Παντάνασσας γυρίσατε τις πλάτες.

***
Αφέντες σεις, που σέρνεστε ευθύς προς τον Χαμό σας,
αθώων αίμα αποζητά, τον διαμελισμό σας
Αφέντες που βαπτίσατε Μεμψιμοιρία τη φρίκη,
 κόσμος αλάργα από χαρές, βαθιά αφοσιωμένος
σας πλέκει τον ιστορικό Εξαίσιο αφανισμό σας!

Περιμένοντας τη δόση

Σαν τα μαστούρια καρτερούν
τη δόση οι κυβερνώντες
μα οι δανειστές μας απειλούν
τρίζοντας τους οδόντες.

Ζητούν προαπαιτούμενα
αν θέμε να μας σώσουν
που αν δεν τους τα δώσουμε
τη δόση δε θα δώσουν.

Για το καλό μας θέλουνε
τα φάρμακα το γάλα
και το ψωμί να το πουλάν
στα market τα megaλα

μαζί με προφυλακτικά
αγγούρια και πατάτες
και βαζελίνη εκλεκτή
για όλους τους πελάτες˙

θα είναι πολύ χρήσιμη
καθώς μας ξεβρακώνουν
και τη μεγάλη δόση τους
βαθιά μας την ε-χώνουν.

Στην υγειά μας ρε παιδιά…

Χαι κου

Ροδοπέταλα
στο λευκό στο γαλάζιο
όνειρο ανθού.


Στο μακρύ δρόμο
η σάρκα του ήλιου
γίνεται σκιά.


Χλωμό φεγγάρι
χαϊδεύει την κερασιά
τα μεσάνυχτα.


Ίριδα νύχτας
της μαύρης πεταλούδας
άφανα φτερά.

Διονυσιακή έκσταση

...Ανατολή...
...η Αλεξάνδρεια και η Σμύρνη...το μυστηριακό τους σαγήνευμα...
                                  ο Αιγύπτιος αυχμηρός αγέρας...
τα μισοφέγγαρα στο τέμενος με τα φαρδιά τόξα
                                      και τις ημικυκλικές κόγχες των μιναρέδων
                                                             εκείνο το μισοσούρουπο,
                                               κι ο μουεζίνης στον σεριφέ...
          …και να φτεροκοπούν στο καθρέφτισμα οι ίριδες…
Το θείο πλάσμα...κόρη σηψάντη και μεγαλέμπορα...
σοκολατί, ντελικάτη, τρυφερό στήθος, ροδαλό στόμα,
         νωχελή, αμυγδαλωτά μάτια,
                             που ξεχείλιζαν ψυχή, Ζωή και χρώμα
χέρια μάγισσας, σε πλάνευαν στον χορό τους
                      πόδια σμιλεμένα από τεχνίτη αδάμαντα
                                                λείο, ευωδιαστό, άτριχο δέρμα
το ηδυπαθές βάδισμα της...λευκό, αραχνοΰφαντο φόρεμα κι από μέσα
                                                       μια λεπτή σιλουέτα γυμνή...
η ζουμερή, χυμώδης, γεύση των μπουτιών της... ...η γεύση της...
ήταν υπέροχη ξαπλωμένη με ορθάνοιχτα τα πόδια...
                               ...ήταν υπέροχη όπως κι αν ήταν...
...κουνιόταν...                                  ...βογκούσε...
                   ...η λεκάνη της...                    ...η σάρκα της...
     ...τα μαλλιά της στο πρόσωπο...
                 εκείνο το βλέμμα της ξέφρενης διονυσιακής έκστασης...
η θελκτική, κοριτσίστικη φωνή της με την ανεπιτήδευτη,
                                                            αφελή χροιά...
           “...fuck me...fuck me...fuck me...”
               και ξεχύνονταν οι ευωδιές των ξέπνοων υγρών του έρωτα μας
…τα νερά της λάμπας καθώς έφεγγε στο μάρμαρο…


(Από το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»)

Έγκλειστος

Μπήκα πάλι σε μαντρί.
τη μοναξιά φοβήθηκα
κι ήθελα να νιώσω πιο δυνατός
άλλη μια φορά γελάστηκα.
Εξουσίασε ή θα σ’ εξουσιάσουν
μα τίποτα απ’ αυτά δεν θέλω.
Ήρθα στα δυό
καλόγερος ή διαβρωμένος
μα θα’ναι  λάθος, σκέφτηκα,
λάθος θα είναι
οι άνθρωποι δεν ζουν έτσι
δεν μπορεί
αλλιώτικα μπορούν να υπάρχουν…
Ύστερα κουράστηκε ο νους μου
κι αναστέναξα
ένα τραγούδι με γαλήνεψε
ένα βιβλίο με παρηγόρησε.

«ΕΣ ΑΥΡΙΟΝ»

                                 Σήμερα κάηκαν δέκα δάση,
                                 έγιναν είκοσι τροχαία,
                                 έγινε μια πυρηνική δοκιμή,
                                 απειλήθηκε να γίνει πόλεμος…
                                 Μα τι μας νοιάζουν τώρα όλα αυτά;
                                 Αφού δεν το κερδίσαμε και πάλι το Λαχείο.
                                 Εξάλλου έχει νυχτώσει,
                                 ώρα για ύπνο πια,
                                 να ξεχαστούμε,
                                 να αφήσουμε για αύριο τα σπουδαία…


 Μια αίσθηση προδοσίας
 και η δύναμη της αγάπης
 Η μάχη στο συνειδητό
 στην πλάνη της απόλυτης
 ψυχεδέλειας

 Άτρωτος, σίγουρος γι΄αυτό που
 νιώθεις, και
 αδύναμος, αμφίβολος γι΄αυτό που
 πρέπει
 Φοβισμένος να μην πληγωθείς

 "περήφανος" για της καρδιάς
 σου τ' ανείπωτα

 Άνθρωποι μάσκες,
 μιας παγερής χαμογελαστής
 εικόνας
 Πολύχρωμες συγκινήσεις
 πνιγμένες σε γκρίζες θάλασσες

 Έντονες αναμνήσεις,
 ξεθωριασμένες ζωγραφιές 

 Σταγόνες της βροχής στο τζάμι,
 δάκρυα, ψιχάλες της ψυχής

 Άνθρωπε ζήσε, πέταξε την ασπίδα
 του φόβου σου,
 βγάλε την μάσκα του δήθεν
 αοράτου, 
 πάρε επιτέλους τον πρώτο ρόλο
 της παράστασης.

 Δεν είναι δύσκολο,

 Κλάψε, γέλα, ερωτεύσου, αγάπα,
 τσαλακώσου, μίλα...
 σκέψου για μια στιγμή πως θα
 ήταν
 αν δεν σε ένοιαζε να γδυθείς
 μπροστά σε μάτια άλλων

 Ζήσε σε στάδιο R.E.M το ένα και
 μοναδικό ταξίδι...
 την ζωή σου, 

 όχι για λίγα λεπτά της ώρας αλλά
 μέρα νύχτα... 
 μέρα νύχτα χωρίς σταματημό! 
 Σκέψου τι
 φαντασμαγορία... 

ΤΑ ΖΩΑ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ

Η δαμαλίτσα με τα μάτια ολοφώτεινα
Χνώτιζε του σπηλαίου τον αέρα
Δυο προβατάκια στης σπηλιάς τα μισοσκότεινα
Με δυο αρνάκια
φεγγοβόλησαν στη μέρα
Που ο κόσμος μας για πάντα άλλαξε
Με τ’  ουρανού θεόσταλτη ελπίδα

Κι ένα πουλάρι γαϊδαράκος
κι αυτός έτρεχε πάνω και κάτω
Σκύβοντας στης φάτνης το μυστήριο
Νιώθοντας μια χαρά μες την καρδιά
Στου χρόνου το μεγάλο τελεστήριο

Βραδιά της Βηθλεέμ του Νου βραδιά
Που σμίξανε τα κάτω με τα ουράνια
Και βρήκε ο κόσμος Τον Πατέρα και Το Γιο

Και Πνεύμα Άγιο έσβησε του κόσμου την ορφάνια.

Πέρασαν…

Μ’ ευχές και αν χορτάσαμε
τις ‘‘άγιες’’ τούτες μέρες
τα ψέματα τελειώσανε ˙
ξανάρχισαν φοβέρες

οι Τρόικα κι οι δανειστές
κι όλες οι άλλες λέρες
να ξαναπιάσουμε κουπί
στου χρέους τις γαλέρες.

  και του χρόνου…
       τώρα…

 τα κεφάλια μέσα

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Πλησίστιοι και με τον καιρό
στη πλώρη κόντρα,
περάσαμε σαράντα κύματα
και πάμε όρτσα, γι άλλα τόσα.
Ας ανταριάζει δρόλαπας,
πορεία για το Θιάκι εντός μας.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ

Σε ξεχασμένες διαδρομές τα όνειρά μας…
Στα σκλαβοπάζαρα του κόσμου τα παιδιά μας…
Πόση ασχήμια και σκοτάδι γέμισε η ζωή!
Μας στοίχειωσαν μαύρα φαντάσματα
 δουλείας  το δρόμο της ζωής,
που ‘ναι  ο δρόμος των θελήσεων τ’ ανθρώπου.

Ανήλεη ανάγκη, που καις-σφυρί καυτό-
τη θέληση και τη ματώνεις !
Ανήλεη δολιότητα του κούφιου ανθρώπου!
Τι γυρεύατε λάθη ξένα να φράξετε το δρόμο;

Ξανά ζητούν καρδιές ,ζωές να εισπράξουν…

 Ζωή  δεν παραδίδουμε σε άπονων τα χέρια.
Ζωή δεν παραδίδουμε σ’ ανθρώπων την οργή.
Τώρα είναι η ώρα του ανυπότακτου,
του ανυπόκριτου του λόγου…  Αυτόν  υπηρετούμε,
καθώς ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τον κόσμο
με απόφαση κι υπομονή, με πάθος και με γνώση.

Τώρα  είν’ η ώρα του λαού,  είν’ η μεγάλη  ώρα.


Ζωή που μας  στερήσανε…  παίρνουμε πίσω τώρα. 

Ο μωβ άνθρωπος

Χτες βράδυ ένας μωβ άνθρωπος
κάθισε στον εξώστη
του ονείρου μου

δεν ήταν σίγουρος για το μέλλον του
διαλογιζόταν αιώνες τώρα
είχε πετρώσει ζωντανός

τα πόδια του ρίζες
που φλέβιζαν τη γη
το στόμα του χώραγε
την Αφρική

κανείς δεν έπρεπε να τον αγγίξει
οι μαγικοί κρεμαστοί κήποι γύρω του
οι ταξιδευτές που τον θαύμαζαν
ο ήλιος που ήτανε δικός του
το φτερό της πεταλούδας
καθώς ξεμάκραινε
λίγο πριν το χάος

κανείς δεν έπρεπε να τον αγγίξει
αν εκείνος έσπαγε σε χιλιάδες κομματάκια
ο κόσμος όλος θα πνιγόταν
σ’ένα μωβ σύννεφο σκόνης

μείνετε μακριά
ούρλιαξα στα αγέννητα αστέρια
μα ο αντίλαλός μου φώτισε
μόνο τα πεθαμένα

μείνετε μακριά
δεν αντέχει αυτά τα χέρια
στέκει ατάραχος εκεί
Νύχτα υγρή.
Καθώς ερωτοτοπούσα με το σκοτάδι
παρεμβλήθη το φως
-αιώνιοι συνοδοιπόροι-
για να κρύψει όσα μπορούσα να δω.
Ποιανού το είδωλο που με κοιτά;
Πίσω από το κερί δεν υπάρχει καθρέφτης.

Ψυχή μου σκοτεινή.

Ψυχή μου κινούμενη αενάως,
αιώνια δεμένη με το σκοπό
να ευτυχήσεις.

Αξιομακάριστη η διπλή κοψιά του μαχαιριού της τύχης,
η αστραφτερή μεριά του προετοιμάζει πάντα
τη στροφή του.
Όσες φορές κι αν ξαναζήσω 
θα πληγώνομαι.
Η δύναμη, η ομορφιά όπλα που σκουριάζουν,
τί απομένει όταν τα φυσίγγια σωθούν;

Ο ήλιος θα σμίγει πάντα με τη θάλασσα.
Η ακρογιαλιά θα είναι πάντοτε εκεί.
Στο κύμα θα πυκνώνω το μπλε του ουρανού.
Ο αέρας θα τροφοδοτεί τα πανιά μου.
Στα φύλλα των δέντρων το τραγούδι μου,
στο σάλεμα των χόρτων ο χορός μου.
Το άρωμά μου εγκλωβισμένο σε ρόδα ματωμένα
και το δάκρυ μου δροσοσταλιά στις αιχμηρές τους άκρες.
Η θύμησή μου διεχυμένη σαν αχλή στον ορίζοντα.

Ψυχή μου απέραντη σαν πέλαγος
άμορφη κι εύπλαστη σα νέφος απαλό.
Ψυχή μου ελαφριά όπως η νύχτα
κι ονειροπόλα σαν ανατολή.
Ποιός θεός θα σε γαληνέψει;

Το όλον και το τίποτα τόσο κοντά.
Σαν ένα.

Σ’ αυτή την πόλη



Στη μεγάλη λεωφόρο βαδίζουν
             όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
Όλοι βλέπουν
τα ίδια δένδρα, τα ίδια πρόσωπα
                             τους ίδιους δρόμους
Σ’ αυτή την πόλη
ο καθένας έχει τ’ όνειρό του
                                κι όλοι μαζί το ίδιο
Ο καθένας ζει το δικό του εφιάλτη
                             κι’ όλοι μαζί τον ίδιο

Σ’ αυτή την πόλη
                    οι μυλόπετρες της μέρας
                                          μας αλέθουν
όλους μαζί και τον καθένα μόνο του                     
Σ’ αυτή την πόλη
τα σκυλιά κι οι άνθρωποι
                          έχουν θλιμμένα μάτια
Σ’ αυτή την πόλη
                            άνθρωποι και σκυλιά
    ψάχνουν αποφάγια στα σκουπίδια
Σ’ αυτή την πόλη τη σκληρή
                     αυτό που δίνεις παίρνεις
μοναξιά στη μοναξιά
               φτώχεια στη φτώχεια
                               θάνατο στο θάνατο

Αυτή η πόλη πρέπει ν’ αλλάξει
Στη μεγάλη λεωφόρο πρέπει
                                        να βαδίσουμε
              όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
με τα ίδια όνειρα γραμμένα
                                     στο μέτωπό μας
με τα ίδια συνθήματα
                       γραμμένα στα πανό μας
Αυτή η πόλη σου επιστρέφει
                                           ό,τι της δίνεις
αγάπα τη να σ’ αγαπήσει
                      κάψε τη για να σε κάψει
να φυτρώσουν στ’ αποκαΐδια της
                                               λουλούδια
Αυτή η πόλη είσαι εσύ
                     άλλαξε λοιπόν, ν’ αλλάξει
Βγες επιτέλους στη μεγάλη λεωφόρο
μ’ ένα όνειρο στο μέτωπο
                               έτοιμος για να καείς

Σ’ αυτή την πόλη οι ήρωες είναι
                                      άνθρωποι απλοί
προχωρούν σκυφτοί στα σκοτεινά
                            του φόβου μονοπάτια
Ο ήρωες σ’ αυτή την πόλη
                φοβούνται αλλά προχωρούν
είναι πολλοί
         μα δεν διστάζουν να γίνουν ένας

Σαν έρθουν οι καιροί
σ’ αυτή την πόλη οι άνθρωποι
           γίνονται δέντρα, γίνονται δάσος
ριζωμένοι βαθιά στο χώμα
δρασκελούν πολλά χιλιόμετρα ιστορίας
                                                σε μια νύχτα

Σαν έρθουν οι καιροί
Αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν
                               θα δείξουνε το δρόμο
Αυτοί π’ αρνούνται τη ζωή
                                     που τους χαρίζουν
και διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους
                                     και το θάνατό τους
Αυτών το μπόι, θα μετρήσει η ιστορία,
                       με τη μεζούρα των αιώνων

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ

Το πυροφάνι έμεινε στο κύμα
ο σταλακτίτης σε βαθιά μέσα σπηλιά
και του νερού το διάφανο το βήμα
νεκρή εικόνα μες την αντηλιά

οι νυχτερίδες φτερωτές κυράδες
σε έναν κόσμο που στα λήθεια σπαρταρά
μες σε βαθιούς και νόμιμους Καιάδες
καμακωμένη αργοσβήνει η χαρά

μα όσο κι αν ανώφελα σταλάζει
μέσα απ' τα μούσκλια των καιρών βρύση κρυφή
και της κακίας ακονίζονται τα νύχια

στα πολυτρίχια και στις φώκιες κάτι αλλάζει
σε ξεροβράχου θαλασσόδαρτη κορφή
και στης χαμένης ύπαρξης τα μύχια.

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης