η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

Ύψους έγκατα

Οι άπειρες αποχρώσεις

της χαράς

και οι χίλιες εφτακόσιες ογδόντα

εννέα

της λύπης

δεν είναι τοις μετρητοίς

μόνο αβάπτιστης στιγμής

ανάσες λύκων

δεν υπακούει σε κανένα όνομα

κελεύσματα επανάληψης

φλεγματικά

καπρίτσια

προπατόρων

με λέξεις κρέμασαν

τον κόσμο ανάποδα

έζεψαν τη φιλοσοφία να εξηγεί

ο κόσμος ξεγλιστρά ευτυχώς

διαφεύγει εκεί

όπου πληρώνει η ποίηση

όταν

Ουράνια Χαρτούρα

με καπόνια

προσγειώνεται

επιμένοντας

πεισματικά

μόνο οι ρηχοί άνθρωποι

μπορούν να επαναλάβουν

ακριβώς ένα συναίσθημα

στη χώρα όπου όλα διαφέρουν

όλα

ΕΙΣΑΙ ΟΡΓΗ

Έρχομαι να σε βρω

στα λιγδιασμένα υπόγεια

σε γραμμένους τοίχους

με λέξεις που μυρίζουν

σαπισμένο αλκοόλ

στο στόμα του πρωινού ήλιου.

Σε βλέπω στις εικόνες

από το βιβλίο του χειμώνα

εκεί που μόνο η βροχή

άκουει την σιωπή των ματιών μου

διαθλασμένα έτσι που είναι σε pixel

«ρεπορτάζ από τα προάστια

μικρόφωνο κάμερα πάμε»

Σε νιώθω στα δάκτυλα μου

όταν σχηματίζουν γροθιά

τα λουλούδια της λαμπρής

κίτρινες φλέβες με πράσινους παλμούς.

Oχι ο βοριάς δεν σβήνει τις φωτιές

μήτε της άνοιξης τ’ αγέρι

στο κέντρο η φωτιά

στην εξέγερση των δρόμων του φωτός.


Παιχνίδια των καιρών (Homo oeconomicus)

Το χρήμα τον παίζει στα γόνατά του

παιδί βουβό

σβούρα

αλλοπρόσαλλη

γυνή

υστερικιά

στριφο

γυ

ρι……ζει ;

γραπώνεται πάνω του

με τα μυτερά της νύχια

κάθε τόσο βγαίνουν κραυγές πνιχτές

από τάθλια

πασαλειμένα

κόκκινα

χείλη της,

τ’ αλαφιασμένο βλέμμα των άπληστων ματιών της.

Ο homo oeconomicus

ερωτιάρης

νομάς

με την Louis Vuitton στόν ώμο,

φορτωμένος

αινίγματα

(δισεπίλυτα),

δια

λυμένες

ζωές,

σιωπηρά ουρλιαχτά

από

γνωσης,

αναζητεί την terre promise .

Σπαρταρά σαν ψάρι έξω από το νερό

της μάνας

γής

λυσσώδες κουνούπι

βουτάει

σε βρώμικα νερά από

ξε πλυμένο χρήμα

off …… shore

Απληστο παιδί

ζητάει συνεχώς ό,τι δεν έχει

ό,τι έχει

ό,τι αρπάξει

ό,τι θα ήθελε να έχει

δεν δίνει

τίποτα,

τού μάθανε μόνο να ζητάει

και να παίρνει.

Παιχνίδια αντοχής

σε οίκους ανοχής

για όποιον αντέχει

όποιον έχει

ό, τι δεν έχουνε οι άλλοι

οι πολλοί.

Σε αίμα…….επανα

στατικό

κυ

λά

ει,

με χάρη μπαλλαρίνας...

Είναι ο χορός του

ενίοτε

δύσκαμπτος,

σάν τα σκελετωμένα

αρθριτικά πόδια

ενός γέροντα

με ετοιμόρροπο βηματισμό,

που σκοντάφτουν

όπου βρούν.

Αλλες φορές

σε έκσταση

στρο

βι..………..α-στος

λι

δερβίσης

χάνεται πέρα... στο

κενό

θαρρεί ότι

όλος ο κόσμος του ανήκει!

Το ταξίδι όμως δεν τελειώνει εδώ

Απ’ όλες τις δημοκρατίες που εφηύρε

μία

μονάχη

μία

γεννήθηκε

έζησε

κι απέθανε

ίση με όλους

και με όλα

Και να! Τώρα στο νεκροκρέββατό του

έχει πέσει απόλυτη σιωπή

Η μοναξιά

του βαστά τό χέρι

πού βου

λια

ζει από το

βάρος

Του χαιδεύει το κορμί

πού κείτεται

σε πλήρη ακινησία

πάνω στο

ψυχοφθαρμένο κάλυμμα

της ζήσης

που δεν σκοντάφτει πια

στις λακούβες

της καρδιάς

Και ο νούς πια δεν σπαρταρά σαν ψάρι

μόνο

αργοπεθαίνει

σε διάυγεια πλήρη

Ο, τι έζησα, έζησα ! αναφωνεί.

Το κορμί αναρριγεί

Κι αν πνίγεται η φωνή

Κι αν αντηχεί σαν τον λυγμό του πεθαμένου

Κι αν χάνεται τώρα το θάρρος

Σημασία δεν έχει πια, καμιά

Ο τελικός προορισμός

είναι άπορος

ανένταχτος κομματικά

αδιάλλακτος

αμείλικτος και

τέλος…..πάντων

γυμνός.


ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥ

Εχει πολύ υγρασία αυτό το μέρος
χειμώνα-καλοκαίρι οι τοίχοι μούσκεμα
τα ρούχα οι καρέκλες μούσκεμα
η πλατεία τα μαγαζιά τα φώτα
οι δρόμοι μούσκεμα
σαλιγκάρια σέρνονται στο νιπτήρα
σαλιγκάρια μπαίνουν το βράδι στα παπούτσια μας
δεν μπορούμε άλλο
τρίζουν οι αρθρώσεις μας
σκεβρώσαμε
στοίβα μαζευτήκαν τ’άπλυτα ρούχα
δουλιά δεν έχει δουλιά
τί θα γίνει
φεύγει η ζωή μας
κάτι πρέπει να σκαρφιστούμε
όχι λαχεία προπό κανα ιππόδρομο
όχι τέτοια
πρέπει να προλάβουμε
θέλει γερό ντού
θέλει ξεσηκωμό
αναποδογύρισμα το γραφείο και τις καρέκλες
στριγγλιές απο τις κότες
να τρέχουν
οι φλώροι με τα σώβρακα στη φλεγόμενη Πανεπιστημίου.

ΑΡΓΟΣ

Με λένε Αργο.

Είμαι σκύλος και βαρέθηκα να περιμένω.

Πιστός δεν είμαι,

απλά μαθημένος.

Γι’ αυτό πρόσεχε,

είμαι συνέχεια αγριεμένος.

Είμαι ο Άργος, ο μύθος σου.

Μη πιστεύεις τίποτα,

παριστάνω τον καλό και μην ακούς τι λένε

δεν περιμένω κανέναν,

ξεγελάω το χρόνο,

ώσπου να ψοφήσουν οι κρότωνες,

που φόρτωσαν στη γούνα μου,

τα υποκριτικά σας χάδια.

Δεν θα γεράσω ποτέ,

γιατί είμαι ο Άργος

κι αντίθετα απ’ όσα λένε δεν περιμένω κανέναν,

μυρίζω τα χνώτα σας

και ξέρω αμέσως,

ξενηστικωμένοι για εξουσία έρχεστε,

για να κουνήσω την ουρά μου,

να δώσω την ευχή μου.

Δεν θέλω, ηλίθιοι,

να μπω μες το παλάτι,

να το γκρεμίσω θέλω.

Μη μου πετάτε κόκκαλα,

να κυνηγήσω θέλω.

Εσάς, διμούτσουνα θηράματα,

με το πιστοποιητικό καθαρής ράτσας.

Ακούς μνηστήρα… Με λένε Αργο.

Είμαι σκύλος και βαρέθηκα να περιμένω.

Πιστός δεν είμαι, απλά μαθημένος.

Γι’ αυτό πρόσεχε, είμαι συνέχεια αγριεμένος.


AΠΟΛΥΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΠΟΤΕ

ΣΑΝ ΕΞΑΦΝΑ ΩΡΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

ΑΚΟΥΣΤΕΙ -ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ- Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ ΣΟΥ ΠΟΥ ΕΝΔΙΔΕΙ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ

ΤΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

ΗΔΗ ΕΡΙΝΥΕΣ,

ΤΕΣ ΠΛΑΝΕΣ

ΣΑΝ ΠΑΡΑΣΗΜΑ

ΣΑ ΘΙΑΣΟΣ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΥ, ΣΑΜΑΤΑΣ

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΓΙΟΡΤΗ, ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΣΤΑΘΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

ΚΑΙ ΣΚΕΨΟΥ ΜΟΝΟ ΑΝ ΕΙΝΑΙ

Τ΄ΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΚΑΤΩ...


ΤΙ ΚΙ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

ΑΝ ΦΕΥΓΕΙ

ΑΛΛΕΣ ΛΑΜΠΡΕΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΠΙΑ

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ.

-ΔΙΑΛΕΞΕ-

Η ΟΥΤΙΔΑΝΙΑ! Η ΩΧΤΑΝΑ! Η ΤΕΡΨΙΘΕΑ.

Η ΝΕΑ ΟΝΤΕΤ. Η ΑΜΜΩΔΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

COPA-COPANA.Η ΕΥΘΑΛΕΙΑ. FLAMINGO-CITY! Η ΝΕ-

ΦΕΛΟΚΟΚΚΥΓΙΑ...


ΚΙ ΑΝ ΑΞΙΩΘΗΚΕΣ ΣΥ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΠΟΛΗ,ΕΝΤΑΞΕΙ...

ΝΙΚΗ 'Η ΗΤΤΑ ΠΟΣΟ ΗΧΟΥΝΕ ΛΙΓΕΣ!..

ΑΚΟΥΣΕ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΕΞΑΙΣΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ ΩΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ,

ΚΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ!

ΚΙ ΟΡΘΙΟΣ!, ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕ

ΤΟ ΕΡΧΟΜΕΝΟ ΩΣ ΦΕΥΓΟΝ

ΚΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ


Ώριμοι καιροί

Σαν αντιλάλησε διάτορος

………………… η κραυγή ιστορίας

ξεσηκώθηκαν τα όνειρα

Αναλήφθηκαν στους ουρανούς,

…………………. κι έγιναν πουλιά

Φτερούγισαν τα πουλιά,

…………………… έγιναν σμήνη

Κι εμείς ξοπίσω τους

Ασθμαίνοντας να κυνηγάμε

…………………….. τις σκιές τους

Να ελλοχεύουμε με θηλιές

…………………….. μες τα ξερόκλαδα,

Με ξόβεργες στ’ αγκάθια

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;

Αφού σαν ήρθαν οι καιροί

……………… κι’ άνθισαν οι λειμώνες

Σύνθημα έδωσε η Ιστορία, ριγηλό

«Να γίνουν τα όνειρα ζωή»

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;

Αφού σαν ήρθαν οι καιροί

Και θησαύρισε

……………… με χρώματα το φως,

Σύνθημα έδωσε η φύση, ευωδερό

Τα σκουλήκια

……………… να γίνουν πεταλούδες

Γι’ αυτό πέταξαν τα όνειρα

……………… κι’ οι ψυχές μας

Γι’ αυτό κι εμείς ξοπίσω τους

……………… ενεοί τα κυνηγάνε

Ας σταματήσουμε

……………… να στήνουμε παγίδες

και αποξηραμένα λουλουδάκια,

……………… μες στους στίχους μας

Αφού δεν βαλσαμώνονται οι ψυχές

……………… κι’ ωρίμασαν οι καιροί

Ξανά εμείς περήφανοι ποπολάροι,

……………… Έστω και ρακένδυτοι, στη μάχη

να διδάσκουμε, ακόμα αυταπάρνηση

Καθώς στις σημαίες μας ανεμίζει επίμονα

……………… ο συλλογικός πόθος

Πως αλλιώς;

Αφού δεν βαλσαμώνονται τα όνειρα

Στους δύσκολους καιρούς

Εμάς, πάντα θα μας οδηγούν

……………………. οι γόνιμες στερήσεις

Πως αλλιώς;

Αφού όταν σκύμνοι λιονταριών

……………………. βυζαίναμε στέρφες μάνες

Μάθαμε να ορθώνουμε τη χαίτη μας

……………………. Γρυλίζοντας

μες απ’ το έρκος των οδόντων μας

…………………… το όχι στην εκμετάλλευση

ψυχών τε και σωμάτων


Ποταμιάνος Γιάννης

EΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (2)

ΕΙΠΑΝ, ΟΤΙ ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ!

ΕΝΩ -Η ΑΛΗΘΕΙΑ- ΗΤΑΝ ΜΑΖΕΜΕΝΟΙ

ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΦΤΥΝΑΝ.

ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΜΙΣΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑΤΙ

ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ...

ΙΣΩΣ Ο ΦΘΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΧΟΝΤΟΣ ΜΑ

ΑΝΙΚΑΝΟΥ ΝΑ ΕΠΙΘΥΜΗΣΕΙ.

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΗ

ΠΡΟΕΚΠΛΗΡΩΜΕΝΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ.

ΠΑΝΤΩΣ ΑΡΚΟΥΣΕ

ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ ΕΔΩ ΚΑΤΩ

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΠΑΝΤΟΥ.

ΕΚΠΟΙΗΣΗ!

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ!

ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΥ.

ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ!

ΛΕΣ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ ΝΑ ΤΟ ΣΥΛΛΑΒΕΙ,

ΛΕΣ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΕΚΧΩΡΗΣΕΙ.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΙΣΩΣ

ΑΛΛΑ ΤΟ ΠΑΡΟΝ?!

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

ΕΝΑ ΨΥΓΕΙΟ, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΚΑΕΙ ΤΟ ΚΥΜΑ

ΜΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΥΘΕΙΑ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ..

ΚΡΑΤΑ ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

ΚΑΙ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΚΕΡΑΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΠΟΥΡΙΝΙ

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ (ΤΟΥΣ) ΘΟΛΩΝΕΙ ΚΑΙ ΧΑΝΕΤΑΙ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΕΙ..

ΤΟΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ!

ΚΥΡΙΩΣ ΤΟΤΕ

Αλίκη

Τα χέρια και τα πόδια σου πεθαίνουν
ξυράφια σου ξεσκίζουνε τις σάρκες
κανίβαλοι σε κυνηγούν με βάρκες
σε ποταμούς από αίματα παρθένων

Γίγαντες σε χτυπάνε να σε λιώσουν
τέρατα σου τσακίζουν τα φτερά σου
σφαίρες περνούν δεξιά κι αριστερά σου
και νάρκες σκάνε μέσα στο μυαλό σου

Όρνια σε τριγυρίζουνε και λύκοι
και ζόμπι που πατάνε επί πτωμάτων
μα εσύ κοιμήσου ήσυχη, Αλίκη
είναι ωραία στη Χώρα των Θαυμάτων

Γύπας


Πάρα πολλά αυτή η "ζωή" σου έταξε
και σαν σκουπίδι τελευταίο σε πέταξε
Και ξαφνικά σε άρπαξε ένας γύπας
κι από τη μέση σ'έριξε μιας τρύπας
Ξυπνάς. Δε βλέπεις τίποτα. Τρομάζεις.
Δε βλέπεις τίποτα. Απελπίζεσαι. Φωνάζεις.
Φωνάζεις. Αλλά μάταια. Κανείς.
Μόνο η ηχώ της ίδιας σου φωνής
Μα απ'τις φωνές σου ξύπνησαν τα κτήνη
και πάνω σου έπεσαν, τίποτα να μη μείνει
Το πτώμα σου μια ύαινα το μύρισε
τη μέρα που ο γύπας ξαναγύρισε
Γύρισε να μαζέψει τα κομμάτια σου
και να χαθεί για πάντα από τα μάτια σου
Μακριά πετώντας με φτερά του Πήγασου
πήρε μαζί την τελευταία ελπίδα σου
Κι εκεί που ήσουνα η ψυχή της οικουμένης
κι είχες τα πάντα, ξαφνικά μονάχος μένεις
Στο δρόμο που η "ζωή" για σένα πήρε
τα τελευταία βήματά σου σύρε
Ξεφτιλισμένος, άχρωμος, κενός
στη χώρα του απολύτου μηδενός

Οι λέξεις μου ηχούν περίεργα

Δε μιλώ για το πικρό χνώτο της συντριβής

Μιλώ για το αγέλαστο μειδίαμα της άρνησης.

Γι αυτό μιλώ. Και για το αλύγιστο. Για το άκαμπτο.

Για το ύστατο.

Κι αν οι λέξεις μου ηχούν περίεργα

σαν πένθιμη βοή από το παρελθόν της ήττας

είναι γιατί δε βρίσκουν μουσικές εξαγνισμού

δε βρίσκουν τη δροσιά της ροής

την υφή των φύλλων

το νανούρισμα μελωδιών από δάση υγρά αγκαλιών μεγάλων

Δε βρίσκουν τη θαλπωρή του ξύλου

ούτε την ευπρόσδεκτη ομίχλη της στέρεης λήθης.


π ο ί η σ η

ονειροποίησηουρανοποίησηωραιοποίησηηρωωποίησηενοποίησηνεοποίησηενεργοποίησηπροςποίησηπαραποίησηαπλοποίησηθραυσματοποίησημετοκαλημεραποίησησημαντικοποίησηερωτοποίησηαγγελοποίησημεγιστοποίησησυνειδητοποίησηβυθοποίησηαδερφοποίησηζευγαροποίησηπροσωποποίησημυστικοποίησηταυτοποίησηαιματοποίησηαλφαβητοποίησηαυτοποίησηλαβυρινθοποίησηκαθρεφτοποίησημυθοποίησηρευστοποίησηχρονοποίησηχασισοποίησηκειμενοποίησηπολιτικοποίησηαντιποίησηεκποίησηπαραποίησηπροσποίησησηματοποίησημεταποίησηνευροποίησηλογοποίησηχρωματοποίησησυμμαχοποίησηπρωτογονοποίησηηλιοποίησηπραγματοποίησηπιστοποίησηοπωςποίησηευρωποίησηκρασοποίησηκοκκινοποίησηαισθητοποίησηγραμματοποίησηπολυποίησηστερεοποίησηκινητοποίηση

ακινητοποίησηαδρανοποίησηαθηνοποίησηελληνοποίησησχηματοποίησηισλαμοποίησηθεματοποίησηεθνικοποίησηπαραμυθοποίησηκλασικοποίησηστιχοποίησηχριστιανοποίησητροχοποίησηαρσενικοποίησηαφηγηματοποίησηποδηλατοποίησηπαπαγαλοποίησηιστορικοποίησηξυλοποίησηαριθμοποίησηυστεροποίησηκλωνοποίησημετροποίησηκρανιοποίησηεχθροποίησηεγκεφαλοποίησηαισθητικοποίησηφθοροποίησηδιαποίησημονοποίησηλασποποίησησυντηρητικοποίησηποινικοποίησηδουλοποίησημετοετσιποίησηεμπορευματοποίησηχρηματοποίησηγρονθοκοποίησηκοκαλοποίησηκομματικοποίησηφτηνοποίησηξυλινοποίησηδιαγραμματοποίησητριγωνοποίησησταυροποίησηφαρμακοποίησηαυνανοποίησηπονηροποίησητοιχοποίησησαλαμοποίησηνεκροποίησηχειροποίησημεγαποίησηθυληκοποίησηβιετναμοποίησηγεωμετρικοποίησηιδρυματοποίησηεπιπεδοποίησηελαχιστοποίησηκακοποίησηστεγανοποίησηγκετοποίησητηλεποίησητιποταποίησηλαστιχοποίησημικροποίησηνεονεοποίησηκινητοποίηση

αντιποίησησπινθηροποίησητιναλεειηποίησηθαλασσοποίησηφτεροποίησησυννεφοποίησηνεροποίησηψυχοποίησηγονιμοποίησηποντοποίησηπιστοποίησηψηφιοποίησηπυροποίησηβρεφοποίησηβροχοποίησηχοροποίησηηφαιστειοποίησησεληνοποίησημεγαλοποίησηθεοποίησητιτανιοποίησηπαραλληλοποίησητιθαπειποίησηπεριποίησηηλεκτροποίησηρηγματοποίησηαντικειμενοποίησησυγκεκριμενοποίησηηχοποίησηοπτικοποίησητελειοποίησηπεριπλοκοποίησηπολλαπλοποίησηαντιθετοποίησητεχνοποίησηεικονοποίησησημαντικοποίησηγιγαντοποίησηκεραυνοποίησηθαυματοποίησητεκνοποίησημονιμοποίησημετοκαληνύχταποίησηκινητοποίηση



σημείωση : Η ανάγνωση να γίνει , κατά το δυνατόν , α π ν ε υ σ τ ί - σαν μια λέξη κάθε παράγραφος.

Απόσπασμα από τη συλλογή « Γεννήτρια»

Δαμασμένα άλογα

Μπαίνω στο αίνιγμα κρατώντας

ένα κεράκι

Να φωτίζει τρεμοσβήνοντας

τις σκοτεινές γωνίες

Μα πάντα ελλοχεύει στο σκοτάδι

ένας Προκρούστης

για να κονταίνει τη σκέψη

με τη λογική

Μα όσο οι άδηλες αγωνίες μου

ψηλαφούν το πρόσωπο του αδιανόητου

Λογχίζει το τυχαίο τα πλευρά

της αναγκαιότητας

Γι’ αυτό αναθρώσκω

στα ουρανόσταλτα νέφη

να θησαυρίσω ονειρομορφές

και μύθους

για τα βράδια της μοναξιάς

τότε που το ασημένιο φεγγάρι, σφηνώνει

ανάμεσα

στα σφιγμένα δόντια μας

και μιμνήσκει το ανεπίστρεπτο ταξίδι

Όμως μακάριοι όσοι τρώνε και πίνουν

άκρατη την εκμηδένιση τους

Βαδίζοντας στα θολά τοπία

της συλλογικής βούλησης

Ταπεινοί σαν δαμασμένα άλογα

σέρνουν συντροφικά το βαρύ φορτίο τους

Γαληνεύουν έτσι οι πορείες τους

στα κακοτράχαλα μονοπάτια

Ναι μακάριοι όσοι προσμένουν

τη μυροφόρα άνοιξη

Να ραίνει με τα μύρα της

τη χειμωνιάτικη αποσύνθεση

Γιατί αυτοί ξέρουν

Πως η άνοιξη πάντα προπορεύεται

Πως φυτρώνει στη μέση του χειμώνα

Και γίνεται η πρώιμη αμυγδαλιά

Ναι μακάριοι αυτοί που ξέρουν

Πως ο μέγας ντελάλης της ελπίδας

ο έρωτας

Στιλβώνει τις τροχιές

των αστεριών

καθώς οδηγεί τα σμήνη

στα πύρινα ταξίδια τους

Ναι! Ένα κεράκι είναι η άνοιξη

Να φωτίζεις τον χειμώνα

Κι’ ο έρωτας μαχαίρι

Για να μοιράζει τη μοναξιά στα δύο

Γι’ αυτό. Στον έρωτα

ας αισιοδοξεί η φύση την αθανασία της

Στην συντροφικότητα

ας ελπίζει η ιστορία την δικαιοσύνη της


Ποταμιάνος Γιάννης


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1)

ΕΙΠΑΝΕ ΠΩΣ ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ, ΣΥΝΝΕΦΑ ΘΑ ΜΑΖΕΥΤΟΥΝ

ΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ, ΜΑΥΡΑ

ΣΑΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΑΣ.

ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΘΑΡΘΕΙ ΜΕ ΜΙΑ ΠΑΝΑΚΡΙΒΗ

ΜILLION DOLLARS ΚΙΒΩΤΟ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΕΙ..

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΚΕΙ ΛΕΕΙ, ΔΕ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΑΛΛΟ

Ν ΑΠΛΩΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΑΣ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΚΕΙ ΠΟΥ ΦΤΑΝΟΥΝ, ΝΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΥΜΕ

ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕ.

ΟΧΙ, ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΨΥΧΟΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΟΦΟΡΕΜΕΝΩΝ

ΔΕΝ ΤΟ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ.

ΟΠΩΣ Η ΑΛΕΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΜΜΕΝΗ ΟΥΡΑ,

ΟΠΩΣ ΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ, ΟΠΩΣ ΟΙ ΣΑΎΛΟΚ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ

ΔΕΝ ΗΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΠΑΧΥΛΕΣ ΟΥΡΕΣ,

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΖΕΥΓΗ ΚΙ ΥΓΙΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

ΝΑ ΜΗ ΘΕΛΟΥΝ ΧΡΥΣΟ ΔΕΚΑΝΙΚΙ

ΝΑ ΜΗΝ ΑΥΤΑΠΑΤΩΝΤΑΙ ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ

Ν ΑΓΟΡΑΣΟΥΝ..

ΕΙΠΑΝ ΠΩΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΟΜΩΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΥΚΟ, Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ

ΠΩΣ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ ΜΠΑΖΟΥΚΑΣ......


ΟΛΑ ΛΑΘΟΣ ΙΙΙ

Όλα λάθος ευτυχώς,

γιατί έτσι κατάλαβα,

παράδεισος και κόλαση,

είναι, μια πόρτα.

Θα βηματίζω απ’ έξω

και θα σε θυμάμαι

και μετά το πάντα,

φωτολουσμένη σαν κλάμα.

Ο λογαριασμός στην τράπεζα

της λήθης

παραμένει χρεωστικός,

παρενεβλήθει, ξέρεις,

των καταθέσεων μνήμης,

ως αχρεωστήτως καταβληθείσα,

η θλίψη.

Παρακαλώ μην κουνάτε

το τραπέζι μου,

κατρακυλούν τα γράμματα

και θα τα κάνω,

πάλι,

όλα λάθος.


Όταν ξεθολώνω,
με γεμίζει ψυχρό φώς,
ο ήλιος.
Υψηλή ανάλυση.

Πάλι θα βουλιάξω,

σαν στρόβιλος από άμμο.
Η κλεψύδρα μου.

Με το κεφάλι κάτω

ή με τα πόδια πάνω,
όσο είμαι όρθιος.
Θ' αδειάζω.

Έχω ξεχάσει να απλώνω.

Γιατί δεν έχει παύσεις ο χρόνος;

Μα ο χώρος

είναι σώμα,
είναι άμμος.

Χίλιοι κόκκοι,

όλοι είμαι εγώ,
ένας,
χίλιοι.



Μια σταγόνα νερό
Των θλιμένων θαλασσών

Απόμεινε στο αλαττισμένο κορμί

Της γοργόνας και ο περσινός καθρέπτης

Κομμάτιασε τα μισόγυμνα κορμιά...

...
Αποκαμωμένα από ένα τρελό πάρτυ
Στο τέλος σπρώχνανε το πτώμα

Εξω στο δρόμο


υπνοσόφι


καθε αυγη

γεννιεσαι

φρεσκος

καινουργιος

δινεσαι

στις υποθεσεις

ως τη νεα νυχτα

που γερακος

κουρασμενος

αφηνεις

τον υπνο-κουκουλι

να ανανεωνει

τη συνδρομη σου

στην προσωπικη σου

αιωνιοτητα

--------------

--------------

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης