η ποίηση στην εποχή της

η ποίηση στην εποχή της

10.

Νόμισες δεν είναι πόλεμος
γιατί δεν είδες αίματα και τραυματίες
όμως είδες εκείνους τους νεκρούς
σκυμμένους σε κάδους σκουπιδιών
καταμεσήμερο στο κέντρο της πρωτεύουσας
ικέτες στα απορρίμματα μεγακαταστημάτων
τους πεινασμένους, τους εξάγγελους
νεκρούς να επαιτούν
τους είδες

12.
Πόλεμος σου λέω
βυθίζει τις ψυχές
μολύνει το μυαλό
σκοτώνει μέλλον και ελπίδα
τα παιδιά δεν είναι ζωντανά
μη σε γελάει που περπατούν
Πόλεμοςη εστία μου πουλήθηκε
τα χέρια σου πουλήθηκαν
τα όνειρα πουλήθηκαν
φωνή, στόμα πουλήθηκαν
το είναι μας πουλήθηκε δεν θα το βρεις
κι αντάμα παρελθόν, παρόν
μέλλον κι οράματα
όλα πουλήθηκαν
γιατί είναι πόλεμος
μην τα αναζητήσεις
μόνο τη δίψα της κατάκτησης θα βρεις
αυτή δεν θα χαθεί ούτε με τη ζωή τους

Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο – ποίημα “Πατρίδα των καιρών”του Γιώργου Δουατζή, 2010, Εκδόσεις Καπόν

ΑΝΘΡΩΠΟΙ    

Οι αγνοί άνθρωποι στο χωριό μου
περπατούν συνήθως σκυφτοί,
χαμογελούν εύκολα
και κλαίνε στα κρυφά
για το φίδι που σκότωσαν το μεσημέρι
κάτω από τη σκάλα.
Δεν ακούς σχεδόν ποτέ μουσική
απ’ το σπίτι τους
-πάντα υπάρχει κάτι να πενθούν-
και κοκκινίζουν μόλις τους γνωρίσεις σε
έναν ξένο επισκέπτη στο καφενείο.
Εμείς, οι υπόλοιποι
φροντίζουμε να κάνουμε τόση φασαρία
ώστε να μην ακούγονται τα δάκρυά τους
σαν πέφτουνε στο μαξιλάρι.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν

κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ' ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ' αυτό το σώμα που υπόσχεται…

Γιώργος Γκανέλης, '' Ο σκοπευτής της μνήμης '' εκδ. Στοχαστής, 2013

Μάρμαρο

Δεν πειράζει
Μας πήραν πάλι τον χυλό
Αφαίρεσαν την πείνα
Μας έδωσαν κενή επιταγή
Δεν βαριέσαι…
Όλα μια συνήθεια είναι
Σταφίδες, χαρούπια, σάλτο..

Δεν πειράζει
Θα συνηθίσουμε κι ακόμη περισσότερα
Το είδα στην T.V
Ασκήσεις χαλάρωσης και ευεξίας, γιόγκα
Μες στης τρελής ανυπαρξίας το πεδίο θα πλαγιάσουμε
Θα δούμε όνειρα χωρίς σταματημό γεμάτα τέρψη,
Κι εντάσεις θα χορτάσουμε
Τρώγοντας πίτσα , με προφυλακτικό

Δεν πειράζει
Όλα είναι το ίδιο. Θα συνηθίσουμε
Εμπόδια, όλοι μαζί θα χτίσουμε
Δε βαριέσαι…
Ο ήλιος καίει το δέρμα. Τι τον θες;
Καλύτερα σκοτάδι ως το τέρμα.

Δεν πειράζει. Όλα το ίδιο είναι.
Όλα συνωμοτούν, όλα για σένα
Φτιαγμένα από πλαστικό και χένα
Χωρίς χρώματα, χωρίς μπελάδες
Χωρίς αρώματα
Τόσο ίδια, τόσο εύκολα

Κοιμήσου
Η γη γυρίζει, πάλλεται , αρρωσταίνει
Μαζί της αρρωσταίνει κι ο Θεός
Κι ελπίζει
Μείνε εκεί, μην αλλάζεις
Σου έφερα κι άλλη επιταγή
Άδεια!
Σαν το μυαλό σου, τόσους μήνες, τόσα χρόνια
Σαν το μάρμαρο..
Σαν το κανάλι που θα παίζει στα σαλόνια
Σαν το μάρμαρο..
Λίγα λεπτά ξεφεύγεις και μετά πάλι…


Μάρμαρο! 

Αναγνώστες

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ekpoiisi@yahoo.gr

ποίηση στην εποχή της εκποίησης

ποίηση στην εποχή της εκποίησης