η ποίηση στην εποχή της
26. ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ (Γεώργιος Βελλιανίτης)
τα θύματα των πονηρών,
Σ' αναζητούν, Δικαιοσύνη.
Πέταξε κάτω το μαντήλι,
να δείς. Ανάβουνε καντήλι,
στη Χάρη Σου την Ιερή.
Μα Εσύ, φαντάζεις παγερή.
Σαν να μην ξέρεις την Αλήθεια.
Λές καί Σού λένε παραμύθια !
Πρόσωπα άνω υποψίας,
από νυκτός μέχρι πρωϊας
ανοίγουνε τάφους αθώων.
Παίζουν τις τύχες των ανθρώπων.
Κινούνται μέσα στο σκοτάδι.
Κάνουν συμβόλαια στον ΄Αδη.
Δεν είναι αρκετό ν' ακούς.
Πρέπει να δείς, όλους αυτούς,
όπου ζητούν ένα Σου βλέμμα.
Δίνουνε της καρδιάς το αίμα.
Αλλά, δε βρίσκουνε γαλήνη.
Πνίγονται στου καϋμού τη δίνη.
΄Ελα λοιπόν, Δικαιοσύνη !
Βγάλε επί τέλους το μαντήλι,
να πιάσει τόπο το καντήλι .........
ΤΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ (Γιώργος Αλεξανδρής)
Για το προσωπικό τ’ αντάμωμα σαν ξεκινήσεις
στη στράτα της ζωής που τη θέλεις πλατιά και μακρινή,
κρυφό και γλυκό ξαπόσταμα ποτέ μην πεθυμήσεις
στ’ ακρόδενδρου τον ίσκιο και την νεροπηγή.
Στα μάτια σου, κατάματα ν’ αφήσεις να γέρνει
η λαύρα του ήλιου και τ’ άπειρο τ’ ουρανού
και στα στεγνά σου χείλη η δίψα να σου φέρνει
καθάρια κι άγια νάματα της ψυχής και του μυαλού.
Οι πόθοι σου αδέσποτα φαντάσματα να μη γίνουν,
τα όνειρα να μην σε ακολουθούν εξόριστα και γυμνά
και οι σκέψεις σου κοντόθωρες να μη μείνουν
σε μέρες και νύχτες που μέτρησες απανωτά.
Στο διάβα ταπεινές στιγμές μη νοσταλγήσεις,
το κάθε σου πρώτο βήμα να το θαρρείς στερνό
και φίλημα χαιρετισμού σε μνήμες μην ποθήσεις,
το βέβαιο αγκαλιάσεις και χάσεις τον πειρασμό.
Για της γνώσης τον παιδεμό στη μύηση σαν ξεκινήσεις
στην απόκληρη κι ασύμμετρη συνοδεία της ζωής,
το τέλος της ως δίδαγμα να μην αποζητήσεις
και μ’ αποφθέγματα αδόκιμος κριτής να μη φανείς.
Στα διλήμματα του λογισμού και τις φοβίες μη σταθείς,
στου ξορκισμού το θόλωμα μη σε γητέψει ο νους σου
και για αρνήσεις κι επιστρόφια να μην αναρωτηθείς.
Απέναντι θα στέκεσαι εσύ, ορκιστής του εαυτού σου.
μελιδόνι (βασιλική λόη)
πρωινή εφημερίδα
το γκρίζο φως
καταχωρημένα τα συμβάντα
της νυχτερινής υγρασίας
στο αυτοκινούμενο διάστημα
με ομίχλης φώτα αυτοσχεδιάζω
αναφορές και σχόλια
στο
εμπροσθόφυλλο
πότε
στάσιμη
και πάντα
από απόσταση
και μη νομίζεις
πως ασφαλιστήκαμε πίσω από το μάνταλο της αδιαφορίας
μετράμε τις μπουκιές μας στενεύοντας την όρεξη,
ακρολιγάμε τον λαιμό να καθίσει το νερό
να
μαθητεύσει την απλότητα
τα σημερινά τα πρόσωπα κουρνιάζουν σε απόσταση βολής
χωνεύονται στην ιδιοτροπία των υλικών
περίσσιο λίπασμα στο χωράφι των δεικτών
όπου κάποτε άνθιζαν ολόφρεσκα τα σύμβολα
Από την ποιητική συλλογή «Μελιδόνι» της Βασιλικής Λόη, Νοέμβρης 2016
Ανθρωποθυσίες (Ρώ Δέλτα)
Δεκαέξι χρονώ ήτανε γύφτος
Πέθανε
με μια φυτεμένη σφαίρα στο κεφάλι
Δεκαέξι
χρόνω για είκοσι ευρώ
Ζωή χάνει
από Μπράβο αστυνομικό
Κυκλώματα με επιχειρηματίες
Κυκλώματα με τη μαφία του χωριού
Όλα παράτυπα αρκεί στην κλίκα
να ναι ο εντολών
Αρκεί ρουφιάνος τους καλός να είναι
Προστασία του πολίτη η αστυνομοκρατία από
πότε
Μετονομασία απάτη για λαό
Που ακόμα ταγματασφαλιτές τη ζωή ρημάζουν
Κι έρχονται μορφές ψηλές ξερακιανές και
μαύρες
Πόδια σέρνουν
Με πολύ ποτό
Τόσος αγώνας προδομένος
Ζωές στην άκρη στο χαμό
Πατρίδα κόμμα ιδέα
Άχρηστα Όλα
Το κρασοπότηρο η ανταμοιβή σε μια γωνία
Για ένα γιατί που απάντηση προσμένει
Κλοτσιά Κοράκη στο συκώτι δάσκαλου
κομμουνιστή
Στην κεντρική τη μάζωξη μη φτάσει
Κι η λαϊκή κυβέρνηση τ' απομεινάρια
Σε κουφάρια όρθιων πτωμάτων γέρνει
Ώμοι σκυφτοί περήφανων
Βουβοί
Γνώμες εν είδει χαϊκού (ΧrIstoS)
Θύτες, θύματος
ειδήν ενδεδυμένοι,
πλείστους απατούν.
Μετά την στέψιν
το ασθενές ισχυρό
γίνεται φύλο.
Ενίοτε (ή και πολλάκις) μικροί
τα μέγιστα μεγάλους
δυναστεύουσι.Μάτια ερμητικά κλειστά (Δημήτρης Α. Δημητριάδης)
Με τα μάτια κλειστά είναι καλύτερα
με βλέπω να μιλώ
να γελώ
να κλαίω
να θυμώνω
μισός εδώ
και μισός στο
στερέωμα
λυμένος στα
κατάρτια
και πάνω στα
διερχόμενα νέφη
γλιστρώντας μέσα
μου κάτι κρυφό
απόκρυφο
αφού κανείς έξω
από μένα
δεν υπάρχει να
το διαβάσει.
Διπλώνομαι και
ξεδιπλώνομαι σαν πέταλο
σαν πυρετός
που δε χάνεται
με τις ενέσεις
και τα φάρμακα
αφουγκράζομαι
κι ακούω των
λέξεων την ψιλή βροχή
φωνές στα
ξεροπήγαδα και στις χαράδρες
πώς σκούζουν τα
λυκόπουλα
κοιτάζω τα βουνά
κι ούτε
καταλαβαίνω πώς φτάνω στην κορυφή τους
τη θάλασσα
κοιτάζω κι η πείνα μου φουσκώνει
παφλάζοντα νερά
με τραβούν
στον κόσμο τ’
ανοιγμένο στόμα.
Ξαγρυπνώ
γέρνω στην κόψη
της σελήνης μετρώντας γερανούς
σκαλώνω στ’
ανοιγμένο φτερό σου
κρεμιέμαι
χωρώ στην
αγκαλιά σου
και ψηλαφώ το
ρίγος σου
γίνομαι δάκρυ
λαμπερό
άλογο που
καλπάζει σε τρυφερές πεδιάδες.
Εδώ το κόκκινο
το πράσινο
το γαλάζιο
μια λεύκα
θροΐζει
ένας σπόρος
σκιρτά
ένα βρέφος ξυπνά
μικρά ματάκια με
κοιτάζουν μ’ απορία.
Κομμάτια
γίνονται τοίχοι
από χρυσάφι και
μάρμαρο.
Αιωρούμαι
διαλύομαι
διάφανος χάνομαι
μαζί με ξωτικά και πνεύματα
μαζί με τους
νεκρούς που ξυπνούν
βαδίζοντας
ακροποδητί
σβήνοντας τα
ονόματα στα μνήματα
και στήνοντας
καραούλι.
Άφοβα περνώ μ’
ανοιχτά αυτιά για την Ιθάκη.
Με τα μάτια
κλειστά είναι καλύτερα
ένα πελώριο
εκκρεμές
ατέλειωτα μετρά
τις στιγμές μου
μέσα στο σύμπαν.
Το μισό του ουρανού (Χρίστος Σκανδάμης)
Ο ουρανός,
δύο μισά
αδιάρρηκτα
ενωμένα
σε ενιαίο σύνολο.
Γεννιέται το
ερώτημα…
Αν το ένα μισό αφανιστεί
τότε τι θα ‘ναι τάχα
ο ουρανός;
25 Νοεμβρίου 2022
ΔΑΚΡΥΡΟΟΝ ΥΔΩΡ* (Β.Α.)
Οι τραπεζίτες πουλάνε το νερό
σε λίγο και τα δάκρυά σου θα εμπορεύονται.
Οι συμμορίες του εμπορίου οι ωχρές
που της επαιτείας τους τριγυρίζουν αχυράνθρωποι
έχουν υπερβεί τα όρια του ξεπεσμένου ανθρώπου.
Δεν μπορεί
στο ανθρώπινο το είδος να ανήκουν
τέτοια όντα
του ακαταλόγιστου κνωδαλισμού.
Εσείς ιερείς
που ευλογείτε της ανομίας τους νόμους
εσείς δικαστές
που υπηρετείται τη διαρκή αδικία
εσείς στρατηγοί
που υποτάσεσθε στον απάτριδο απανθρωπισμό
εσείς φιλόσοφοι που μολύνετε τις ιδέες
με τις χρηματιστικά
συμφερόπληκτες τοποθετήσεις σας
εσείς επιστήμονες
που στο μηχάνημα αυτόματης ανάληψης
την επιστημονική σας δεοντολογία ξεπουλάτε
εσείς λαοί που τους δίκαιους αγώνες φοβάστε
αν και το άδικο ορόσημο είναι στη ζωή σας
ως πότε θα αφήνετε τα ευτελή των όντων
να κυβερνάν τη σκέψη σας στη κάθε μέρα
μετατρέποντάς σας περισσότερο πιο σκλάβους.
Μέρες της κρίσης έρχονται ανεπίστροφα
έγιναν καθρέφτης οι καιροί
τον εαυτό σας πάνω τους να δείτε
και ανασταίνονται οι εικόνες των ηρώων.
Κι αν άνθρωποι θέλετε να λέγεστε
το τελευταίο ιπποτικό το βήμα αποτολμήστε
που της ελευθερίας είναι το κλειδί
και η ισχύς του αδικημένου ανθρώπου.
*μπορεί να μεταφραστεί ελεύθερα σε οποιαδήποτε γλώσσα του κόσμου.
ΚΟΡΩΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΑΣ (Ρώ Δέλτα)
Του κοριτσιού τα μάτια (Γιώργος Αλεξανδρής)
Η ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ ΠΝΙΓΕΤΑΙ Κ ΚΛΩΤΣΑΕΙ (Δήμητρα Σαμοΐλη)
γνωρίζει ότι πρέπει να αλλάξει,
ξέρει γιατί πρέπει να αλλάξει,
ξέρει τι πρέπει να αλλάξει,
αλλά δεν ξέρει το πως…
τόσα χρόνια, το συνήθισε…
γι΄αυτό κ ανάσα δεν μπορεί να πάρει…
κ αν ακόμα γράφεις για κούκλες πορσελάνινες, σπασμένες σε γωνίες,
τον πόνο της εποχής να πιάσεις, που θέλει την κούκλα, ψηλά κ σε βιτρίνες,
αλλιώς στο κύμα θα χαθείς κ σύντομα θα ξεχαστείς
την προσωπική μου αγωνία, θέλω να αφήσω για κληρονομιά κ να την κάνω μέλλον. Αλίμονο σε αυτούς που ψάχνουν την αγάπη κ δεν αγκομαχούν αγαπώντας.
ίσως μια μέρα τα πάρω όλα αυτά κ τα κάνω ποίημα…
ΟΡΓΟΥΕ-ΛΥΚΟΙ 2022 (Β.Α.)
Πίσω από κοιμητήρια ηλεκτρονικά και από οθόνες
κρύβονται
οι άνανδροι που μέμφονται οι αιώνες
με
φόβο σόκ και δέος και ασφαλτοαίματο εικονισμό
ένα
φαυλοκράτη επιχειρούν ελεγκτικό
συντονισμό.
Δε
φτάνει όμως αυτό και με σύριγγες με βάματα με γάζες
τις
πολιτόσκορπες μαντρώνουν σε αστυκέντρα μάζες
που
κρύβονται σε τραμ λεωφορεία και μετρό
για
να ξεφύγουν από της << προόδου >> το συνολικό χαμό.
Κι
αστυσκλάβοι ζώα με αριθμούς στα κατεβασμένα αυτιά
αναβοσβήνουν
στο ρυθμό που επιβάλει η εικονική νυχτιά
μαντρόσκυλα
ευτραφή ζερβά δεξιά τους περιτριγυρίζουν
κι
αλλόφυλα ισχνά αδέσποτα στα πεζοδρόμια γυρίζουν.
Της
γης πέρα απ' την ιστορία ανιστόρητες
είναι οι μέρες
στης
λογικής απάνω τις ερημωμένες πια τις ξέρες
που
οι κάμερες του τρελωνύμου επιστητού τις καταγράφουν
κι
όσοι εναπομείμαντες σκεπτόμενοι καθέτως γράφουν.
Θάλασσα Μάνα (Γιάννης Lat Λεμπέσης)
Αρχέγονα συναισθήματα
ο τόπος σου
ο τόπος μου
εδώ ξεκινήσαμε και συ και 'γω
υγρό περιβάλλον
αλάτι και νερό
χώμα και βράχια
φύκια και άλγη
Έχει γαλήνη εδώ
Έχει ουσία εδώ
Έχει σιωπή, και μια ανάμνηση πικρή
Και εγώ μπορώ
μπορώ και θέλω
θέλω να σε συναντώ κάθε μέρα
έχω όλα τα πλούτη του Κόσμου εδώ
στο πέλμα σου
στο στήθος σου
στο βλέμμα σου
Δώδεκα μικρά ποιήματα (Δημήτριος Καραγκούνης)
Δίας